Νέοι ιταλόφωνοι ποιητές της Ελβετίας (της Λίλιας Τσούβα)

0
185

της  Λίλιας Τσούβα

Η Ανθολογία των νέων ιταλόφωνων ποιητών της Ελβετίας, ένα ακόμη αξιόλογο βιβλίο των εκδόσεων Βακχικόν, από την αντίστοιχη σειρά Ανθολογιών νέων δημιουργών, μας ταξιδεύει στις καταπράσινες και λιμνώδεις περιοχές της κεντρικής Ευρώπης. Στη νότια πλευρά της Ελβετίας συναντούμε ιταλόφωνους λογοτέχνες, γεννημένους επί το πλείστον τη δεκαετία του 1980.

Η Ανθολογία είναι δίγλωσση και περιλαμβάνει τους ποιητές και τις ποιήτριες Νοέ Αλμπεργκάτι, Λάουρα Ατσερμπόνι, Λία Γκάλι, Μαργκερίτα Κολντεζίνα, Λάουρα ντι Κόρτσια, Τζόναταν Λούπι, Μερκούρε Μαρτίνι, Μάρκο Μιλαντίνοβιτς, Πιέτρο Μοντορφάνι, Φράνκο Μπαρμπάτο, Αντρέα Μπιανκέτι, Βάνι Μπιανκόνι και Ροντόλφο Τσερέ.[i] Η ανθολόγηση έγινε από τον Σέρτζιο Ροΐτς και η μετάφραση από τον Κωνσταντίνο Μούσσα. Τον πρόλογο επιμελήθηκε ο ποιητής Μάρκο Μιλαντίνοβιτς. Το επίμετρο η υπογράφουσα. Στο τέλος της ανθολογίας παρατίθενται σύντομα εργογραφικά σημειώματα των ποιητών και ποιητριών.

Οι νέοι ιταλόφωνοι ποιητές της Ελβετίας εστιάζουν στην ανθρωποκεντρική θεματική που έχει ως κύριο άξονά της τη συνύπαρξη. Εστιάζουν στην καθημερινότητα και κυρίως στο πολυσύνθετο πλέγμα των σχέσεων. Η ποίησή τους συνδέεται με τις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές εξελίξεις. Η διάθεση είναι στηλιτευτική. Καυτηριάζουν την ηθικά ανερμάτιστη κοινωνία μας και αποδομούν τον κόσμο μας. Παράλληλα, η ποίησή τους είναι υπαρξιακή ή κοινωνική, ενώ συχνά επιστρατεύει μύθους αρχαίους και σύμβολα παλιά, ιδωμένα ωστόσο από μια νέα οπτική.

Κύριο γνώρισμα των στίχων είναι η υπαινικτικότητα, αλλά και η γλωσσική ωμότητα. Γίνεται χρήση λέξεων από την τηλεόραση, τις ταινίες και την τεχνολογία. Η ηθελημένη πεζολογία που παρατηρούμε αντανακλά το κλίμα διάψευσης της εποχής μας, αλλά και την έντονη ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ουσίας του ανθρώπου κάτω από τις νέες πολιτικές και τεχνολογικές συνθήκες. Οπτική και αφηγηματική, επίσης, η ποίηση των νέων ιταλόφωνων ποιητών της Ελβετίας, με εικόνες που αποτυπώνουν το καρναβαλικό κλίμα της εποχής, τον γκροτέσκο και σε αποσύνθεση κόσμο μας.

ΠΡΩΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΕ Δ.Μ.

Μυρωδιά γλυκών ποπκόρν,

μήλων καραμελωμένων.

Ίσως βρέξει.

Έξω παιδιά με ταμπούρλα.

Κοπέλες κι αγόρια χορεύουν στις μεγάλες τέντες.

Κοπέλες κι αγόρια παίζουν μουσική και τρώνε.

Τρώνε.

Τηγανιτά ψάρια, γύρους, ψητά κοτόπουλα.

Γλείφουν τα δάχτυλά τους.

Κάποιοι συνουσιάζονται.

Εμείς ακούμε τα πάντα από μακριά.

Είμαστε εσύ, εγώ, και εκείνη.

[…]

 

(Andrea Bianchetti).

Οι ελλειπτικοί στίχοι και οι κατακερματισμένες εκφράσεις που χρησιμοποιούν συχνά οι νέοι ιταλόφωνοι ποιητές της Ελβετίας αντανακλούν τις συνθήκες ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Ο ποικιλότροπος τρόπος με τον οποίο εκφράζονται ενώνει φωνές λυρισμού και υπερρεαλιστικές προσπάθειες, ενώ η καταγγελτική γλώσσα που επιλέγουν συνάδει με το παγκόσμιο κλίμα αμφισβήτησης και εναντίωσης που διαπιστώνουμε γενικότερα στην τέχνη. Καυτηριάζει τις δομές του σύγχρονου βίου, αρνείται την αφασική κοινωνία μας και στιγματίζει την υποχρεωτικά λιτή διαβίωση των νέων γενεών, απόρροια των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Ελεύθεροι οι άνθρωποι να μην είναι άνθρωποι», γράφει ο Marco Miladinovic που ζει στο Chiasso.

Και, όπως είναι φυσικό, η γλώσσα των νέων ιταλόφωνων ποιητών της Ελβετίας αρνείται τον πόλεμο. 

Χθες το πιο ψηλό παιδί

έβαλε μια πέτρα

ανάμεσα στα δόντια

κι άρχισε να μασάει.

Απέδειξε στη μητέρα του

αυτό που το στόμα μπορεί να κάνει

αν βρεθεί στην ανάγκη

και πως ένα κατεστραμμένο σπίτι

είναι απλά ένα κατεστραμμένο σπίτι.

Χθες όλα τα πιο ψηλά παιδιά

άφησαν νηστικούς τους εχθρούς

και μάζεψαν τα παιχνίδια τους βιαστικά.

Απέδειξαν στις μητέρες

την τάξη

και την πειθαρχία των νεκρών,

ύστερα έτρεξαν να πλύνουν τα χέρια τους

και να ακούσουν τις ειδήσεις

σε μορφή νανουρίσματος.

(Laura Accerboni)

Οι ποιητές που παρουσιάζονται στην Ανθολογία Νέων Ιταλόφωνων Ελβετών Ποιητών ζουν μεταξύ Ελβετίας και Ιταλίας, προέρχονται από διαφορετικούς επαγγελματικούς κλάδους και έχουν ως κοινό τους στοιχείο ότι έχουν γεννηθεί τη δεκαετία του 1980. Κάποιοι δημοσιογράφοι μίλησαν για την «Ομάδα του 8Ο”.

 Η γλώσσα του μέλλοντος έχει να κάνει με το φιλί, γράφει ο Rodolfo Cere που ζει στη Ζυρίχη, ενώ ο Noe Albergati (από τους νεώτερους ποιητές της Ανθολογίας, γεννήθηκε το 1990) επικαιροποιεί τον μύθο του Θησέα και του Μινώταυρου και αναφέρεται στον λαβύρινθο των ξοδεμένων χρόνων. Μιλά για μικροεγωισμούς και πληγές από τα αιχμηρά κέρατα των ορμητικών λέξεων και ομολογεί πως δεν απομένουν τελικά παρά μόνο μαύρα πέπλα.

Και ο Marco Miladinovic:

Άγγελος  

γυναίκα αγγελική

μού εμφανίστηκες

όπως κάθε γυναίκα

σε έγδυσα

κι εξαφανίστηκες

«Όλοι οι Θεοί είναι νεκροί», ακούγεται προφητικά ο Νίτσε, από το Τάδε έφη Ζαρατούστρα. Και πράγματι. Στις μέρες μας οι γοητείες του παρελθόντος αφανίστηκαν. Η κοινωνική ομάδα κατέληξε μια οργάνωση οικονομική και πολιτική με κύρια ιδεώδη της τον υλισμό και τον ανταγωνισμό. Έπαψε να αποτελεί φορέα ιδεολογικού περιεχομένου. Χάος, εντροπία και ασφυκτική καθημερινότητα.

Το ζητούμενο στους καιρούς μας είναι να δώσουμε πνευματική σημασία στον κόσμο. Η φιλοσοφία προσπαθεί να δώσει στην ανθρώπινη οντότητα το βάθος αυτό με τη διερεύνηση των γενικών αρχών της φύσης και της κοινωνίας. Η ποίηση όμως υπερτερεί, γιατί είναι αυτή που δίνει υπόσταση στα κεφαλαιώδη οντολογικά και κοινωνικά ζητήματα του ανθρώπου. Οι νέοι ιταλόφωνοι ποιητές της Ελβετίας, αρνούμενοι να αποδεχθούν τις δυνάμεις του εγωισμού που έχτισαν τον μεθυσμένο από υλικά αγαθά, αλλά ελλειπτικό σε ανθρωπιά κόσμο μας, γίνονται με την ποίησή τους δροσιά ικανή να ξεπλύνει τη σκόνη αυτού του κόσμου.

«Δροσιά: Πώς αλλιώς να ξεπλύνεις την τόση σκόνη του κόσμου», (Ματσούο Μπασό, 17οςαιώνας).

 

Λίλια Τσούβα

[i] Noè Albergati, Laura Accerboni, Lia Galli, Margherita Coldesina, Laura di Corcia, Jonathan Lupi, Mercure Martini, Marko Miladinovic, Pietro Montorfanni, Franco Barbato, Andrea Bianchetti, Vanni Bianconi, Rodolfo Cerè

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here