Μισέλ Ουελμπέκ, ο δυσοίωνος προφήτης της παρακμής και της αγάπης (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
625

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

 

Με την εκστρατεία για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές εν εξελίξει, ένας από τους πιο προκλητικούς συγγραφείς της χώρας του – «προβοκάτορα» τον έχουν χαρακτηρίσει, ανάμεσα σε πολλούς άλλους χαρακτηρισμούς-, ο Μισέλ Ουελμπέκ, επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα ποταμό που συνδέεται στενά με αυτές τις εκλογές, αλλά  επ΄ουδενί δεν αναλώνεται σε αυτές. Πίσω από τις 650 σελίδες του τελευταίου, όγδοου μυθιστορήματός του «Εκμηδένιση» (εκδ. Εστία) κρύβονται πολλά: η πολιτισμική κατάπτωση του δυτικού ανθρώπου, η ματαιότητα της ζωής και η μοναξιά, η πτώση της σεξουαλικότητας, το πολιτικό-μιντιακό παιχνίδι, ο ευρωπαϊκός μηδενισμός, οι θρησκευτικές αναζητήσεις και τα δεσμά του ιερού γάμου, το προβληματικό σύστημα υγείας και πάνω απ΄όλα η αναζήτηση αγάπης και στοργής ως πηγή σωτηρίας. Εν ολίγοις μια φιλοσοφική θεώρηση γύρω από τον δυτικό άνθρωπο του 21ου αιώνα.

Ο Μισέλ Ουελμπέκ πάντα ασχολήθηκε με μεγάλα θέματα, αλλά με έναν τρόπο που περνούσε από την ειρωνεία σε έναν μοχθηρό, συχνά χλευαστικό σαρκασμό. Επέσυρε κατά καιρούς πολλές αντιδράσεις, αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε τη λογοτεχνική αξία του. Σήμερα, και ειδικά μετά το «Γκονκούρ» το 2010 για το «Ο Χάρτης και η επικράτεια» και την υψηλότερη διάκριση της Γαλλικής Δημοκρατίας (Legion d΄ Honneur) το 2019, ο άλλοτε ύπουλος συγγραφέας με τις προκλητικές απόψεις  στα 64 του αντιμετωπίζεται κάτι σαν εθνικό κεφάλαιο.

Με την «Εκμηδένιση», το ογκωδέστερο και πιο φιλόδοξο έργο του, ο Ουελμπέκ επιχειρεί μια σχεδόν σφαιρική απεικόνιση της γαλλικής κοινωνίας στον 21ο αιώνα, κοιτάζοντας λοξά την «Ανθρώπινη Κωμωδία» του μεγάλου ομοτέχνου του Μπαλζάκ. «Δεν μπορείς εξάλλου να πεις με σιγουριά», γράφει στη σελίδα 353, «αν η φιλοδοξία είναι γενναιόδωρο ή εγωιστικό πάθος, αν αντιστοιχεί στην επιθυμία ν΄ αφήσεις ένα θετικό ίχνος στην ιστορία της ανθρωπότητας ή στην απλή ματαιοδοξία να συγκαταλέγεσαι ανάμεσα σ΄εκείνους που άφησαν ένα τέτοιο ίχνος. Με δυο λόγια, ο Μπαλζάκ σαν να τα απλούστευε λίγο».

Η αναφορά στον Μπαλζάκ γίνεται με αφορμή τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Μπρυνό Ζυζ, σχεδόν συνονόματο του πραγματικού κατόχου αυτού του αξιώματος. Στον Ουελμπέκ οποιαδήποτε αναφορά σε υπαρκτά πρόσωπα ή πραγματικά γεγονότα δεν είναι ποτέ τυχαία. Ο μυθιστορηματικός υπουργός παρουσιάζεται ως ο σπουδαιότερος υπουργός Οικονομικών από την εποχή του Κολμπέρ και απαγγέλει απέξω Κορνέιγ. «Η υπουργία του Μπρυνό ήταν ο ορισμός της επιτυχίας», γράφει, σε μια περίοδο που η κινεζική οικονομία απειλεί τη δυτική. Ένας καλλιεργημένος και ικανός τεχνοκράτης που παίζει καίριο ρόλο σε αυτό που ο συγγραφέας αποκαλεί «μεταδημοκρατία». Αυτός θα ενωθεί σε κοινό ψηφοδέλτιο με τον χωρίς πολιτική εμπειρία Σαρφατί, προερχόμενο «από τις πιο χαμερπείς ζώνες της τηλεοπτικής διασκέδασης», ο οποίος προορίζεται για πρόεδρος της Γαλλίας, στις εκλογές του 2027, όταν ο Εμμανουέλ Μακρόν (φωτογραφίζεται αλλά δεν κατονομάζεται), μετά από δύο θητείες, δεν θα έχει δικαίωμα να διεκδικήσει τον προεδρικό θώκο, αλλά θα μπορεί αργότερα με σχετική «μαγειρεμένη» συνταγματική τροπολογία.

Με τα βιβλία του ο Ουελμπέκ κατορθώνει να τροφοδοτεί διαμάχες και εικασίες για μια υποτιθέμενη προφητική φλέβα. Η «Σεροτονίνη» συνδέθηκε με το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων», ενώ η «Υποταγή» το 2015, όπου η χώρα εκλέγει το 2022 έναν μουσουλμάνο πρόεδρο, αναζωπυρώνοντας την ισλαμοφοβία, κυκλοφόρησε κατά διαβολική σύμπτωση την ημέρα (7 Ιανουαρίου) της σφαγής στο «Σαρλί Εμπντό», γεγονός που συναντάμε και στην «Εκμηδένιση». Αυτή τη φορά ο συγγραφέας, αφού προεξοφλεί μια δεύτερη θητεία για τον Μακρόν, περιγράφει μια Γαλλία η οποία βαδίζοντας προς τις εκλογές του 2027 ταράσσεται από κυβερνοεπιθέσεις που προσπαθούν να εξιχνιάσουν οι εγχώριες μυστικές υπηρεσίες. Ένα βίντεο μάλιστα στοχεύει τον επιτυχημένο υπουργό Οικονομικών, προσομοιάζοντας με κάθε λεπτομέρεια την εκτέλεσή του στην παραδοσιακή γκιλοτίνα.

Ωστόσο, η έννοια της «εκμηδένισης» δεν αφορά στον οικονομικό πόλεμο και στην πολιτική σκηνή, αλλά σε μια προοδευτική κατάπτωση της κοινωνίας, άρρωστης από ατομισμό και ορφανής από ηθικές αναφορές και ιδεολογίες, όπου το χάσμα ανάμεσα σε γονείς και παιδιά είναι τεράστιο, η οικογένεια και η έγγαμη ζωή σε βαθιά κρίση. Βάζοντας στο παρασκήνιο τα εκλογικά μαγειρέματα και τις ηλεκτρονικές επιθέσεις χωρίς να εξηγηθούν,  το μυθιστόρημα από διαδικτυακό και πολιτικό θρίλερ αλλάζει ρότα, στρέφεται στην κοινωνία και στον δυτικό άνθρωπο του καιρού μας, επιταχύνοντας τον ρυθμό του όσο σκιαγραφείται το πορτρέτο και η απογοητευτική ζωή του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, του πενηντάχρονου Πωλ Ραιζόν. Είναι ένας ανώτατος δημόσιος υπάλληλος, ο εξ απορρήτων του υπουργού Οικονομικών. Ο ίδιος αποτελεί την επιτομή του μελαγχολικού άνδρα με προβληματική σεξουαλική ζωή, ερωτικές φαντασιώσεις, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ανεξιχνίαστα  προαισθήματα και καφκικά όνειρα να διακόπτουν απροειδοποίητα την πλοκή κάθε φορά που πέφτει ψυχολογικά και ο συγγραφέας θέλει να στείλει μηνύματα.

Η προσωπική ζωή του Πωλ αναστατώνεται από την είδηση ότι ο πατέρας του, πρώην αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών, έπαθε βαρύ εγκεφαλικό, γεγονός που τον φέρνει πίσω στο πατρογονικό σπίτι στην περιοχή της Λυών, με το μυθιστόρημα να μετατρέπεται σε ένα οικογενειακό έπος που περιγράφει πώς μια δυσλειτουργική οικογένεια μπορεί να επανενωθεί  με αφορμή την ασθένεια ενός γονέα. Έτσι ο Πωλ βρίσκεται να κάθεται δίπλα στον βουβό, ακίνητο πατέρα του να λέει ότι μετάνιωσε που δεν έκανε παιδιά, κάτι που δεν είχε παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του και ανέκαθεν ήταν πεπεισμένος για το αντίθετο. Μετά από χρόνια έρχεται αντιμέτωπος με τα δύο αδέλφια του, τη γλυκιά, δοτική και αφοσιωμένη καθολική Σεσίλ που ψηφίζει «Μαρίν, φυσικά» και τον εύθραυστο μικρότερο αδελφό του Ωρελιάν, συντηρητή μεσαιωνικών ταπετσαριών, ο οποίος υφίσταται εξοντωτικό μπούλινγκ από τη σύζυγό του, μια δημοσιογράφο που ανήκε «σε ένα είδος αρπακτικών κατωτέρας νοημοσύνης», όπως την περιγράφει ο συγγραφέας.

Στα ειδυλλιακά τοπία της περιοχής ο κεντρικός ήρωας θα χρειαστεί να διαχειριστεί και να επεξεργαστεί μέσα του διάφορα ζητήματα, από τους χαλαρούς οικογενειακούς δεσμούς, μέχρι τα θέματα της ευθανασίας, της «εμπορευματοποίησης της εγκυμοσύνης» ή τη βάρβαρη παραμέληση των ασθενών στο σύστημα υγείας και την άθλια αντιμετώπιση της τρίτης ηλικίας – «Σχεδόν οι πάντες σήμερα θεωρούν ότι η αξία ενός ανθρώπου μειώνεται όσο αυξάνεται η ηλικία του». Τότε θα ανακαλύψει την πάλη των τάξεων  και τον αγώνα για επιβίωση των ανθρώπων που είτε πλήττονται από την ανεργία είτε αμείβονται πενιχρά, όπως τα αδέρφια του. Χωρίς να απουσιάζουν οι συνήθεις εμμονές του για την ανθρώπινη μετριότητα και το απόλυτο κακό που αντιπροσωπεύει το καπιταλιστικό μοντέλο, ο συγγραφέας αποδεικνύει για μια ακόμη φορά την ιδιοφυή παρατηρητικότητά του και την ευρύτατη πνευματική καλλιέργειά του. Η παρακμή της Δύσης, αλλά και του χριστιανικού πολιτισμού – βλέπουμε τον αγνωστικιστή Πωλ να μπαίνει σε μια έρημη εκκλησία και να μην θυμάται πώς κάνουν τον σταυρό – κινούν τα νήματα της «Εκμηδένισης», με τον λογοτεχνικό λόγο να διασταυρώνεται έντονα με τον δοκιμιακό.

Ο Ουελμπέκ κεντάει, άλλοτε κωμικά και ειρωνικά κι άλλοτε στοργικά, όταν περιγράφει τον «κενό» γάμο του ήρωά του με την Πρυντάνς – από το τραγούδι «Dear Prudence» που ο Πωλ δεν θεωρεί και από τα καλύτερα των Beatles. Κοιμούνται εδώ και χρόνια σε διαφορετικά δωμάτια ενός όμορφου παριζιάνικου διαμερίσματος, αλλά ζουν σε μια «πολιτισμένη ατμόσφαιρα», όπως επιβάλλεται σε «εκπροσώπους των ανώτερων στρωμάτων». Το σύμβολο του γάμου τους είναι πλέον το ψυγείο, αν και έχουν χωρίσει τις θήκες ειδικά από τότε που η Πρυντάνς έγινε βίγκαν και οπαδός της γουίκα, μιας νέας θρησκείας που αναπτυσσόταν γοργά. «Η βελτίωση των συνθηκών ζωής πάει συχνά μαζί με την επιδείνωση της κοινής ζωής», αλλά «ό,τι συμβαίνει στο εσωτερικό ενός ζευγαριού είναι ιδιαίτερο …, χωριστό από την υπόλοιπη ανθρώπινη εμπειρία, διαφορετικό από τη ζωή γενικά», με τα λόγια του Ουελμπέκ.

Σαν δύο ναυαγοί σε μια σχεδία, ο Πωλ και η Πρυντάνς έχουν μόνον τον εαυτό τους, χωρίς να βρίσκουν μια θέση σε μια κοινή πραγματικότητα. Καθώς είναι αποπροσανατολισμένοι, ανίκανοι να κυριαρχήσουν στα γεγονότα, φαίνονται πιο αληθινοί στην «εγγύτητα του τίποτα», από την εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος, και επομένως έτοιμοι να αναγνωρίσουν μια αχτίδα φωτός όταν αυτή έρχεται πάνω από το προσκεφάλι του άρρωστου πατέρα για να εκτιναχθεί στη συνέχεια. Πολύ πέρα από την πολιτική είναι η λυτρωτική δύναμη της αγάπης, ως ο μόνος βιώσιμος τρόπος για να συνοδεύσει τη γήρανση και μετά την συμφιλιωτική προσέγγιση του θανάτου. Εδώ ο Ουελμπέκ επιστρέφει σε ένα αγαπημένο του θέμα, αυτό της έλλειψης της αγάπης στον σύγχρονο, απελευθερωμένο κόσμο και δίνει τη λύση σκηνοθετώντας την ανάσταση του γάμου του ζευγαριού. Η πνευματική και σωματική επανένωση του ζευγαριού δεν φθίνει ακόμη και όταν ο Πωλ διαγιγνώσκεται με επιθετικό καρκίνο. Ενώ υποβάλλεται σε βαριές θεραπείες, διαβάζει αδηφάγα όχι τους «απογοητευτικούς φιλοσόφους» αλλά τις ιστορίες του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ. «Μερικές φορές του ερχόταν άθελά του στον νου η τελευταία φράση του Σέρλοκ Χολμς, “Εμπρός μαρς, Γουότσον, είναι ώρα να φύγουμε”».

Ακόμα κι αν η σαρκαστική οξυδέρκεια του Ουελμπέκ παραμένει, η «Εκμηδένιση» δεν είναι ένα βιβλίο προορισμένο για να προκαλέσει. Είναι το πιο ήρεμο, πιο ειρηνικό μυθιστόρημα, λιγότερο αφοριστικό ή σεξιστικό, και τελικά πολύ περισσότερο συγκλονιστικό και συγκινητικό του Γάλλου συγγραφέα, το οποίο σημαδεύεται από μια βαθιά μελαγχολία. Μπορεί οι σελίδες που σχετίζονται με τις προεκλογικές στρατηγικές ή την αλληλεξάρτηση της πολιτικής εξουσίας με τα μέσα ενημέρωσης, παρά τις αναφορές στην τρέχουσα γαλλική πολιτική, να προκαλούν κάποια πλήξη, αλλά όταν ο κατευναστικός εδώ Ουελμπέκ αγγίζει την υπαρξιακή απελπισία και τα κέντρα πόνου των χαρακτήρων του, άρα του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, γράφει με ευαισθησία, τρυφερότητα και φιλοσοφική διάθεση, καθηλώνοντας τον αναγνώστη που νιώθει σαν να ακούει ένα τραγούδι των Μπιτλς για την αγάπη.

 

«Εκμηδένιση» Μισέλ Ουελμπέκ, εκδ. «βιβλιοπωλείον της Εστίας», μτφρ. Γιώργος Καράμπελας , σελ. 656

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΑρχίζει το συνέδριο : Η Επανάσταση του 1821 και οι Νεοελληνικές Τέχνες (14 και 15/4)
Επόμενο άρθροΑμαντέους – Σαλιέρι, όταν η μεγαλοφυία δεν μοιράζεται δίκαια (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ