Να χτίζεις τον εαυτό σου, να γνωρίζεις τον εαυτό σου (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
364

 

της Βαρβάρας Ρούσσου

 

Να χτίζεις τον εαυτό σου, 

να γνωρίζεις τον εαυτό σου,

 είναι δύο πράξεις, ή όχι;

Paul Valéry

 

Η ταυτότητα της πρώτης συλλογής του πεζογράφου Άκη Παπαντώνη υπό τον τίτλο bildungsroman συνοψίζεται στο οπισθόφυλλο όπου κατατίθενται οι κύριες ορίζουσες των 34 ποιημάτων της: «μύχιο ημερολόγιο», «συλλογική αυτοβιογραφία»-«ιστορία», «μνήμη», «χρόνος» και  «μεταίχμιο μεταξύ πρόζας και ποίησης».

Μια ποιητική σύνθεση ενηλικίωσης/διαμόρφωσης, όπως τη χαρακτηρίζει εύστοχα ο δανεισμένος από την πεζογραφία τίτλος bildungsroman, έρχεται να ενταχθεί στη γενικότερη τάση που παρατηρείται τελευταία προς ενιαία ποιητικά συνθέματα γύρω από έναν βασικό θεματικό άξονα και συνήθως με εναλλαγή στις φόρμες.

Από τη γέννηση έως την ωριμότητα στην ποιητική αυτή αυτοδιήγηση ο χρόνος αποτελεί βασική παράμετρο και σηματοδοτεί, με την αναφορά κομβικών χρονολογιών στους τίτλους των ποιημάτων, τη γραμμική πορεία προς την ωριμότητα. Όπως στις ημερολογιακές καταγραφές ο χρόνος αποδίδεται ευθύγραμμα αλλά οι «εξομολογήσεις» γίνονται σχεδόν «ετήσιες» αντί ημερήσιες, δηλαδή συμπυκνώνονται -και εξαιτίας της επιβεβλημένης ειδολογικής σύμβασης της ποίησης που απαιτεί την πύκνωση και την αφαίρεση-. Η γραμμικότητα του ενιαίου, συλλογικού χρόνου ως φυσική, αδιατάρακτη ροή, συγκρούεται με τη «τεθλασμένη» βιαιότητα της ενηλικιωτικής πορείας, του προσωπικού δηλαδή χρόνου.

Η αυτοαφήγηση είναι ένας τρόπος συγκρότησης του εαυτού και αυτό συμβαίνει στη συλλογή του Παπαντώνη. Τα θραύσματα εαυτού (το ταξίδι με τρένο του μότο, γραμμικό κι αυτό, όπου οι εικόνες περνούν γρήγορα) ενώνονται με κομβικά έτη-σταθμούς για να συναποτελέσουν το ταυτοτικό αφήγημα. Με την ανάμνηση συντελείται η επεξεργασία των εικόνων του ταξιδιού (το τρένο του μότο) και συντίθενται οι σταθμοί του.

Αλλά η κατάθεση αυτής της αναδρομής στο παρελθόν γίνεται με την ήρεμη μελαγχολία του αναστοχασμού και με την απομάκρυνση της έντασης του άμεσου βιώματος. Γι’ αυτό, το παρόν μοιάζει να εξοβελίζεται από τα ποιήματα. Η προβολή στο μέλλον, στο καταληκτικό ποίημα «υστερόγραφο, 2023», αποκαλύπτει ωστόσο την αστάθεια αυτού του εαυτού που φαντασιώνεται μελαγχολικά μια μάλλον αβέβαιη εικόνα, όχι μόνον γιατί ως ενδεχόμενο επενδύεται με αγωνίες και φόβους αλλά γιατί όλα αυτά -παρελθόν, εικόνα, φόβοι- εδράζονται στο εξίσου αβέβαιο παρόν. Το ζευγάρι του ποιήματος, «εγώ» κι «εσύ», από την οπτική του εγώ ως αντίθεση και σύνθεση, αποτελεί ίσως τη μόνη σταθερά στο μέλλον και ο εσωτερικός επιστολικός σχεδόν μονόλογος αποτελεί τη νοητή γέφυρα στην απόπειρα της σύνθεσης.

Ο εαυτός συγκροτείται από τις σταθερές κοινωνικές δομές, εσωτερικεύοντας με τη θλίψη της προϊούσας διαμόρφωσης τους Λόγους που αυτές επιβάλλουν ενώ τα ίχνη της ανατρεπτικής διάθεσης είναι καλυμμένα ή ανύπαρκτα. Η επιστροφή στην παιδική ή εφηβική ηλικία θα έλεγα ότι αποτελεί αναγκαιότητα ως αντίστιξη στην έκφραση δυσφορίας προς το παρόν (και τα δύο ανιχνεύσιμα και σε νεότερους ηλικιακά ποιητές/τριες) αλλά και ως υπόβαθρο στην απόπειρα τοποθέτησης στον κόσμο.

Η δηλωμένη ειδολογική ώσμωση, το «μεταίχμιο» υπονοεί την αφηγηματικότητα,   που, τονισμένη εμφατικά από τη χρονική διαδοχικότητα, παραπέμπει στον πεζό λόγο. Όμως η αφηγηματικότητα προκύπτει στη συλλογή ως εσωτερική αναγκαιότητα αφού, όπως αναφέρει και ο Genette, «όλα τα απεικονιστικά συστήματα που εμπεριέχουν μία διαδοχή αναπτύσσουν μια διάσταση αφηγηματικού τύπου».

Ωστόσο, μορφικά  διατηρείται, οπτικά αλλά και λειτουργικά, ο στίχος, η κάθετη οργάνωση που ταυτίζεται με το ποίημα και η αυτονόητα συνεπαγόμενη πύκνωση ή αφαίρεση του ποιητικού λόγου. Δεν είναι ποιητική πρόζα ή ποίημα σε πεζό (μόνη εξαίρεση το πεζό «υστερόγραφο, 2023» που κλείνει τη συλλογή και όπου η μορφική διαφοροποίηση συνάπτεται με την προβολή στο μέλλον) αλλά ποιήματα σε ελεύθερο στίχο του οποίου αξιοποιούνται κάποια από τα γνωρίσματα (π.χ. διασκελισμός).  Στη βάση αυτή δε θα τα ονόμαζα υβριδικά επειδή δεν αρκεί γι’ αυτό μόνον η συνθήκη της αφηγηματικότητας. Είναι ο βαθμός ποσόστωσης του αφηγηματικού στοιχείου που μπορεί να ποικίλει, όπως και ο τρόπος συμπλοκής της ποιητικής -βλέπε λυρικής ή αφαιρετικής- μετάπλασης με την πεζογραφική/αφηγηματική ρεαλιστική κυριολεξία. Η αφηγηματικότητα μάλιστα, σε κυμαινόμενους αναβαθμούς, παρουσιάζεται ως συνθήκη σε πολλούς τουλάχιστον νέους/ες ποιητές/τριες, συνάπτεται μάλιστα με τολμηρότερα στοιχεία όπως η συνεχής ροή λόγου με πλήρη αστιξία, η εμμονική επανάληψη λέξεων κ.ά.

Στο bildungsroman είναι συγκινητική η κατάθεση του ποιητικού υποκειμένου (που δηλώνεται ως αυτοβιογραφική): υφέρπουσα μελαγχολική διάθεση, ως απότοκο της αναδρομής, διαρκής αναζήτηση της ισορροπίας ανάμεσα στον ψύχραιμο ρεαλισμό και τη συγκινησιακή φόρτιση ώστε αποφεύγεται η υπερβολή τόσο του εξωραϊσμού όσο και της διεκτραγώδησης ή ακόμα χειρότερα της μίζερης αυτοεικόνας.

Κατά τη δική μου ανάγνωση, ωστόσο, η συλλογή είναι ετεροβαρής: το «μύχιο ημερολόγιο» υπερισχύει έτσι που η «συλλογική αυτοβιογραφία» γίνεται περισσότερο αυτοβιογραφική και λιγότερο συλλογική όπως π.χ. στα ποιήματα «αλυκές, 1989», «μακροβούτι, 1990», «ζώνη στάθμευσης, 2002».  Το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, η ιστορία, λειτουργούν ως απείκασμα, ως γενικό σκηνικό πλαίσιο: έμμεση αναφορά ενός γεγονότος («αντισεισμικός οπλισμός, 1999», «μικρή αγγελία», 2004») ή πρακτικών που παραπέμπουν σε περασμένες εποχές και παραπομπή στο γεγονός μέσω της χρονολογίας του τίτλου. Π.χ. «βαλς, 2008» όπου το συλλογικό βίωμα συρρικνώνεται σε σκιώδη απήχηση συμβάντος – στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο αδυνατεί να συμμετάσχει μένοντας στο χώρο του ατομικού (ερωτικού) βιώματος. Την απόσυρση αυτή στο χώρο της προσωπικής ανάμνησης ενισχύει ένας αιφνίδιος σύντομος λυρικός τόνος -τα πουλιά στο πεύκο-. Ίσως ωστόσο αυτός ο χειρισμός να μεταβάλλεται και σε ένα από τα αναγνωστικά κλειδιά της συλλογής ή τους τρόπους διαχείρισης του συλλογικού ως αντανάκλαση στο ατομικό που υπερισχύει: «καθίσαμε στα σκαλιά της εκκλησίας/κοιμόντουσαν πουλιά/ στα κλαδιά του ψηλού πεύκου/ στο φως απ’ τις φωτιές/ χόρευαν οι σκιές/τις κοιτούσα πάνω από τον ώμο σου/αδύνατο να ξεχωρίσω/καθώς μου δάγκωνες τα χείλη/αν ήταν ένας ή πολλοί».

Ό,τι προβάλλεται έκτυπα από το χώρο του προσωπικού βιώματος είναι η καταλυτική δυναμική της οικογένειας καθώς σε αυτήν θεμελιώνονται πολλά ποιήματα με εξέχουσα την πατρική μορφή σε ολόκληρα ποιήματα («περί πάτρης, 1994», «ζώνη στάθμευσης, 2002», «κιρκάδιος ρυθμός, 2017») είτε με διαρκείς αναφορές σε άλλα ποιήματα όπου το ενσταντανέ της οικογενειακής ζωής το οριστικοποιεί στο χρόνο «ο ακριβοδίκαιος φακός της μηχανής» («λούμπιτελ, 1988»  όπου ο πατέρας έχει ουσιαστικά αποσχιστεί από το οικογενειακό σώμα σαν κενή θέση φωτογραφίας). Η ποιητική φωνή εμμένει στον οικογενειακό περίγυρο εκθέτοντας εύστοχα αλλά εξακολουθητικά λειτουργίες, πράξεις, στάσεις που σκιαγραφούν την ελληνική οικογένεια, απομονώνοντας συμπεριφορές και υπονοώντας σχέσεις. Μια σειρά από ταινίες του νέου ελληνικού κινηματογράφου συμπλέουν με την εικονιστική αφήγηση της συλλογής. Στο bildungsroman το στίγμα της οικογένειας αξιοδοτείται μάλλον θετικά:  το καταληκτήριο ποίημα ως εκβολή και άλλων προηγούμενων, θέτει την οικογένεια -και ιδίως το ζευγάρι- ως βασική συνιστώσα στην αυθιστόρηση και ως σταθερό σημείο αναφοράς του εγώ είτε αναζητά τα διαμορφωτικά ίχνη στην παιδική ηλικία/παρελθόν («κουμκάν, 2016», «ορνιθολογία, 2009» που δίνει την αίσθηση επικοινωνίας ή και ένα είδος δικαίωσης με το «φορτίο» των νεκρών που έτσι κι αλλιώς έχει ειδικό βάρος για το ποιητικό υποκείμενο: «να ανασάνουν/-επιτέλους-/τα αναπαυμένα κόκαλα/όλων όσων/τα ονόματα κουβαλάω») είτε στην ωριμότητα/μέλλον.

Έτσι, ο αφηγηματικός τρόπος και η επιλογή καίριων για το ποιητικό υποκείμενο στιγμών φαίνεται, τελικά, να μας αφορά σε κυμαινόμενο βαθμό: σε άλλα ποιήματα περισσότερο σε άλλα πολύ λιγότερο. Ενώ μοιραζόμαστε την αίσθηση του βιώματος,  η έκθεση προσωπικών στιγμών 34 φορές -όσες τα ποιήματα της συλλογής- ακυρώνει, νομίζω, συχνά το δημόσιο ποιητικό χαρακτήρα αυτής της συγκροτητικής αυτοαφήγησης.  Το bildungsroman μοιάζει να είναι ένα πείραμα πάνω στην ποιητική πύκνωση του πεζού λόγου στη βάση μιας θεματικής: πόσο ένα πεζογραφικό υποείδος μπορεί να γίνει ποιητικό. Έτσι, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στους τρόπους και εδώ το διακύβευμα είναι μεγάλο.

Άκης Παπαντώνης, bildungsroman , Kίχλη 2021

Βρες το εδώ

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΠοιος είναι ο νέος νομπελίστας λογοτεχνίας (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΛογοτεχνία και Αισθητή Πραγματικότητα (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here