Νεωτερικότητα και δεύτερη νεότητα (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
781

της Βαρβάρας Ρούσσου

Η πρώτη ποιητική συλλογή με τίτλο Δεύτερη νεότητα της Τώνιας Τζιρίτα-Ζαχαράτου (γεν. 1993), βραβευμένη στο διαγωνισμό πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών/τριών των εκδόσεων θράκα (που εξάλλου διαθέτουν ένα αξιολογότατο ποιητικό δυναμικό)  , περιστρέφεται γύρω από τον ίδιο βασικό προβληματισμό μ’ εκείνον του Μπένγιαμιν    όταν σε κείμενό του πραγματεύεται την εμπειρία και τη νεότητα, το 1913, στα εικοσιένα του χρόνια. [1]

Η Τζιρίτα Ζαχαράτου ξεκινά με λίγα στον αριθμό ποιήματα, σε μορφή εμπρόθετα και συνετά επιλεγμένη ώστε να είναι διαχειρίσιμη:  όχι ιδιαίτερα πολυσύλλαβοι στίχοι, ούτε μεγάλης έκτασης συνθέσεις, ούτε πειραματισμοί, ελεγχόμενη στίξη και  λελογισμένη χρήση διασκελισμού σε λόγο απλό και τόνο χαμηλό.

Tα δεκατρία ποιήματα της συλλογής διαιρούνται με τρόπο που παράγεται μια σχεδιασμένη δομή, ως απόπειρα ταξινόμησης της νεότητας, όπου, θεωρούμε, ότι η σύγχυση είναι χαρακτηριστικό. Το πρώτο ποίημα «Πολύ νωρίς ήταν πολύ αργά» λειτουργεί εισαγωγικά και το τελευταίο ως επίλογος ενώ τα υπόλοιπα απαρτίζουν επτά θεματικές ενότητες που τις ορίζουν αντίστοιχα  μεμονωμένοι στίχοι, αφοριστικού σχεδόν χαρακτήρα. Τα σύντομα μονόστιχα/δίστιχα αποτελούν αναγνωστικούς κόμβους και διαλέγονται με τα ποιήματα που έπονται καθώς ορίζουν σταθερούς βιωματικούς άξονες ως γνωρίσματα της δεύτερης νεότητας: το ταξίδι, την ανάγνωση της λογοτεχνίας -που απολήγει μεταλλαγμένη στη γραφή-, τον έρωτα με τις πρώτες διαψεύσεις, την αναζήτηση προτύπων αλλά και  ποιητικής ιδιολέκτου.

Αναφέρω παραδειγματικά το δίστιχο «Η δεύτερη νεότητα δεν παρουσιάζει πρωτοτυπία./Η εμπειρία που της ταιριάζει είναι το ταξίδι.» που εισάγει στην τετραμερή -σύν ένα- σύνθεση τιτλοφορούμενη «Η συνήθεια του ταξιδιωτικού ημερολογίου». Εδώ το ταξίδι είναι διαφυγή (« Μόλις η θλίψη βαρύνει το σώμα/όπως το γάλα βαραίνει το στήθος/μια ταξιδιώτισσα βγαίνει στο δρόμο./») και καταγράφεται η εσωτερική διεργασία των αναζητήσεων και των εντυπώσεων από την παραμονή στο Παρίσι. Τα συστατικά της ηλικιακής αυτής φάσης αποδίδονται περιγραφικά αλλά και με αποσπασματικότητα: ατέρμονες συζητήσεις της νεότητας που επιχειρούν να δώσουν διέξοδο σε μείζονα θέματα («κι εμείς/ να συζητάμε για έναν νεκρό από καιρό ανθρωπισμό/»), η αίσθηση της ξενότητας και της διαφορετικής εθνικής ταυτότητας («…για να μην ξεχάσω/ πως σήμερα είναι εθνική επέτειος σε άλλη χώρα/χωρίς εγώ να έχω πιστέψει σε παρελάσεις/» και «μόνο εγώ κατά τύχη από ξένο τόπο/ και ο Σεφέρης με το αγαλμάτινο κεφάλι παραμάσχαλα/», έννοιες της τέχνης και της κουλτούρας που αντιμετωπίζονται με ειρωνική αμφισβήτηση αλλά και θαυμασμό («Το Παρίσι, ένας σωρός από τυρί και κουλτούρα,/ μια ατέλειωτη αίθουσα τέχνης»).

Από όλες, η ενότητα του έρωτα δεν κατορθώνει να μεταδώσει την ένταση του οδυνηρού βιώματος, παρά τις συνειρμικές συνδέσεις στο ποίημα «Αφή», τόσο αυτό όσο και το «Σιωπή» παραμένουν κάπως άτονα αν και επιχειρούν να διαφύγουν από την κοινοτοπία του ομολογουμένως δύσκολα διαχειρίσιμου θέματος.

Το στοιχείο έντονης ειρωνείας στο τελικό ποίημα καταδεικνύει τον σκεπτικισμό για όσα έπονται της δεύτερης νεότητας ενώ το «φάγαμε και ήπιαμε καλά» μεταφέρει το φόβο της αλλοτρίωσης παρωδώντας τους εορτασμούς τέτοιου είδους: «Ήταν τα γενέθλια της δεύτερης νεότητας/Δεν τιμήθηκαν κατά πως έπρεπε-μεγαλοπρεπώς-/ μα φάγαμε και ήπιαμε καλά”.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή προς τη διαμόρφωση, η έντονη έμφυλη διάσταση αναδύεται έμμεσα μέσω της σχέσης με τη λογοτεχνία: «Η γαλλική λογοτεχνία από μετάφραση» αποτελεί ακριβώς το συνδυασμό δίνοντας ένα από τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής: «Από καιρό με ενοχλεί ένα σκουπιδάκι στο μάτι/το γεγονός πως ο έγινε Γεωργία Σάνδη/ όταν μεταφράστηκε στα ελληνικά./[…] Σκέφτομαι την ισχυρή τάση της φαντασίας/ του μεταφραστή προς την αφαίρεση./Πρώτα, θα αφαίρεσε τα παντελόνια/ -έλειπε και η απαιτούμενη άδεια της αστυνομίας-/σίγουρα, θα της πήρε έπειτα το τσιγάρο από τα χέρια/…». Η θεματική γενικεύεται, ο τόνος αλλάζει από ειρωνεία σε σκληρή πλην ήρεμη διαπίστωση, ενώ, υπογειωμένο, δίνει την αφορμή συγγραφής το ζήτημα της έτοιμης γλώσσας που δίνεται, αρσενική και απαράβατη στις γυναίκες που γράφουν στο «Ένας λόγος για τις ποιήτριες»: «Τέτοια είναι η καλή τύχη που με σπρώχνει/ προς τις ποιήτριες γιατί δεν ξέρω άλλες/που να αναμετριούνται με τη βία/της γλώσσας δείχνοντας τόση αφοσίωση/λες και μόνο αυτές γνωρίζουν τι σημαίνει/να πνίγεσαι με τις λέξεις σου.». Ξένη και ελληνική ποίηση περνούν από την ενότητα «αναζήτηση ύφους και προτύπων» όπως και από εκείνην που επιγράφεται «Περνά από την πραγματικότητα στη γραφή/…» αλλά και εμφανέστατα διατρέχουν όλα τα ποιήματα.

Ο αναστοχασμός του εμπειρικού φορτίου, η αναζήτηση του ταυτοτικού και συγγραφικού στίγματος-Woman and artist όπως αναφέρουν οι στίχοι του μότο από το Aurora Leigh της Ελίζαμπεθ Μπάρρρετ Μπράουνινγκ-, οι φθορές που επιφέρει ο χρόνος στον εαυτό και τις σχέσεις αλλά και ο ρεαλιστικός τρόπος που αντιμετωπίζονται αυτές, μια υποψία αγωνίας για το μετά, όλα συνδυασμένα με μια αίσθηση πρωτόλειας επαφής με τον εαυτό και τον κόσμο είναι οι ορίζουσες αυτού του βιβλίου.

Τέτοια στοιχεία παραπέμπουν στο πεζογραφικό είδος (χρειάζεται να επιμένουμε στη ρυθμιστική αυτή έννοια του είδους στη σύγχρονη λογοτεχνία 😉 του bildungsroman (αυτή τη θεωρούμενη ως συμβολική φόρμα της νεωτερικότητας) ή ακόμη και στο «υποείδος» του γυναικείου kunstlerroman (μυθιστόρημα μαθητείας του καλλιτέχνη). Γιατί νομίζω ότι ως στοχαστική ποίηση διαμόρφωσης της ταυτότητας και εξέλιξης μιας νεαρής γυναίκας μπορεί να διαβαστεί η συλλογή Δεύτερη νεότητα.

Σημ:  Η Τώνια Τζιρίτα-Ζαχαράτου τιμήθηκε με το βραβείο «Θράκα» του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης

 

Τώνια Τζιρίτα-Ζαχαράτου, Δεύτερη νεότητα, Θράκα

 

Αναζητήστε το εδώ

 

 

 

 

[1] Walter Benjamin, “Experience” (1913) in Early Writings (1910–1917) Edited and translated by Howard Eiland The Belknap Press of Harvard University Press 2011

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here