Μνήμη Ολοκαυτώματος 1: “Ξένες Γλώσσες” (του Μπένυ Νατάν)

0
344

του Μπένυ Νατάν

Ήμουν εννιά χρονών κι εκείνο το φθινοπωρινό κυριακάτικο πρωινό αποφάσισαν οι γονείς μου να πάμε εκδρομή στην Έδεσσα. Δεν ήταν πρώτη φορά. Οι καταρράκτες ήταν θεαματικοί, η ορμή που έπεφταν τα νερά από ψηλά δημιουργούσε μια αίσθηση θαύματος αλλά προκαλούσε και λίγο φόβο. Τους έβλεπα πάντα από μακριά, άκουγα τον θόρυβο του νερού κι αναρωτιόμουν τι θα συνέβαινε αν έβαζα το χέρι μου από κάτω. Χάρηκα που θα πηγαίναμε εκδρομή εκεί.

Το αυτοκίνητό μας ήταν Πεζώ 403, λευκό και ογκώδες που επέλεξε η μητέρα μου μια κι ήταν η οδηγός της οικογένειας. Ελάχιστες γυναίκες οδηγούσαν εκείνη την εποχή. Η μητέρα μου ήταν η μόνη από τις φίλες της που είχε δίπλωμα, από το ‘58. Οδηγούσε προσεκτικά και σιγά, πολλές φορές διέκρινα τα χαμόγελα των οδηγών και άκουγα τα σχόλια. Αυτήν δεν την ένοιαζε. Στο τιμόνι φορούσε ένα καφέ σουέτ σακάκι που της έδινε μια ξεχωριστή αίγλη.

Ο πατέρας μου δεν οδηγούσε. Πριν πάρει δίπλωμα η μητέρα μου, αλλά και μετά, ο «Γιώργος ο σοφέρ», οδηγός ταξί τον πήγαινε όπου ήθελε.  Είχε γυρίσει τον κόσμο με τρένο και με πλοίο, αλλά ποτέ δεν πετούσε με αεροπλάνο.

Ήταν ψηλός, 1,85 και εύσωμος. Φορούσε πάντα κουστούμι με γιλέκο και γραβάτα, ακόμη κι όταν δεν είχε δουλειά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Πάντα με καπέλο, μαύρο, γκρίζο ή καφέ σκούρο, ανάλογα με το κουστούμι. Στις διακοπές το καλοκαίρι, έβαζε ένα πλατύ ψάθινο κι αντί για κουστούμι είχε διάφορα σετ σακάκι-παντελόνι, λινά σε ανοιχτά χρώματα. Με τις παρέες του ήταν πάντα διαχυτικός και ευχάριστος. Με μας, βλοσυρός και λιγομίλητος.

Τα κυριακάτικα πρωινά έπινε τούρκικο καφέ, σκέτο. Ύστερα, τού άρεσε να πίνει μόνος του ένα ποτηράκι ούζο με μεζέ. Έτσι και κείνο το πρωί. Μετά φώναξε στην μητέρα μου να φύγουμε.

Ξεκινήσαμε, η μητέρα μου οδηγός, αυτός δίπλα της και εγώ στο πίσω κάθισμα. Δεν ήταν μακρυά η Έδεσσα, γύρω στις δυο ώρες από την Θεσσαλονίκη και στον δρόμο περνούσαμε από την Χαλκηδόνα με τα περίφημα σουβλάκια που πάντα σταματούσαμε να τσιμπήσουμε.

Λίγο μετά τα Γιαννιτσά, ένας τουρίστας με σακίδιο έκανε ότο-στοπ. Ο πατέρας μου είπε στην μητέρα μου να σταματήσει. Ρώτησε σε σπασμένα Ελληνικά αν πηγαίναμε προς την Έδεσσα και μπήκε στο αυτοκίνητο. Νέος ήταν, δεν ήξερα να προσδιορίσω ηλικία αλλά σίγουρα δεν ήταν μεγάλος, ίσως γύρω στα 25. Φορούσε μπουφάν και γαλάζιο πουκάμισο, ανοιχτό στον γιακά. Ευχαρίστησε στα αγγλικά και τοποθέτησε το σακίδιο του δίπλα μου.

Τα αγγλικά δεν τα μιλούσαμε στο σπίτι. Μόλις εκείνη την χρονιά είχα αρχίσει τα μαθήματα. Τα γαλλικά τα γνώριζαν καλά κι οι δυο γονείς μου κι εμένα, από γεννησιμιού μου σχεδόν, μού είχαν μια γαλλομαθή δεσποινίδα. Η μητέρα μου, Κερκυραία, ήξερε ιταλικά και ο πατέρας μου τα λαδίνο. Ρώτησαν τον τουρίστα από πού ήταν και απήντησε πως ερχόταν από την Γερμανία.

Ο πατέρας μου άρχισε να συνομιλεί μαζί του στα γερμανικά, εγώ δεν καταλάβαινα λέξη και δημιουργήθηκε στο αυτοκίνητο ένα ευχάριστο κλίμα, οι δυο τους αστειεύονταν και γελούσαν. Η μητέρα μου, που δεν ήξερε την γλώσσα, δεν συμμετείχε, οδηγούσε και πρόσεχε τον δρόμο. Η λέξεις Σαλονίκη και Έδεσσα ακούστηκαν πολλές φορές, ο πατέρας μου μάλλον τού εξηγούσε για τους καταρράκτες.

Λίγο πριν φτάσουμε, ο τουρίστας ρώτησε κάτι, δεν κατάλαβα τι, αλλά ξαφνικά όλη η ατμόσφαιρα στο αυτοκίνητο άλλαξε, πάγωσε, ο νέος έχασε το χρώμα του και ζάρωσε στην γωνιά του. Σε λίγα λεπτά, στο κέντρο της Έδεσσας, ζήτησε να σταματήσουμε, ευχαρίστησε και βγήκε κλείνοντας μαλακά την πόρτα.

Ο πατέρας μου έγινε πάλι βλοσυρός. Τον ρώτησα τι είχε συμβεί με τον τουρίστα, κάτι μού είχε φανεί περίεργο στην συμπεριφορά του πριν κατέβει. Χωρίς να με κοιτάξει, είπε «Με ρώτησε από πού ξέρω τόσο καλά Γερμανικά και του απάντησα: από το Άουσβιτς».

__________________________

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here