Μυστήρια παντός καιρού και πάσης εποχής (της Ελένης Γεωργοστάθη)

0
299

της Ελένης Γεωργοστάθη

 

Οι σειρές μυστηρίου και περιπέτειας για παιδιά είναι ιδιαιτέρως δημοφιλείς μεταξύ των μικρών αναγνωστών. Αν κάποτε ήταν οι «Πέντε φίλοι» και οι «Μυστικοί εφτά» οι ήρωες που με το ταλέντο τους στην εξιχνίαση μυστηρίων κρατούσαν καθηλωμένο το παιδικό αναγνωστικό κοινό, σήμερα τη σκυτάλη έχει πάρει ο Κλουζ κι αύριο πιθανότατα στη θέση του θα βρεθεί κάποιος άλλος, αφού η επιθυμία των παιδιών να «αναγνώσουν» τον κόσμο των μεγάλων αποκρυπτογραφώντας τα μεγάλα μυστήριά του, τα αναπάντητα «γιατί» του, φαντάζει ανεξάντλητη.

Ενδεχομένως να μην είναι μόνο αυτός ο λόγος που τα παιδιά αγαπούν τις ιστορίες μυστηρίου. Η ζηλευτή αυτονομία με την οποία κινούνται οι συνομήλικοί τους ντετέκτιβ σε αρκετές από αυτές, συμπεριφερόμενοι περίπου ως ενήλικες, η ικανότητά τους να βρίσκουν απαντήσεις σε ερωτήματα στα οποία δεν έχει κατορθώσει να δώσει λύση η ενήλικη σκέψη και ο συνακόλουθος θρίαμβός τους πάνω σε αυτή αποτελούν εξίσου ελκυστικά χαρακτηριστικά του είδους.

Βεβαίως, βλέποντας κανείς την πληθώρα βιβλίων μυστηρίου και περιπέτειας που κυκλοφορούν στην αγορά, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί για την πρωτοτυπία τους, τα διακριτά τους στοιχεία, το ιδιαίτερο στίγμα τους, με δυο λόγια για το κατά πόσον έχουν κάποιον ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Αναμφίβολα δεν είναι λίγες οι ατυχείς ή αδιάφορες απόπειρες, όπως και είναι αναπόφευκτα, ακόμα και σε πετυχημένες σειρές βιβλίων μυστηρίου, τα μεμονωμένα κλισέ ή η περιστασιακή καταφυγή σε δοκιμασμένες συνταγές και ασφαλείς πεπατημένες. Άραγε μπορεί το είδος να εμφανίσει ποικιλία τόσο ως προς τις πλοκές και τους χαρακτήρες όσο και ως προς τις πηγές έμπνευσης; Τέσσερις από τις πολλές σειρές ιστοριών μυστηρίου που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά ίσως μας δώσουν κάποιες απαντήσεις.

 

Μυστικά περάσματα, άφθονο φαγητό κι ένα μυστήριο στη γωνία

Στο πάνθεον των συγγραφέων ιστοριών μυστηρίου για παιδιά η θέση που κατέχει η Ένιντ Μπλάιτον παραμένει ηγεμονική. Δε θα μπορούσε λοιπόν να λείπει από εδώ η σειρά βιβλίων με τον τίτλο «Περιπέτεια», που επανακυκλοφορεί από τον Μίνωα. Γραμμένα από τη Βρετανίδα συγγραφέα πριν από εφτά και βάλε δεκαετίες, τα βιβλία της σειράς περιγράφουν την εμπλοκή τεσσάρων παιδιών, δυο αγοριών και δυο κοριτσιών, και του κατοικίδιού τους σε μια σειρά από μυστηριώδεις κι επικίνδυνες υποθέσεις, από τις οποίες κατορθώνουν να βγαίνουν πάντα αλώβητοι και νικητές. Από τους τέσσερις πρωταγωνιστές, τα αδέρφια Τζακ και Λούσι-Αν δεν έχουν γονείς, ενώ τα επίσης αδέρφια Φίλιπ και Ντάινα έχουν μόνο τη μητέρα τους. Στην πορεία, η τελευταία παίρνει κοντά της τους φίλους των παιδιών της και όλοι μαζί ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Βεβαίως, η παρουσία της μητέρας του Φίλιπ και της Ντάινα στα βιβλία είναι σχετικά περιορισμένη και μάλλον διεκπεραιωτική, αφού απουσιάζει από την πραγματική δράση, μια και –όπως στα περισσότερα βιβλία της Μπλάιτον– τα παιδιά έχουν την τάση να κάνουν εκδρομές, να εξερευνούν, να ταξιδεύουν εντελώς μόνα τους. Από την άλλη, όταν αγριεύουν τα πράγματα, έχουν, ως από μηχανής θεό, πάντα στο πλευρό τους έναν ενήλικα, και μάλιστα εκπρόσωπο του νόμου, ο οποίος άλλοτε καλείται να βγάλει το φίδι από την τρύπα όταν τα ίδια έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο, κι άλλοτε σπεύδει να μοιραστεί μαζί τους, και μάλιστα σαν να είναι ισότιμοι συνομιλητές, πληροφορίες γύρω από υποθέσεις που διερευνά.

Ένα από τα στοιχεία που γοητεύουν σε αυτά και όχι μόνο τα βιβλία της συγγραφέως είναι οι εναλλαγές σκηνικού δράσης – στη συγκεκριμένη σειρά υποδηλώνονται και από τους τίτλους, Περιπέτεια στο βουνό / στη θάλασσα / στο κάστρο κτλ. Οι εκτεταμένες, αν και όχι ιδιαίτερα ευφάνταστες, περιγραφές της Μπλάιτον, στο πλαίσιο συνήθως των εκδρομικών περιηγήσεων των ηρώων της, πετυχαίνουν να βάλουν τον αναγνώστη σ’ ένα σκηνικό όπου συνήθως όλα φαντάζουν όμορφα και ειδυλλιακά ώσπου να σκάσει μύτη το μυστήριο και η συνακόλουθη δράση. Και πάντως, είτε σε βουνά είτε σε νησιά, είτε σε κάστρα είτε σε κοιλάδες, τα μυστικά περάσματα, τα υπόγεια τούνελ, οι αόρατες καταπακτές έχουν την τιμητική τους, σε σημείο που θα έλεγε κανείς ότι βιβλίο της Μπλάιτον χωρίς αυτά είναι φαγητό χωρίς αλάτι.

Και μια κι ο λόγος περί φαγητού, έχει συχνά επισημανθεί η εμμονή της συγγραφέως με τις προμήθειες σε φαγητό, η τάση των ηρώων της να δηλώνουν φοβερά πεινασμένοι ακόμα κι όταν φλερτάρουν με τον θάνατο, η λαχτάρα με την οποία καταβροχθίζουν οτιδήποτε φαγώσιμο βρεθεί μπροστά τους. Μεταπολεμικό σύνδρομο άραγε; Ή μήπως συνειδητή επιλογή, που, όπως οι ανέμελες εκδρομές στη φύση, λειτουργεί αποφορτιστικά για τη δράση; Η απουσία συναισθηματικής εμβάθυνσης έτσι κι αλλιώς διακρίνει τα κείμενα της Μπλάιτον. Τα τέσσερα παιδιά, για παράδειγμα, που πρωταγωνιστούν στη σειρά «Περιπέτεια» έχουν χάσει τους γονείς τους, ζουν σε συνθήκες αβεβαιότητας και βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωπα με σοβαρούς κινδύνους, όλα αυτά όμως δε φαίνεται να αφήνουν ανεξίτηλα ίχνη στον ψυχισμό τους. Οι χαρακτήρες τους, πέρα από ορισμένα σταθερά, αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, μοιάζουν αμετακίνητοι στο πέρασμα του χρόνου.

Το ζήτημα της διαμόρφωσης των χαρακτήρων της Μπλάιτον ενέχει και ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα: την περιθωριοποίηση των κοριτσιών. Έτσι, ενώ τα αγόρια αυτής της σειράς –και όχι μόνο– διαθέτουν διακριτά χαρακτηριστικά και ενδιαφέροντα –π.χ. ο Τζακ έχει πάθος με την ορνιθολογία, ενώ ο Φίλιπ έχει αναπτύξει μια ειδική σχέση επικοινωνίας με κάθε λογής ζώο ή πτηνό που θα βρεθεί στον δρόμο του–, οι αδερφές τους περιορίζονται σε επικουρικούς ρόλους και συνήθως είναι φοβισμένες, τρομαγμένες και απελπισμένες. Η συμμετοχή τους στις περιπέτειες είναι πιο περιορισμένη έναντι των αγοριών, ενώ αραιά και πού μπορεί να κατεβάσουν κάποια καλή ιδέα που θα συμβάλει στην προώθηση της δράσης.

Το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα βιβλία γράφτηκαν λίγο μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, σε ένα εντελώς διαφορετικό από το σημερινό κοινωνικό πλαίσιο, ενδεχομένως να δικαιολογεί ως έναν βαθμό αυτές τις συγγραφικές επιλογές, όπως και την άρνηση της συγγραφέως να εμβαθύνει σε χαρακτήρες και καταστάσεις. Ας σκεφτούμε ότι ακόμα και η φύση των παραβατικών συμπεριφορών με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπα τα παιδιά περιγράφεται αδρά – οι «κακοί» είναι πάντοτε σχηματικά δοσμένοι, άντρες με σκληρά πρόσωπα, παραχαράκτες, έμποροι όπλων, κατάσκοποι κτλ., αλλά σταθερά βαλμένοι σε ένα γενικό και αόριστο πλαίσιο, χωρίς πολλές πολλές διευκρινίσεις και αναλύσεις και οπωσδήποτε χωρίς πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις. Ίσως πάντως αυτή ακριβώς η προσήλωση στην επιφάνεια των πραγμάτων, χωρίς βαθιά νοήματα και αναλύσεις, αυτός ο μεγάλος περίπατος σ’ έναν κόσμο όπου τα μυστήρια μοιάζουν τόσο καθημερινή υπόθεση όσο και μια εκδρομική εξόρμηση για πικνίκ στη φύση, αν και περιορίζει τα βιβλία σε ένα πρώτο, προφανές αναγνωστικό και ερμηνευτικό επίπεδο, να είναι κι ο λόγος που οι σειρές της Μπλάιτον παραμένουν τόσο αγαπητές ακόμα και σήμερα, παρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα λογοτεχνικό σύμπαν που, αν και όχι ιδιαίτερα πειστικό, κάνει πραγματικότητα την πολυπόθητη παιδική επιθυμία για αυτονομία δράσης και διασφαλίζει την παντοτινή νίκη του καλού. Ας προσθέσουμε σε αυτό και την εύλογη απουσία κάθε σύγχρονου τεχνολογικού μέσου, που αυξάνει τον βαθμό δυσκολίας στις αναζητήσεις των νεαρών επίδοξων ντετέκτιβ της, άρα και το σασπένς.

 

Συνάντηση γιγάντων

Το παρελθόν μοιάζει ειδυλλιακός τόπος για να φιλοξενήσει σειρές μυστηρίου για παιδιά, όχι μόνο επειδή οι παραδοσιακές μέθοδοι εξιχνίασης δεν περιλαμβάνουν προηγμένες τεχνολογικές πρακτικές, άρα είναι πιο ενδιαφέρουσες και απρόβλεπτες, αλλά κι επειδή μερικοί από τους πιο εμβληματικούς ντετέκτιβ στην ιστορία της ενήλικης λογοτεχνίας μυστηρίου έζησαν σε εποχές μακρινές από τη σημερινή. Κάποιοι από αυτούς έχουν λειτουργήσει επανειλημμένα ως πηγή έμπνευσης για συγγραφείς ιστοριών μυστηρίου που απευθύνονται σε παιδιά, με τη μορφή του Σέρλοκ Χολμς να κυριαρχεί ανάμεσά τους. Μεταξύ των πολλών παιδικών βιβλίων που έχουν γραφτεί με αφορμή τις περιπέτειές του, ξεχωριστή θέση κατέχει η σειρά «Ο Σέρλοκ, ο Λουπέν κι εγώ», με αφηγήτρια, και πλασματική συγγραφέα, την Αϊρίν Άντλερ. Σε αυτή, η δωδεκάχρονη Αϊρίν, κόρη ευκατάστατης οικογένειας, γνωρίζεται με τους λίγο μεγαλύτερούς της Σέρλοκ Χολμς και Αρσέν Λουπέν στη διάρκεια των διακοπών της στο Σεν Μαλό και η γνωριμία τους αυτή γίνεται η απαρχή της εμπλοκής τους σε μια σειρά από μυστήρια, που πάντα κατορθώνουν να διαλευκάνουν.

Η επιλογή των συγγραφέων Πιερντομένικο Μπακαλάριο και Αλεσάντρο Γκάτι να «παντρέψουν» τη δράση δυο εμβληματικών, πολύ διαφορετικών μεταξύ τους λογοτεχνικών ηρώων σε νεαρή ηλικία όπως ο Σέρλοκ κι ο Λουπέν δεν είναι τυχαία, αλλά εδράζεται σε ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό προηγούμενο, αφού ο Μορίς Λεμπλάν, συγγραφέας του Λουπέν, είχε επιχειρήσει κατ’ επανάληψη στα έργα του τη «συνάντηση» του Βρετανού ντετέκτιβ και του αριστοκράτη λωποδύτη ήρωά του, ενήλικων πια και των δυο, παραλλάζοντας ωστόσο το όνομα του πρώτου ως Χέρλοκ Σολμς. Αλλά και η ίδια η Αϊρίν Άντλερ δεν είναι τυχαίο πρόσωπο, αφού πρόκειται για χαρακτήρα που εμφανίζεται στα γραπτά του Κόναν Ντόιλ, ως μια μυστηριώδης γυναίκα που μάλιστα κατορθώνει να ξεγελάσει τον Χολμς.

Πέρα από το διακειμενικό ενδιαφέρον, η επιλογή των συγγραφέων να προτρέξουν χρονικά και να φέρουν σε επαφή τις τρεις αυτές πολύ διαφορετικές μεταξύ τους προσωπικότητες σε νεανική ηλικία προσδίδει στα βιβλία της σειράς μια ιδιαίτερη αύρα, αφού στα πρόσωπά τους συναντιούνται όχι μόνο διαφορετικές εθνικότητες και κοινωνικές τάξεις αλλά και πολύ διαφορετικοί τρόποι σκέψης και δράσης.

Η ίδια η αφηγήτρια συνιστά από μόνη της μια ενδιαφέρουσα περίπτωση ηρωίδας. Απορρίπτοντας τα πρότυπα της εποχής της, είναι ένα κορίτσι που αδιαφορεί για την εμφάνισή του και τους καλούς τρόπους, για τις αξίες και τις κοινωνικές επαφές της μητέρας της και δίνει μεγάλη σημασία στην πνευματική καλλιέργεια, ενώ, πέρα από τις διαφορετικές εθνικές καταγωγές του Πρώσου πατέρα της και της Γαλλίδας μητέρας της, κουβαλά και ένα σκοτεινό οικογενειακό παρελθόν που η ίδια αγωνίζεται μανιωδώς να ξεδιαλύνει. Το οικογενειακό παρελθόν και περιβάλλον καθορίζει και τις συμπεριφορές των δυο φίλων της, με μεγαλύτερη ευκρίνεια και δραματική ένταση αυτό του Λουπέν και πιο διακριτικά, αδιόρατα, εκείνο του έτσι κι αλλιώς μυστικοπαθούς και κλειστού Χολμς. Αυτό ακριβώς το παρελθόν είναι και το στοιχείο στο οποίο πατούν οι συγγραφείς για να στήσουν μια δεύτερη γραμμή πλοκής, που διατρέχει το σύνολο των αυτοτελών τόμων της σειράς, αφήνοντας πάντοτε τον αναγνώστη με ανάμεικτα συναισθήματα, ικανοποίησης από τη μια για τη λύση των υποθέσεων με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η παρέα και αγωνίας από την άλλη για το πέπλο μυστηρίου που καλύπτει κομμάτια της ζωής των πρωταγωνιστών.

Ένα άλλο στοιχείο που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι οι διαρκείς αλλαγές στο σκηνικό. Όπως και στην Μπλάιτον, έτσι και εδώ οι μετακινήσεις των ηρώων, με ποικίλες αφορμές και δικαιολογίες, από τόπο σε τόπο είναι συνεχόμενες: κοσμοπολίτικα θέρετρα, μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, γραφικά χωριουδάκια διαδέχονται το ένα το άλλο, με φόντο μια ταραγμένη εποχή πολέμων και λαϊκών εξεγέρσεων, οι οποίες επηρεάζουν τη ζωή των ηρώων, αν και η εμβάθυνση σε πολιτικοκοινωνικά ζητήματα δεν αποτελεί στόχο των συγγραφέων, που παραμένουν σταθερά προσανατολισμένοι στο στοιχείο του μυστηρίου.

Εντύπωση προξενεί και εδώ το γεγονός ότι οι έφηβοι ήρωες μετακινούνται μόνοι τους, ταξιδεύουν χωρίς περιορισμούς, ενώ συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με την ενήλικη καχυποψία ή αδιαφορία. Πέρα από την κακή σχέση της Αϊρίν με τη μητέρα της και τις δυσκολίες του Λουπέν με τους δικούς του γονείς, όπως και την αμήχανη σχέση του Σέρλοκ με τη μητέρα του, οι εκπρόσωποι του νόμου και της τάξης συχνά αντιμετωπίζουν με υποτιμητική και ειρωνική διάθεση τα τρία παιδιά. Από την άλλη, και εδώ υπάρχει ένας φύλακας άγγελος στα δύσκολα, ο κύριος Νέλσον, ο πιστός υπηρέτης της Αϊρίν, πρόθυμος να τη συμβουλέψει, να τη βοηθήσει και να την προστατέψει όποτε χρειαστεί.

Αυτό ωστόσο που κατά τη γνώμη μου αποτελεί το κατεξοχήν γοητευτικό στοιχείο της συγκεκριμένης σειράς είναι το πλήθος των διακειμενικών αναφορών: Έτσι, πέρα από τα πρόσωπα των τριών βασικών ηρώων και το πλήθος των αναφορών σε αναγνώσματα των τελών του 19ου αιώνα –Πόε, Μπροντέ κτλ.–, από τα βιβλία παρελαύνουν ως δευτερεύοντες χαρακτήρες σημαντικοί συγγραφείς της εποχής, όπως ο Γουίλκι Κόλινς ή ο Αλέξανδρος Δουμάς Υιός, εμβληματικοί λογοτεχνικοί ήρωες, όπως ο άσπονδος εχθρός του Χολμς Μοριάρτι, αλλά και πραγματικά πρόσωπα που λειτούργησαν ως πρότυπα για λογοτεχνικούς ήρωες, όπως ο Τσαρλς Φρέντερικ Φιλντ. Το πόσες από αυτές τις αναφορές θα εντοπίσει ή θα συγκρατήσει ο νους των νεαρών αναγνωστών είναι ένα ζητούμενο, δεν παύουν όμως να συνιστούν ένα στοιχείο εξοικείωσής τους τόσο με την εποχή στην οποία τοποθετείται η δράση όσο και με την πνευματική της ατμόσφαιρα.

 

Με αφορμή τον Χολμς, και πάλι

Αν η Αϊρίν Άντλερ θαυμάζει απεριόριστα τον ιδιοφυή φίλο της Σέρλοκ, η αδερφή του Ενόλα, επινόηση της Αμερικανίδας συγγραφέα Νάνσι Σπρίνγκερ, έχει μια πιο περίπλοκη σχέση μαζί του. Ο λόγος για την πρωταγωνίστρια της σειράς βιβλίων «Ενόλα Χολμς», που έγινε αρχικά γνωστή στην Ελλάδα μέσω Netflix, αν και η ομώνυμη ταινία απέχει σημαντικά από το πνεύμα και την ατμόσφαιρα των δύο πρώτων βιβλίων, που κυκλοφόρησαν πριν από λίγο καιρό από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

Ενόλα θα πει μόνη, αφού, γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες, το όνομά της διαβάζεται αντίστροφα ως Alone. Η νεαρή Χολμς είναι μια αντισυμβατική έφηβη η οποία έχει λάβει μια ανατροφή που ξεφεύγει πολύ από τα δεδομένα της εποχής της. Μεγαλωμένη από την ηλικιωμένη σουφραζέτα μητέρα της, έχει ιδιαίτερη κλίση στη ζωγραφική, αγαπά τα κρυπτογραφικά αινίγματα, έχει διαβάσει όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης τους, ενώ η σχέση της με τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια της, τον Μάικροφτ και τον Σέρλοκ, με τον οποίο μοιάζει αρκετά φυσιογνωμικά και όχι μόνο, δεν είναι ιδιαίτερα στενή.

Ο Σέρλοκ της Σπρίνγκερ δεν είναι απλώς ο ψυχρά λογικός, ιδιοφυής ντετέκτιβ του Κόναν Ντόιλ, αλλά ένας άντρας του καιρού του, που δεν τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση για την ευφυΐα και το ταλέντο των γυναικών. Το ενδιαφέρον του για την αδερφή του έχει να κάνει κυρίως με την επιθυμία του να την επαναφέρει στον ορθό δρόμο, που για τις έφηβες της εποχής της δεν είναι, κατά τη γνώμη του, άλλος από μια ανατροφή που θα τις προετοιμάσει ώστε να γίνουν καθωσπρέπει σύζυγοι και μητέρες. Η Ενόλα αντιστέκεται σθεναρά και κατορθώνει όχι μόνο να ξεφύγει από τον έλεγχό του, αλλά και, λειτουργώντας με τον δικό του τρόπο σκέψης και χρησιμοποιώντας μεθόδους παρόμοιες με τις δικές του, να ξεσκεπάσει μυστήρια κινούμενη κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη του. Σταδιακά, η ενόχληση του Σέρλοκ από την ανεξάρτητη φύση της μικρής μετασχηματίζεται σε συγκρατημένη εκτίμηση, που ωστόσο, τουλάχιστον στα δυο πρώτα βιβλία της σειράς, δεν οδηγεί τους δυο τους στη συμφιλίωση.

Τα μυστήρια που καλείται να λύσει η Ενόλα αφορούν εξαφανίσεις προσώπων της καλής κοινωνίας σ’ ένα Λονδίνο όπου ανθίζουν οι επαναστατικές ιδέες και το κίνημα της γυναικείας χειραφέτησης, ένα δύσκολο κι επικίνδυνο μέρος για μια έφηβη που κυκλοφορεί μόνη, μια πόλη κυριευμένη από τη μόδα του πνευματισμού και καταδυναστευόμενη από τη φτώχεια, την κοινωνική ανισότητα και τη βάρβαρη εγκληματικότητα. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο όμως, στα βιβλία της Σπρίνγκερ κυριαρχεί η ανάγκη της ηρωίδας να αποκοπεί από την καταπιεστική παρουσία των αδερφών της χαράζοντας το δικό της δρόμο, αλλά και η επίμονη προσπάθειά της να βρεθεί στα ίχνη της σουφραζέτας μητέρας της, η οποία έχει εγκαταλείψει το σπίτι της κυνηγώντας μια άλλη, πιο χειραφετημένη ζωή.

Η γραφή της Σπρίνγκερ δεν είναι διεκπεραιωτική, διαθέτει λογοτεχνικές αρετές, ενώ οι εκτεταμένες της περιγραφές προσδίδουν ατμόσφαιρα και πειστικότητα στα βιβλία της, με τις διεξοδικές, και σε μεγάλο βαθμό χιουμοριστικές, αναφορές σε ρούχα και αξεσουάρ να αφήνουν να διαφανεί η έρευνα που κρύβεται πίσω από τη σειρά. Η εσωτερική διαδρομή της αφηγήτριας, οι αγωνίες και οι προβληματισμοί της διαγράφονται ανάγλυφα, ενώ η υιοθέτηση τριτοπρόσωπης αφήγησης στο άνοιγμα και στο κλείσιμο κάθε βιβλίου φωτίζει τα πρόσωπα και τα γεγονότα από μια διαφορετική, πιο αντικειμενική οπτική, παρέχοντας στον αναγνώστη πληροφορίες που είναι φυσικό να αγνοεί η πρωταγωνίστρια.

Θα έλεγε κανείς ότι στην περίπτωση των βιβλίων της Σπρίνγκερ τα αυτοτελή μυστήρια κάθε τόμου λειτουργούν περισσότερο ως πρόσχημα για τη συγγραφέα προκειμένου να αποτυπώσει τη δυσχερή θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία που της επιφυλάσσει ρόλο κομπάρσου, απολύτως εξαρτημένου από τον αντρικό περίγυρο. Βάζοντας την ιδιοφυή και αντισυμβατική ηρωίδα της να αναμετρηθεί με έναν από τους μεγαλύτερους λογοτεχνικούς ντετέκτιβ όλων των εποχών, η Σπρίνγκερ ρίχνει το δικό της φως στις σκιές που περιβάλλουν τον Σέρλοκ, οδηγώντας ενδεχομένως τον αναγνώστη και σε μια συνολικά διαφορετική ανάγνωση τόσο του ίδιου όσο και της εποχής του.

 

Ιστορίες κατασκοπικής τρέλας

Δεν είναι μόνο η Ενόλα Χολμς που με μοναδικό όπλο το μυαλό της παλεύει να δώσει λύση σε οικογενειακά και όχι μόνο μυστήρια. Ο έφηβος Μπεν Ρίπλεϊ, πρωταγωνιστής της σειράς «Μυστική Ακαδημία Κατασκόπων» του Στιούαρτ Γκιμπς, βρίσκεται από τη μια στιγμή στην άλλη να φοιτά σε ένα σχολείο αλλιώτικο από τ’ άλλα, με μοναδικό του χάρισμα όχι τις αθλητικές του επιδόσεις ή την έφεσή του στις πολεμικές τέχνες, αλλά το ταλέντο του στα μαθηματικά. Για την ακρίβεια, ο Μπεν είναι ο κλασικός φύτουλας, αντιδημοφιλής, αδιάφορος, σχεδόν βαρετός. Το απόλυτο αουτσάιντερ για να διαπρέψει σε μια σχολή κατασκοπείας. Ο Γκιμπς, επιλέγοντάς τον ως κεντρικό ήρωα και αφηγητή των βιβλίων του, έχει ήδη καταρρίψει ένα σημαντικό στερεότυπο.

Η σειρά «Μυστική Ακαδημία Κατασκόπων» διαδραματίζεται σε έναν παροντικό αν και όχι ιδιαίτερα αληθοφανή κόσμο. Παιδιά που φοιτούν εσώκλειστα σε μια μυστηριώδη σχολή, αποκομμένα από τις οικογένειές τους, οι οποίες μάλιστα φαίνεται να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, αγνοώντας τις πραγματικές δραστηριότητες των βλασταριών τους, τρελές περιπέτειες σε κατασκηνώσεις, μυστικά κρησφύγετα τρομοκρατών και θέρετρα του σκι, ειδικές αποστολές από την έκβαση των οποίων δεν κρίνεται μόνο η ζωή των ίδιων των πρωταγωνιστών αλλά και χιλιάδων άλλων ανθρώπων, πασπαλισμένες με κάμποσες τζεϊμσμποντικές αναφορές και με μπόλικη δόση χιούμορ, συνθέτουν έναν χορταστικό καμβά πάνω στον οποίο κινείται ο Μπεν παρέα με τους φίλους και τους καθηγητές του.

Εκτός από τη μετατόπιση του σκηνικού από υπόθεση σε υπόθεση –εμφανή ήδη από τον τίτλο κάθε τόμου της σειράς–, ένα άλλο στοιχείο που συμβάλλει στην επιτυχία των βιβλίων του Γκιμπς είναι οι καλοδουλεμένοι, ενδιαφέροντες και διαρκώς εξελισσόμενοι χαρακτήρες του. Αν για τον κεντρικό ήρωα το ευτυχές τέλος κάθε του αποστολής λειτουργεί ως ένα ακόμα σκαλοπάτι στη διαδρομή του προς την αυτογνωσία και την αυτοεκτίμηση, και τα υπόλοιπα πρόσωπα που τον περιβάλλουν είναι πολύπλευρα, εμφανίζουν μεταπτώσεις και μεταστροφές, αποκαλύπτουν από βιβλίο σε βιβλίο της σειράς πλευρές του χαρακτήρα τους αφανείς στον αναγνώστη ως εκείνη τη στιγμή, με πιο χαρακτηριστική απ’ όλους την αψεγάδιαστη Έρικα, το κορίτσι-θαύμα της σχολής και κρυφό έρωτα του Μπεν.

Και εδώ, όπως και σε άλλες σειρές βιβλίων, τα παιδιά πρωταγωνιστές συχνά κινούνται με εντυπωσιακή για την ηλικία τους αυτονομία. Ωστόσο ο ενήλικος κόσμος, που εκπροσωπείται κυρίως από τους καθηγητές και τους εκπαιδευτές τους στην ακαδημία, διόλου εξωραϊσμένος κι εξιδανικευμένος, αντιθέτως, δοσμένος με όλα του τα στραβά και τα ανάποδα και αποδομημένος μέχρι τελικής πτώσης, εμφανίζεται ως από μηχανής θεός όταν τα πράγματα αγριεύουν απελπιστικά, έτοιμος να τείνει χείρα βοηθείας.

Ο Γκιμπς κρατάει στα χέρια του ένα ακόμα σπουδαίο όπλο, που τον διευκολύνει τόσο στο χτίσιμο των χαρακτήρων του όσο και στην παράκαμψη των απιθανοτήτων της πλοκής του – κι αυτό είναι το χιούμορ. Ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές, η εισβολή του, αποφορτιστική και λυτρωτική, απομυθοποιητική και καταιγιστική, έρχεται να φωτίσει καταστάσεις και πρόσωπα, αλλά και να υπενθυμίσει στον αναγνώστη πως όσα διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια του κινούνται σε ένα φανταστικό σύμπαν όπου ακόμα κι οι πιο απίθανες πράξεις ηρωισμού είναι καμωμένες από σκέτο χαρτί και μελάνι.

Σε αυτόν τον χάρτινο, ρευστό και αδιανόητα επικίνδυνο κόσμο του Γκιμπς, όπου οι ήρωες από μικροί πέφτουν στα δύσκολα και μάλιστα χωρίς δίχτυ ασφαλείας, όπου οι κακοί είναι προκλητικά αδίστακτοι και μαζί εξωφρενικά αστείοι, ένα μόνο πράγμα παραμένει μέχρι τέλους όρθιο, κόβοντας πάντα πανηγυρικά το νήμα του τερματισμού. Είναι το κοφτερό μυαλό του Μπεν, το μοναδικό του όπλο, που βρίσκει κάθε φορά τη λύση εκεί που τα μούσκουλα, οι πολεμικές τέχνες και η δύναμη των όπλων σηκώνουν ψηλά τα χέρια.

 

Σειρές, φυσικά, περιπέτειας και μυστηρίου κυκλοφορούν πολλές και ποικίλες, με το ερώτημα που τέθηκε εξαρχής να παραμένει: Έχουν κάποιες από αυτές κάτι καινούργιο ή διαφορετικό να πουν στον αναγνώστη; Κρίνοντας από τα βιβλία που εξετάσαμε εδώ, θα λέγαμε πως μάλλον ναι, αν αναλογιστεί κανείς ότι, πλάι σε δοκιμασμένες συνταγές τύπου Μπλάιτον, η οποία έτσι κι αλλιώς εκπροσωπεί μια άλλη, περασμένη εποχή και τις αντιλήψεις της, συναντάμε ιστορίες μυστηρίου και περιπέτειας στις οποίες οι διακειμενικές αναφορές, η απόπειρα διαμόρφωσης πιο σφαιρικών χαρακτήρων, η κατάρριψη έμφυλων και άλλων στερεοτύπων και η, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, αποτύπωση της ιστορικοκοινωνικής πραγματικότητας και των εντάσεων του κόσμου μέσα στον οποίο αυτές εκτυλίσσονται δείχνουν μια διάθεση από την πλευρά των συγγραφέων τους για τη δημιουργία πιο πολυεπίπεδων και σύνθετων αφηγήσεων, δοσμένων μέσα από μια σύγχρονη οπτική, με τη φιλοδοξία να εγείρουν πολλαπλά το ενδιαφέρον των αναγνωστών τους.

 

INFO

Enid Blyton, «Περιπέτεια» (τόμ. 1-8), εικον. Κριστίν Μενάρ, μτφρ. Γ. Μυράτ, Μ. Ανδρέου, Ρ. Ρώσση-Ζαΐρη, Γ. Παρασκευόπουλος, Γ. Δεπάστας, Εκδόσεις Μίνωας, Αθήνα, 2019-2021

Βρες το εδώ

 

Pierdomenico Baccalario – Alessandro Gatti, «Ο Σέρλοκ, ο Λουπέν κι εγώ» (τόμ. 1-10), εικον. Iacopo Bruno, μτφρ. Ελένη Τουλούπη, Εκδόσεις Μίνωας, Αθήνα 2018-2021

Βρες το εδώ

 

Νάνσι Σπρίνγκερ, «Ενόλα Χολμς» (τόμ. 1-2), μτφρ. Δημήτρης Μελικέρτης, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2021

Βρες το εδώ

 

 

Stuart Gibbs, «Μυστική Ακαδημία Κατασκόπων» (τόμ. 1-4), μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου (1-2) και Πετρούλα Γαβριηλίδου (3-4), Εκδόσεις Κλειδάριθμος, Αθήνα 2019-2021

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΓκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Από τη δημοσιογραφία στη λογοτεχνία (του Φίλιππου Φιλίππου)
Επόμενο άρθροΓια την Έρη Σταυροπούλου (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here