Μυθιστόρημα και παρελθόν στον εικοστό πρώτο αιώνα (Δημήτρης Τζιόβας)

0
728

Δημήτρης Τζιόβας (*)

 

Στην  πεζογραφία του εικοστού πρώτου αιώνα παρατηρούμε δύο κατευθύνσεις. Η μία, πιο κοινωνική, ασχολείται με θέματα από την επισφάλεια των millennials και το διαδίκτυο μέχρι τα οικογενειακά στερεότυπα και το τέλος των φύλων (αναφέρω ενδεικτικά μερικά πρόσφατα παραδείγματα: Βίβιαν Στεργίου, Δέρμα (2022), Μαρία Γιαγιάννου, R.I.F. Ο θάνατος στο φέισμπουκ (2022), sam albatros,  ελαττωματικό αγόρι (2021), Αμάντα Μιχαλοπούλου, Η μεταμόρφωσή της (2022)). Η άλλη, πιο ιστορική, αναδεικνύει νέους τρόπους διαπραγμάτευσης του παρελθόντος, που όμως συχνά αφορούν και το παρόν, καθώς αυτό παράγει το παρελθόν μέσω της (μετα)μνήμης, του τραύματος, της μνημο-ιστορίας, έννοιες που ήλθαν σχετικά πρόσφατα στο προσκήνιο.[1] Γενικά η εικοσαετία 2000-2020 είναι περίοδος αναμόχλευσης του παρελθόντος, αν κρίνουμε από τις ποικίλες αναδιαπραγματεύσεις του και τη διαμάχη των ιστορικών για τον εμφύλιο ή την προηγούμενη των κριτικών για την Ορθοκωστά (1994) του Βαλτινού, που δεν άφησαν ανεπηρέαστο και το μυθιστόρημα.

Ιδιαίτερα το τραύμα του εμφυλίου  επανέρχεται με νέους τρόπους παρά το γεγονός ότι κάποιοι νέοι πεζογράφοι δηλώνουν ότι δεν τους ενδιαφέρει να γράψουν για τον εμφύλιο. Σε ένα σύντομο κείμενό του στην εφημερίδα To Βήμα ο συγγραφέας Χρήστος Αστερίου παρατηρεί τα εξής: «μια γρήγορη ματιά στην παραγωγή των τελευταίων δεκαετιών θα αποκαλύψει, για παράδειγμα, την ύπαρξη μιας θεματικής «πεπατημένης»: ο ελληνικός εμφύλιος παραμένει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το ιστορικό γεγονός που θέλγει περισσότερο από όλα τα άλλα ακόμη και συγγραφείς της νεότατης γενιάς. Από την άλλη, η νοσταλγία για το παρελθόν των χαμένων πατρίδων συνεχίζει να κρατά το βλέμμα μας στραμμένο στην Ανατολή».[2] Με άλλα λόγια ο Αστερίου επισημαίνει ότι τα δύο μείζονα τραυματικά γεγονότα της ελληνικής ιστορίας (Μικρασιατική καταστροφή και εμφύλιος πόλεμος) εξακολουθούν να απασχολούν ακόμη και νεότερους πεζογράφους στον εικοστό πρώτο αιώνα. Θα ήθελα, ως εκ τούτου, να εξετάσω επιτροχάδην τη σχέση μυθιστορήματος και παρελθόντος με βάση τέσσερις αλληλοσυνδεόμενους άξονες.

 

Από την τεκμηριοπλασία στο αρχείο

 Ο ελληνικός μεταμοντερνισμός θα έλεγα ότι περιλαμβάνει τρεις αλληλοεπικαλυπτόμενες φάσεις ή τάσεις: τη σχετικότητα της αλήθειας, την κατασκευή της αφήγησης και την έρευνα του αρχείου. Η ιστορία πια δεν είναι δεδομένη ως μαρτυρία αλλά ερευνητέα ως αρχείο.  Οι πηγές, τα τεκμήρια ή τα αρχεία αντί να αποκαλύπτουν το παρελθόν, επιτρέπουν απλώς την πρόσβαση σε αυτό.

Το μυθιστόρημα ή η (μετα)μυθοπλασία των τεκμηρίων μπορεί να θεωρηθεί μέρος μιας ευρύτερης αρχειακής ποιητικής με δύο άξονες: ο ένας πιο τεκμηριοκεντρικός, που επικεντρώνεται κυρίως σε κείμενα, ντοκουμέντα και αρχεία τα οποία καλείται να συνθέσει και να νοηματοδοτήσει ο αναγνώστης. Ίσως το πιο περίτεχνο ελληνικό μυθιστόρημα τεκμηρίων των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα, που παραπέμπει στο Κουτσό (1963) του Χούλιο Κορτάσαρ,  είναι το Ελληνικό Σταυρόλεξο (2000) του Θωμά Σκάσση.  Ο δεύτερος άξονας, πιο ερευνητικός, δεν περιορίζεται μόνο στην έκθεση τεκμηρίων αφήνοντας τον αναγνώστη να κρίνει αλλά μέσω ενός αφηγητή-ερευνητή αναμοχλεύει αρχεία, αναζητώντας το τι πραγματικά συνέβη ή προσπαθώντας να γεφυρώσει παρόν και παρελθόν. Στην πρώτη περίπτωση ο αφηγητής-συγγραφέας δεν είναι τόσο ενεργητικά παρών αλλά κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο ενώ στη δεύτερη περίπτωση ο ερευνητής αναλαμβάνει πιο ενεργητικό ρόλο. Και τούτο συνδέεται με την ανάδυση της νέας υποκειμενιστικής ιστοριογραφίας που «επαναφέρει στο χώρο της ιστοριογραφίας την εξιστόρηση (storytelling), μετατοπίζοντάς την από τους αυτουργούς του παρελθόντος στον ερευνητή-αφηγητή, στον ιστορικό που πατάει στέρεα στο παρόν».[3]

Χωρίς να υποχωρεί η ψηφιδωτή τεχνική, παρατηρούμε στον εικοστό πρώτο αιώνα, τη στροφή στην έρευνα, στο αρχείο και το διακύβευμα της ιστορικής αλήθειας μέσω της συνομιλίας παρελθόντος και παρόντος και του αφηγητή-ερευνητή. Γενικά η «έκρηξη μνήμης» και ο παροντισμός, σύμφωνα με τον Lorenz, οδήγησαν στην εμμονή με την έννοια του αρχείου.[4] Το αρχείο στην προκειμένη περίπτωση νοείται ως εφαλτήριο διαρκούς αναζήτησης και όχι ως καθηλωτική προσκόλληση στο παρελθόν. Η έρευνα στο αρχείο αποσκοπεί στο να σπάσει το φόβο και τη σιωπή των προηγούμενων γενεών, να ανασύρει οικογενειακά μυστικά. Ενδεικτικό παράδειγμα του ερευνητικού άξονα της αρχειακής ποιητικής του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος και του ρόλου του αφηγητή ως ερευνητή αποτελεί το μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα Λευκή πετσέτα στο ριγκ (2006), το οποίο κινείται σε δύο χρονικούς άξονες: τον παρελθοντικό (Δεκέμβριος του 1944 και τις αρχές της εμφυλιακής σύρραξης) και τον παροντικό, με την περιγραφή της ζωής του αφηγητή πενήντα πέντε χρόνια μετά (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1999).

Στο Λευκή πετσέτα στο ριγκ ο αρχισυντάκτης ενός περιοδικού αναθέτει στον αφηγητή-δημοσιογράφο να αναζητήσει στοιχεία για εκείνη την εποχή και να συλλέξει μαρτυρίες από επιζώντες για κάποιο αφιέρωμα του περιοδικού στα Δεκεμβριανά.[5] Το μυθιστόρημα θέτει το πρόβλημα της ιστορικής αλήθειας και εξακρίβωσης σε διάφορα επίπεδα.  Η αποκάλυψη της ιστορίας και της αλήθειας μπορεί να είναι αδύνατη, υποκειμενική ή να μη συμφέρει. Γεγονός που τον κάνει να πετάξει λευκή πετσέτα στο ρινγκ, σηματοδοτώντας έτσι και την παραδοχή της ήττας του. Πιο πρόσφατο παράδειγμα αρχειακής ποιητικής αποτελεί Το μόνο της ζωής τους ταξίδι: Μικρά Ασία, Οδοιπορικό σε πόλεμο και σε ειρήνη (2022)  του Ηλία Μαγκλίνη. Ξεκινώντας από μία και μόνο φωτογραφία και τίποτε άλλο, ο συγγραφέας μετά από έρευνα χρόνων, προσπάθησε να ανασυνθέσει μια πορεία θανάτου  και αναστοχασμού, ταξιδεύοντας ο ίδιος στη Σμύρνη, στο Αφιόν Καραχισάρ, στο Εσκί Σεχίρ, στην Προύσα. Είναι ένα κείμενο που μας πάει πέρα από τη μαρτυρία στην αρχειακή έρευνα με επίκεντρο τον αφηγητή-ερευνητή και την ασυνήθιστη για μυθοπλασία πλούσια βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στις δύο τελευταίες δεκαετίες η ιστορία αρχίζει να παρουσιάζεται είτε ως σταυρόλεξο που οι αναγνώστες καλούνται να λύσουν είτε ως αρχείο ανοιχτό στην έρευνα από τη σκοπιά του παρόντος και του υποκειμένου. Η υποκειμενικότητα για την οποία γίνεται λόγος, σε πολλές μυθοπλασίες και σε πολλά ιστορικά έργα», παρατηρεί ο Traverso, «δεν είναι πια υποκειμενικότητα των αυτουργών του παρελθόντος μα των ίδιων των μυθιστοριογράφων και των ιστορικών».[6] Εν συντομία, μέσα από τη μετατόπιση από το αντικείμενο στο υποκείμενο της αφήγησης ή από τη μαρτυρία στο αρχείο, η ιστορία στο μυθιστόρημα παύει να νοείται ως καταγραφή κάτι τετελεσμένου αλλά ως έρευνα και ενδεχόμενο. Τα σύγχρονα μυθιστορήματα τείνουν κατά κάποιο τρόπο να επιβεβαιώσουν την άποψη ότι η Ιστορία δεν είναι η έρευνα του παρελθόντος αλλά του παρόντος, συνδυάζοντας αρχεία και έρευνα χωρίς να κυνηγά την αλήθεια.

 

Η κρίση και ο διάλογος παρόντος και παρελθόντος

Μπορεί η μυθοπλαστική ανάπλαση του παρελθόντος να προϋπέθετε παλαιότερα την υποτιθέμενη διδακτική επανάληψη της ιστορίας και να συνιστούσε ένα από τα γνωρίσματα του παραδοσιακού ιστορικού μυθιστορήματος, σε σύγχρονα όμως μυθιστορήματα, με ιστορικές αναφορές, η ιστορία συστήνεται λιγότερο ως επανάληψη και περισσότερο ως μεταφορά. Οι συνεχείς χρονικές εναλλαγές, που αναιρούν τη γραμμικότητα του χρόνου της αφήγησης, κάνουν τις αντιστοιχίες ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν να υποβάλλονται μεταφορικά (με βάση έναν από τους ορισμούς της μεταφοράς ως ομοιότητα εν τη διαφορά), με αποτέλεσμα να επαφίεται στους αναγνώστες να αποτολμήσουν τις απαραίτητες χαλαρές ή σχολαστικές συσχετίσεις. Το παρόν επίσης κάνει αισθητή την παρουσία του και καθοδηγεί την επίσκεψη του παρελθόντος ενισχύοντας τον σκεπτικισμό σχετικά με την ιστορική αλήθεια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τριλογία της Σοφίας Νικολαΐδου αποτελούμενη από τα μυθιστορήματα Απόψε δεν έχουμε φίλους (2010), Χορεύουν οι ελέφαντες (2012) και Στο τέλος νικάω εγώ (2017)  που προσπαθούν να δείξουν τον αντίκτυπο διχαστικών γεγονότων  όπως ο Εθνικός Διχασμός, η Κατοχή και ο Εμφύλιος Πόλεμος στις ζωές σύγχρονων προσώπων στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του εικοστού και στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα.[7] Και τα τρία μυθιστορήματα έχουν ως κεντρικό θέμα αφενός τη μεταφορική αντιστοίχιση παρόντος και παρελθόντος και αφετέρου την ιστορική έρευνα και τον αναστοχασμό σχετικά με το δημόσιο ρόλο της ιστορίας.

Ιδιαίτερα το Χορεύουν οι ελέφαντες (2012) κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα. Το πρώτο αφορά τη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ (Τζακ Τάλας στο μυθιστόρημα) το 1948 στη Θεσσαλονίκη και την καταδίκη του υποτιθέμενου δολοφόνου του Γρηγόρη Στακτόπουλου (Μανόλη Γκρη στο μυθιστόρημα). Το δεύτερο κινείται στην εποχή της κρίσης (2010-11) και αφορά την ιστορική έρευνα που αναλαμβάνει ο Μηνάς, ένας τελειόφοιτος λυκείου που συγκρούεται με τους γονείς του και δεν θέλει να δώσει πανελλήνιες. Στην εποχή των μνημονίων, η υπόθεση Πολκ έφερνε ξανά στο προσκήνιο την εξάρτηση της Ελλάδας από την Αμερικανική βοήθεια και την κριτική του δημοσιογράφου για τη διαχείρισή της από τις ελληνικές αρχές.[8] Τον διάλογο παρόντος και παρελθόντος ευνόησε ιδιαίτερα η κρίση και τον συναντούμε σε μυθιστορήματα που αναφέρονται σε αυτή, όπως της Νικολαϊδου, την Άκρα Ταπείνωση (2015) της Ρέας Γαλανάκη, την Παραγουάη (2020) του Μιχάλη Μοδινού και άλλα.

 

Από το εθνικό στο δι-εθνικό (transnational)

Μέχρι τη δεκαετία  του 1990 το ελληνικό μυθιστόρημα κοίταζε κυρίως προς τα μέσα και οι πλοκές του εκτυλίσσονταν στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, έκτοτε αρκετά μυθιστορήματα διαδραματίζονται εκτός Ελλάδας και ορισμένα έχουν ιστορική θεματολογία ή τοποθετούνται σε περασμένους αιώνες. Η ελληνική πεζογραφία στην προσπάθειά της να αναμετρηθεί με τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και ως αντίδραση στην εθνική ομφαλοσκόπηση ανοίγεται στο διεθνές στερέωμα.[9] Ως εκ τούτου, εκτός από την ανάδειξη αποσιωπημένων πτυχών της ελληνικής ιστορίας, ένα άλλο γνώρισμα του μεταπολιτευτικού μυθιστορήματος είναι η περιήγησή του στην παγκόσμια ιστορία που εκδηλώνεται πιο έντονα στον εικοστό πρώτο αιώνα.

Δύο συγγραφείς που τοποθετούν τη δράση των μυθιστορημάτων τους εκτός Ελλάδας  και δίνουν ιστορική και ενίοτε μετα-αποικιακή διάσταση στα μυθιστορήματά τους είναι η Σώτη Τριανταφύλλου και ο Μιχάλης Μοδινός. Ορισμένα από τα μυθιστορήματά τους έχουν ιστορικό βάθος, που πάει πίσω στον δέκατο ένατο αιώνα και ακόμη παλαιότερα, προσφέροντας το πλαίσιο για να τεθούν σύγχρονοι προβληματισμοί. Θέτουν όμως και το ερώτημα αν μπορούν να θεωρηθούν ιστορικά μυθιστορήματα, μυθιστορηματικά χρονικά ή μυθιστορήματα ιδεών.

Η Σώτη Τριανταφύλλου, έχοντας ζήσει στην Ελλάδα, την Αμερική, το Λονδίνο και το Παρίσι, δεν τοποθετεί ευκαιριακά αφηγήσεις της σε δι-εθνικό ιστορικό πλαίσιο αλλά το κάνει συστηματικά σε αρκετά μυθιστορήματά της: Το εργοστάσιο των μολυβιών (2000), Άλμπατρος (2003), Αφρικανικό ημερολόγιο (2008), Λίγο από το αίμα σου (2008), Σπάνιες γαίες (2013) Σικελικό ειδύλλιο (2021).[10] Έργα της μέχρι σήμερα έχουν χώρο δράσης την Αγγλία, την Ε.Σ.Σ.Δ., την Αίγυπτο, την Κένυα και την Ιταλία. Τα μυθιστορήματα της Τριανταφύλλου δοκιμάζουν τα όρια του ιστορικού μυθιστορήματος καθώς μετεωρίζονται μεταξύ απομνημονεύματος, χρονικού, πολιτικού μυθιστορήματος και δι-εθνικής περιπλάνησης.

Ο Μιχάλης Μοδινός μετά τη θεωρητική και επαγγελματική του ενασχόληση με θέματα ανάπτυξης και οικολογίας και την έκδοση του περιοδικού Νέα Οικολογία, στράφηκε προς τη λογοτεχνία με την Αφρική να αποτελεί τον κεντρικό άξονα του συγγραφικού του έργου από το πρώτο του μυθιστόρημα τη Χρυσή Ακτή (2005) έως την Εκουατόρια (2016), καθορίζοντας τα  μείζονα θεματικά του ενδιαφέροντα: ανάπτυξη, παγκοσμιοποίηση, οικολογία, αποικιοκρατία, πολιτισμική όσμωση, σχέση της Ελλάδας με τον κόσμο. Στη νεοελληνική λογοτεχνία υπήρξαν μετρημένοι συγγραφείς (Καραγάτσης, Τσίρκας, Καχτίτσης, Αρανίτσης, Αλεξάκης) που ασχολήθηκαν με την αφρικανική ήπειρο και εμπνεύστηκαν από αυτό το ιδιότυπο κράμα σαγήνης και φόβου που αντιπροσωπεύει. Ο Μοδινός αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση καθώς επιδιώκει να αναδείξει τον ανθρωπολογικό της πλούτο και τις αθέατες πλευρές της καθώς και την αντίστασή της στις πρακτικές του δυτικού πολιτισμού για εξορθολογισμό και «πολιτισμική»  καθοδήγηση. Τα μυθιστορήματα του ανθρωπολογικά παραπέμπουν στους Θλιμμένους Τροπικούς του Κλωντ Λεβί Στρως και μυθοπλαστικά στο Homo Faber του Μαξ Φρις ενώ κατά άλλους ανοίγουν διάλογο μεταξύ ιστορικής μυθοπλασίας και οικολογικού μυθιστορήματος. Η αναφορά σε άλλες ηπείρους και  άλλες εποχές προσφέρει και στην Τριανταφύλλου και τον Μοδινό μεγαλύτερη ελευθερία στο να θιγούν παγκόσμια ζητήματα με ιστορικό βάθος και επιτρέπει στους συγγραφείς να εκφράσουν πιο αδέσμευτα τις αμφισβητησιακές και ηθικές τους ανησυχίες. Εν κατακλείδι μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι το δι-εθνικό εξυπηρετεί την ανάγκη των συγγραφέων να μετακινηθούν πέραν του έθνους και να αγκαλιάσουν την ανθρωπότητα. Με τα μυθιστορήματα του Μοδινού και της Τριανταφύλλου το ιστορικό μυθιστόρημα συγχωνεύεται με το μετα-αποικιακό και το πολιτικό.

 

Graphic novels και παρελθόν

Τα graphic novels αποτελούν την έκπληξη της εικοσαετίας καθώς από περιθωριακό είδος και  γνώρισμα της «υποκουλτούρας» έγινε mainstream, με ιδιαίτερη αναφορά στην ιστορία ή τη μεταφορά σε κόμικς λογοτεχνικών κειμένων του παρελθόντος.[11] Η σειρά 1800 των εκδόσεων Jemma Press βασίζεται σε ιστορίες αρματολών και πειρατών κατά την περίοδο της προεπαναστατικής Ελλάδας ενώ η Μοναξιά της αβύσσου (2022) πάει πιο πίσω στο χρόνο και έχει ως θέμα της τον μύθο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Γοργόνας. Τα πρώτα graphic μυθιστορήματα εμφανίστηκαν στην ελληνική αγορά γύρω στο 2006 με μεταφράσεις ξένων έργων όπως το Persepolis της Marjane Satrapi ή το Maus του Art Spiegeleman αλλά το πρώτο ελληνικό έργο με παγκόσμια απήχηση ήταν το Logicomix (2008) του Απόστολου Δοξιάδη.[12]

Κομβικό για τη σχέση των κόμικς με την ιστορία ήταν το βραβευμένο graphic μυθιστόρημα το Αϊβαλί (2014) του Soloúp  (Αντώνη Νικολόπουλου), που γνώρισε και αυτό εμπορική επιτυχία και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες (Τουρκικά, Γαλλικά, Αγγλικά και Ισπανικά). Το βιβλίο αρχίζει με τη  νοσταλγική επίσκεψη του αφηγητή στην πόλη και τις προγονικές του ρίζες που συνδυάζεται με την αναδρομή στο παρελθόν βασισμένη σε κείμενα του Κόντογλου, του Βενέζη, της Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη και του δεύτερης γενιάς Τουρκοκρητικού Αχμέτ Γιορουλμάζ με τη ματιά του 21ου αιώνα. Το Αϊβαλί δεν παραλείπει να αναφερθεί διεξοδικά και στις βαρβαρότητες και το ξερίζωμα που υπέστησαν οι Τουρκοκρητικοί και όχι μόνο οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, ανατρέχοντας στην προηγούμενη ειρηνική συμβίωση Χριστιανών και Μουσουλμάνων στην Κρήτη. Η προκατάληψη, το μίσος και η μονομέρεια απουσιάζουν από αυτό το graphic μυθιστόρημα με τους απλούς ανθρώπους να παρουσιάζονται ως θύματα πότε των Ελλήνων και πότε των Τούρκων. [13] Ο ίδιος ο Soloúp παρατηρεί «Το ζητούμενο στο Αϊβαλί υπήρξε η αφήγηση των γεγονότων του 1922 και όσων ακολούθησαν, όχι μέσα από το πρίσμα της «μεγάλης» Ιστορίας, των επιτελείων, των μαχών και της διπλωματίας, όσο από την πλευρά των απλών ανθρώπων που έζησαν οι ίδιοι ή οι οικογένειές τους τις μαρτυρικές εκείνες στιγμές».[14] Το Αϊβαλί συνιστά ένα αρχείο εικόνων και αναμνήσεων, συνδέοντας την ιδέα της πατρίδας με την μνήμη παρά με την επικράτεια.  Yιοθετώντας μια μικροϊστορική προσέγγιση και επιμένοντας στις προσωπικές ιστορίες των απλών ανθρώπων, ο Soloúp συνδυάζει τη νοσταλγία της χαμένης πατρίδας με το τραύμα της ανταλλαγής και διασταυρώνει τις προσωπικές ιστορίες με τις διεθνείς συνέπειες της Συνθήκης. Η ενασχόληση με την ιστορία συνεχίστηκε και από τον ίδιο με το 21: Η Μάχη της Πλατείας (2021), όπου επιχειρεί να ξαναδεί την ελληνική επανάσταση του 1821 μέσα από τα μάτια του σύγχρονου θεατή, αλλά και από τον Θανάση Πέτρου στο δικό του graphic novel 1923: Εχθρική Πατρίδα (2022). Εκεί εικονογραφεί την άφιξη στον Πειραιά δύο συμπολεμιστών στη Μικρασιατική Εκστρατεία, μαζί με τις χιλιάδες προσφύγων τον Σεπτέμβριο του 1922, και τη σχεδόν εχθρική αντιμετώπισή τους από τους γηγενείς Έλληνες.

Το  graphic μυθιστόρημα δεν ασχολείται μόνο με το ιστορικό αλλά και το λογοτεχνικό παρελθόν με την εικονογραφημένη διασκευή κειμένων, όπως ο Ερωτόκριτος (2016), τα κλασικά έργα της Άλκης Ζέη ή τη σχεδιαζόμενη μεταφορά των κειμένων του Καζαντζάκη σε σειρά κόμικς από τις εκδόσεις Διόπτρα. Η σχέση των κόμικς με το παρελθόν φαίνεται ότι θα έχει συνέχεια καθώς ενισχύεται και από την εικονογράφηση της αρχαιότητας, με ενδεικτικό παράδειγμα τον Αριστοτέλη (2022) σχεδιασμένο από τον Αλέκο Παπαδάτο και σε σενάριο Τάσου Αποστολίδη. Ενώ η πεζογραφία εκδηλώνει τάσεις φυγής από το παρελθόν, τα graphic μυθιστορήματα το επαναφέρουν με τις ιστορικές και λογοτεχνικές του διασκευές.

Οι τέσσερις κατηγορίες, που ανέφερα παραπάνω, διαγράφουν τη σχέση της μυθοπλασίας του εικοστού πρώτου αιώνα με το παρελθόν και αφορούν τόσο τη θεματική όσο και την τεχνοτροπική διαχείριση αυτής της σχέσης. Στη λογοτεχνία της μεταπολίτευσης, και ιδιαίτερα της πρώτης εικοσαετίας του τρέχοντος αιώνα, διακρίνουμε δύο βασικές τάσεις: την ιστορική με άξονα το έθνος και την ιστορία του και την κοινωνική με κυρίαρχο θέμα το φύλο. Κοινό παρονομαστή και των δύο συνιστούν το ταυτοτικό και το πολιτικό. Στην πεζογραφία αυτές οι δύο τάσεις φαίνονται να ισορροπούν, αν και το μυθιστόρημα της εικοσαετίας δείχνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το παρελθόν που οφείλεται στις διαμάχες των ιστορικών για τον εμφύλιο, την κρίση, την ανασφάλεια της παγκοσμιοποίησης, την προετοιμασία για τις επετείους του 1821 και του 1922 καθώς και την άνοδο των σπουδών μνήμης και τραύματος. Αυτή όμως η διαπραγμάτευση του παρελθόντος γίνεται συνήθως από την προοπτική του παρόντος και όχι με όρους ιστορικής αποκατάστασης ή αλήθειας αλλά μνημο-ιστορίας. Ακόμη και η συνομιλία ή η αναφορά στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση είναι μηδαμινή, με εξαίρεση τα graphic μυθιστορήματα, που διασκευάζουν κλασικά λογοτεχνικά κείμενα ενδεχομένως για παιδευτικούς ή εμπορικούς λόγους. Αν οι πρώτες δεκαετίες του εικοστού πρώτου αιώνα ήταν περίοδος μιας έντονης στροφής του μυθιστορήματος στο παρελθόν, από εδώ και πέρα θεωρώ ότι το ενδιαφέρον θα στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε τρέχοντα ζητήματα όπως οι έμφυλες ταυτότητες, η εργασιακή επισφάλεια, τα  οικογενειακά προβλήματα, η επιρροή του διαδικτύου και ο κόσμος της εικόνας και της τεχνητής νοημοσύνης. Αντίθετα την ίδια περίοδο στην ποίηση η έμφαση ήταν σαφώς στραμμένη προς το κοινωνικό και το έμφυλο, κάτι που υποβοηθείται και από την πιο συλλογική και διαδραστική της παρουσίαση, σε σχέση με την πεζογραφία, μέσω περιοδικών (π.χ. Θράκα, φρμκ) και εκδηλώσεων («Με τα λόγια (γίνεται)»),  με αποτέλεσμα να μας συστήνεται ως πιο αγωνιστική, επιτελεστική, κουίρ και ριζωματική.

 

(*) Ο Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ

 

[1] Για τη μνημοϊστορία και το ελληνικό μυθιστόρημα βλ. το βιβλίο μου Ελλάδα από την Κρίση στη Χούντα: Η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, Αθήνα: Gutenberg 2022, σσ. 137-147 (ελλην. μτφρ του Greece from Junta to Crisis: Modernization, Transition and Modernization, Λονδίνο: Bloomsbury 2021).

[2] Λαμπρινή Κουζέλη, «Απέναντι στο διήγημα» (γράφει ο Χρήστος Αστερίου), Το Βήμα, 21 Αυγούστου 2016 https://www.tovima.gr/2016/08/19/books-ideas/apenanti-sto-diigima/

[3] Enzo Traverso, Ιδιότυπα παρελθόντα: Το ‘εγώ’ στη γραφή της ιστορίας, μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Αιώνα 2021, σ. 164.

[4] Chris Lorenz, ‘Unstuck in time. Or: the sudden presence of the past’, στο Karin Tilmans, Frank van Vree & Jay Winter (επιμ.), Performing the Past: Memory, History, and Identity in Modern Europe, Άμστερνταμ: Amsterdam University Press 2010, σ. 86.

[5] Ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις του μυθιστορήματος επιχειρούν η K. Jentsch-Mancor, ‘Historiographic metafiction, historical culture and social memory in three novels by Matesis (1990), Davvetas (2006) and Fais (2010)’ στο A. Anastasiadis & U. Moennig (επιμ.), Trauma und Erinnerung: Narrative Versionen zum Burgerkrieg in Griechenland, Κολωνία 2018, σσ. 129-50 και η Vassiliki Kaisidou, ‘The novel of the Greek civil war in the twenty first century: (post)memory and the weight of the past’, Byzantine and Modern Greek Studies, 44 (2), October 2020, σσ. 311-314.

[6] Enzo Traverso, Ιδιότυπα παρελθόντα: Το ‘εγώ’ στη γραφή της ιστορίας, ό.π., σ. 168.

[7] Και στον Πλανήτη Πρέσπα (2002) της Σοφίας Νικολαϊδου η μυθιστορηματική δράση εξελίσσεται στο παρόν και στον 11ο αιώνα σε περιβάλλον μηχανορραφιών και συγκρούσεων.

[8] Ακόμη και το όνομα Γκρης μπορεί να παραπέμπει στο Greece, βλ. Vassiliki Kaisidou, ‘The novel of the Greek civil war in the twenty-first century (post)memory and the weight of the past’, Byzantine and Modern Greek Studies, τόμ. 44, αρ. 2, Οκτώβριος 2020, σ. 317.

[9]  Γ. Ν. Περαντωνάκης, «Το ελληνικό μυθιστόρημα αναμετριέται με την παγκοσμιοποίηση», Bookpress, 4 Ιουνίου 2017, https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/7689-to-elliniko-mithistorima-anametrietai-me-tin-pagkosmiopoiisi

[10] Το Αφρικανικό Ημερολόγιο έχει μάλιστα χαρακτηριστεί «μετα-αποικιακό αφήγημα». Βλ. Ελισάβετ Κοτζιά, «Γοητευτικοί χαρακτήρες», Η Καθημερινή, 12 Οκτωβρίου 2008.

[11] Βλ. ‘Nostalgia and the Return of History’ στο Jan Baetens & Hugo Frey, The Graphic Novel: An Introduction, Κέιμπριτζ: Cambridge University Press 2015, σσ. 217-245.

[12] Δημήτρης Καραϊσκος, «Η χρυσή εποχή  του γράφικ νόβελ», Η Καθημερινή, 11 Μαρτίου 2023, https://www.kathimerini.gr/culture/562317448/i-chrysi-epochi-toy-gkrafik-novel/ .

[13] Βλ. Kristina Gedgaudaite, ‘Comics, memory and migration: Through the mirror maze of Soloup’s Aivali’, Journal of Greek Media and Culture, 6 (1), 2020, σσ. 91-116.

[14] Αντώνης Νικολόπουλος (Soloúp), «Βιβλιογραφικές αναζητήσεις στην ανασύνθεση μιας σύγχρονης αφήγησης για το 1922», Χάρτης, 48, Δεκέμβριος 2022, https://www.hartismag.gr/hartis-48/afierwma/to-loghotekhniko-pazl-sto-graphic-novel-aivali?utm_source=Περιοδικό+Χάρτης&utm_campaign=4929d2c352-EMAIL_CAMPAIGN_4_1_2019_14_19_COPY_01&utm_medium=email&utm_term=0_0afd48ea5e-4929d2c352-304069561

Προηγούμενο άρθρο“Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν;” (του Σταύρου Ζαφειρίου)
Επόμενο άρθροΤο πολιτικό στη σύγχρονη πεζογραφία, 2010-2019 (του Παναγιώτη Λύγουρη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ