Μισάνοιχτα μύδια (διήγημα της Μάχης Τζαβέλλα)

0
346

 

της Μάχης Τζαβέλλα

 

 

Στο μπάνιο, με τη βοήθεια μιας οδοντόβουρτσας χτένιζα τις τρίχες πανικοβλημένη στη θέα της πρώτης άσπρης και ήταν σαν ν’ άκουγα τα λόγια της γιαγιάς μου, της βάβως, όπως περιφρονητικά την αποκαλούσα, όταν αυτή διέκρινε, ήμουν δεν ήμουν δεκατρία, τις πρώτες σγουρές τρίχες στο, μέχρι τότε, πουλάκι μου. ‘Μάλλιασες κι εσύ’ και θυμάμαι ότι αυτό το μάλλιασες μου είχε ραγίσει την καρδιά. Δεν ήταν τόσο ο τόνος της φωνής της, όσο η έκφραση στο πρόσωπό της, σαν να έβλεπε κάτι το βρώμικο, το μιαρό. Και να που τώρα, παρά τα χρόνια που μεσολάβησαν, ένιωθα περίπου το ίδιο στη θέα των πρώτων άσπρων τριχών.

Τα καλοκαίρια συνήθιζε να πλένει τα πιάτα ξεβράκωτη, κάτι που με κάνει ακόμα ν’ αναρωτιέμαι πώς στο καλό έγινε και το πρωτοπήρα χαμπάρι. Όπως και να ‘χει, από τη στιγμή που το ανακάλυψα, θυμάμαι να πέφτω στα τέσσερα από πίσω της, όσο αυτή στεκόταν όρθια μπροστά στο νεροχύτη, παρατηρώντας το αιδοίο της με ανάμεικτα συναισθήματα, ενώ άξιο απορίας ήταν ότι αυτή, τις περισσότερες φορές, παρέμενε απαθής.

Η κουζίνα βρισκόταν ανάμεσα σε δύο εξωτερικές πόρτες, που τα καλοκαίρια έμεναν ορθάνοιχτες μέρα-νύχτα, κι έτσι λουζόταν από το άπλετο φως του ήλιου. Εκεί, αμέτρητα μεσημέρια, εγώ κάτω από τα φουστάνια της, με όλη μου την άνεση να χαζεύω το γερασμένο σκουρόχρωμο δέρμα και τις διάσπαρτες γκριζωπές τρίχες γύρω από το επίμαχο σημείο. Όλο και πιο καθαρά φέρνω την εικόνα στο μυαλό μου, το ανάποδο μύδι της, όπως ονόμασα το αιδοίο πολύ αργότερα, όταν πρωτοαντίκρισα το συμπαθές μαλάκιο.  Γιατί από μύδια, όπως και για ένα σωρό άλλα πράγματα, από πού και ως πού να γνωρίζω, ενώ από καρπούζια άλλο τίποτα. Καταναλώναμε καρπούζια σε υπερβολικό βαθμό, πολλές φορές μάλιστα αποτελούσαν το κύριο μεσημεριανό μας γεύμα, συνοδευμένο με λίγο ψωμί και ελιές.

Αυτό ακριβώς είχα την πρόθεση να κάνω και τώρα μόλις θα τέλειωνα με το μπάνιο μου. Θα έπεφτα με τα μούτρα στο δροσερό καρπούζι, όπως τότε, που  προτού η γιαγιά το τοποθετήσει καλά-καλά στο τραπέζι, εγώ γαντζωμένη στη φούστα της, διεκδικούσα επίμονα την πρώτη φέτα, όσο γίνεται μεγαλύτερη για να έχει μπόλικη καρδιά. Όριζα με τα μικρά μου δάχτυλα το μέγεθος κι αν καμιά φορά αυτή αντιδρούσε κατηγορώντας με ότι δεν είχα κάνει κάτι καλό για να την αξίζω, στο τέλος υπέκυπτε στο παρακλητικό ύφος μου.

Παρατηρούσα μαγεμένη τη διαδικασία και πάντα διακατεχόμουν από μια ευχάριστη αγωνία αν θα κατάφερνε να το κόψει με την πρώτη. Συνήθως επαναλάμβανε την κίνηση για να σιγουρευτεί ότι είχε κοπεί, πράγμα που επιβεβαίωνε ο μεθυστικός ήχος, εκείνο το κλάτς καθώς το καρπούζι χωριζόταν στα δύο. Όσο για μένα, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, είχα εξαφανιστεί και προτού καλά-καλά σκαρφαλώσω στις άκρες του πηγαδιού είχα ήδη καταβροχθίσει κάμποσο, φτύνοντας με αναίδεια τα κουκούτσια στο έδαφος· με μάλωναν για αυτή τη συνήθειά μου, αλλά τους κατεύναζε συνήθως η υπόσχεσή μου ότι θα τα καθάριζα αμέσως μετά.

Το αιρκοντίσιον βογκούσε για να διατηρήσει τη θερμοκρασία σε ανεκτά επίπεδα, ενώ το δροσερό νερό που έπεφτε στο κεφάλι μου, και ύστερα γλιστρούσε στο σώμα μου, μου προκαλούσε μια ανατριχίλα όπως ένιωθα τότε πίσω από τις μισόκλειστες πόρτες. Κι έτσι, σαν προστατευμένη από τον ήχο του νερού, μια σκοτεινή παρόρμηση με έκανε να θέλω να χαϊδευτώ. Το υγρό  στοιχείο εξάλλου μου επέτρεπε να χαθώ σ’ έναν αλλοπρόσαλλο κόσμο μόνο εγώ και τα βογγητά μου.

Αν και με εξαίρεση τα καρπούζια, τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων δεν ήταν και τόσο συναρπαστικά, δεν μπορώ να μην ανακαλέσω με συγκίνηση τη μεθυστική εμπειρία του οργασμού, για τον οποίο δεν ήταν αμέτοχες οι δύο μισάνοιχτες πόρτες. Όχι ότι έχει και τόσο σημασία το πού και το πώς, η απόλαυση  ήταν που μετρούσε και ας την πλήρωσα αργότερα ακριβά. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή, στην καρδιά του καλοκαιριού, κρυμμένη με αγωνία πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα, μέχρι να ακούσω τους πρώτους αναστεναγμούς, να νιώσω τον πρώτο σπασμό  και κάπως έτσι,  αυθόρμητα, ν’ αγγίξω για πρώτη φορά το δικό μου μύδι. Με συνέπαιρνε η ηδονή κι ήταν σαν να βούλιαζα σε απαλά σύννεφα, σαν οι ανάσες τους να έσπρωχναν προς το μέρος μου σύννεφα που μ’ έπαιρναν και με πήγαιναν ψηλά.

Έτσι ένιωθα ακούγοντας το μείγμα των ψιθύρων, των κοφτών λέξεων που σιγά σιγά μετατρέπονταν σε βογγητά, ώσπου όλα ενωμένα κατέληγαν σ’ ένα  μεγάλο, εξαντλητικό και παρατεταμένο βογγητό. Τότε είναι που εγώ ζούσα το ταξίδι μου. Ταξίδευα με τον εαυτό μου, κι έτσι ταξιδεύοντας έστω για λίγο, δεν βρισκόμουν μπροστά σε μια σκασμένη πόρτα, ούτε είχα πίσω μου έναν βρώμικο τοίχο. Μόνο το μύδι μου σπαρταρώντας μου χάριζε ένα διαφορετικό ταξίδι, χωρίς να έχω μετακινηθεί ούτε κατά ένα βήμα.

Το χειμώνα βέβαια τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Χωρίς μισάνοιχτες πόρτες, χωμένη κάτω από δυο, τρεις, βαριές κουβέρτες, δύσκολα έφταναν στ’ αυτιά μου οι μεθυστικοί ήχοι, με αποτέλεσμα να καταφεύγω στην επινόηση άλλων, δικών μου ιστοριών και να εφευρίσκω τις απαραίτητες φωνές.  Στην αρχή, υποκρινόμουν ότι τάχα βρίσκομαι πίσω από τη γνωστή μισάνοιχτη πόρτα και συνέβαιναν τα ίδια. Η φαντασία μου ήταν οργιώδης, με αποτέλεσμα να συλλαμβάνω τη μία ιστορία μετά την άλλη, χωρίς να περιορίζομαι από τις πραγματικές διαστάσεις του χώρου. Κατάργησα εντελώς τις ενοχλητικές πόρτες και τοποθέτησα στο προσκήνιο τον εαυτό μου, αλλάζοντας με ευκολία πρόσωπα και καταστάσεις, ανάλογα με την περίσταση.

Παρά τις δραστικές αλλαγές ωστόσο, αν και ήμουν εγώ η πρωταγωνίστρια,  στην πραγματικότητα παρέμενα θεατής. Λίγο αργότερα, στην ηλικία των δεκαέξι, σχεδόν απροειδοποίητα, εντελώς ξαφνικά, αισθάνθηκα να μου κινούν το ερωτικό ενδιαφέρον γυναίκες. Ήταν, κάπου εκεί τριγύρω, κρυμμένες, λες και παραφύλαγαν, κάνοντας την εμφάνισή τους διστακτικά, ενώ  εγώ, υποκρινόμουν ότι δεν αντιλαμβάνομαι την παρουσία τους. Ακόμα και τώρα αναρωτιέμαι πώς, ασυναίσθητα έστω, συνέδεσα αυτή τη φαντασίωσή μου με τη συνήθεια της γιαγιάς, το ξεβράκωμα και την απάθειά της, όσο εγώ επεξεργαζόμουν τα απόκρυφά της γονατισμένη και κρυμμένη ανάμεσα στα σκέλια της.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here