….μην ξεχάσεις εκείνο το πρωί στην Κηφισιά (της Χριστίνας Γκορίτσα)

0
313

 

της Χριστίνας Γκορίτσα

Οι Μέρες της Κηφισιάς κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη και αποτελούν το τρίτο κατά σειρά πεζογράφημα της Εύας Μαθιουδάκη, έχει προηγηθεί η νουβέλα  Αυτός ο ένας, ο Αρίστος (Γαβριηλίδης, 2014), η συλλογή διηγημάτων Μικρά πείσματα (Το Ροδακιό, 2017) και, σε συνεργασία με τον Κωστή Σχιζάκη, το μυθιστόρημα Ο φταίχτης (Καστανιώτης, 2019). Εδώ η συγγραφέας επιχειρεί να ζωντανέψει πολλές πτυχές της ζωής στο αριστοκρατικό προάστιο της Κηφισιάς των παλαιότερων δεκαετιών, αλλά, παρά το γεγονός ότι επιλέγει τον λυρισμό ως δεσπόζον αφηγηματικό ύφος, καταφέρνει να θίξει καίρια κοινωνικά ζητήματα που χαρακτήριζαν τον ταραγμένο μεταπολεμικό κόσμο. Παράλληλα με τη ζωή των ηρώων της,  αποτυπώνει τη σταδιακή μετεξέλιξη της Κηφισιάς, από παραθεριστικό προορισμό της μεγαλοαστικής τάξης σε αστικό κέντρο.

Εμβληματικό και συμβολικό κέντρο του μυθιστορήματος αποτελεί ο κήπος μιας εκ των πιο φημισμένων επαύλεων της Κηφισιάς, ο κήπος των Σωτηριάδηδων, στο χωρικό πλαίσιο του οποίου εκτός από τους ιδιοκτήτες της βίλας ζει και ο Παναγής, ο κηπουρός τους, με την Ουρανία, την  οικονόμο, και την κόρη τους Ισμήνη· δύο οικογένειες με μεγάλη ταξική απόκλιση μεταξύ τους.  Η Μαθιουδάκη με το θεματικό αυτό τέχνασμα στρέφει εξαρχής τη συνείδηση του αναγνώστη σε έναν βαθύτερο κοινωνικό προβληματισμό, υπό το πρίσμα του οποίου ο αναγνώστης δεν θα εφησυχαστεί σε μία «ρομαντική» πρόσληψη αλλά αντιλαμβάνεται εξαρχής ότι το μυθιστόρημα έχει πιο ουσιαστικές αξιώσεις. Συγκεκριμένα, παρακολουθούμε τη ζωή των πλουσιόπαιδων Σπυρίδωνα και Βιργινίας Σωτηριάδη που μεγαλώνουν μαζί με την κόρη του Παναγή και, παράλληλα, των δύο παιδιών του αμαξά Πασχάλη και της πλύστρας Μαρίκας, του Θοδωρή και της Μαρίνας. Ενδιαφέρον έχει το πώς παιδιά με διαφορετικές διεκδικήσεις από τη ζωή μεγαλώνουν στην ίδια γειτονιά. Πρωταγωνιστική φιγούρα αναδεικνύεται η Ισμήνη, με έναν μεγάλο, ανεκπλήρωτο έρωτα με τον αριστερών πεποιθήσεων δάσκαλο και ποιητή Λευτέρη και ένα οικογενειακό μυστικό, που αποκαλύπτεται στο τέλος του μυθιστορήματος και συντελεί στην εσωτερική της ωρίμανση και ολοκλήρωση. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος στέκεται όχι μόνο η αποκάλυψη του  μεγάλου οικογενειακού μυστικού— που η Ουρανία μόνο γνωρίζει και το παίρνει μαζί της με τον θάνατό της— αλλά και το κατά πόσο θα επηρεάσει εν τέλει τη ζωή της Ισμήνης, όταν αποκαλύπτεται απροσδόκητα λίγο πριν τον γάμο της με τον γιατρό Ζήσιμο Καναπίτσα. Ο προσεκτικός αναγνώστης από την αρχή διαισθάνεται την ύπαρξη ενός «νοηματικού κενού», το οποίο η συγγραφέας περνά με έναν πολύ λεπτό τρόπο, μέσα από προσημάνσεις, που βαθμιαία διασαφηνίζονται, ήδη πριν την αποκάλυψη του μυστικού: «Η ομοιότης του Μιχάλη Σιγάλα, που για πρώτη φορά τον έβλεπε στη ζωή του, με την κόρη τους Ισμήνη, τον είχε αφήσει άφωνο». Η συγγραφέας, χωρίς να βαραίνει τον αναγνώστη, μέσα από έναν λεπτό αφηγηματικό βηματισμό και συγκινησιακή ατμόσφαιρα που κορυφώνεται στις ερωτικές επιστολές και στις λυρικές εξομολογήσεις, αναδεικνύει την πολύπλοκη εσωτερική διαδρομή της Ισμήνης προκειμένου να ορίσει τις προσωπικές αξίες και τις κρίσιμες επιλογές για το μέλλον της.

O χειρισμός του χρόνου αναδεικνύεται σε μείζον αφηγηματικό χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος, εξαιτίας των αλλεπάλληλων χρονικών  παρεκκλίσεων και αναδρομών που  δημιουργούν την εντύπωση μιας θρυμματισμένης ευθείας και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, συμπαρασύροντάς τον σε μία ενδελεχέστερη διανοητική και συναισθηματική εμπλοκή που ενισχύει την αναγνωστική απόλαυση. Μέσα σε αυτή τη λογική εντάσσεται η αφηγηματική τεχνική  in media res για την έναρξη της ιστορίας, καθώς το μυθιστόρημα ανοίγει και κλείνει με την κόρη της Ισμήνης σε νεαρή ηλικία. Η αιτιακή σύνδεση των γεγονότων υποχωρεί μπροστά στην εξιστόρηση ως συνειρμικό και συναισθηματικό ξεδίπλωμα, όπως αυτό υπαγορεύεται από τη μνημονική ανάκληση του αφηγητή. Γι’ αυτό η φράση που αγαπάει ιδιαίτερα η συγγραφέας «δεν είναι ο χρόνος κυκλικός μόνο συναισθηματικός» είναι αποκαλυπτική των προθέσεων της. Εξάλλου, σε αρκετά σημεία η Μαθιουδάκη μέσα από τη φωνή των ηρώων επανέρχεται στο ζήτημα της μνήμης, επιτρέποντας να διαφανεί η αφηγηματική της τεχνική ως προς τη διαχείριση του  χρόνου: «Κάποιοι λένε πως ο χρόνος μοιάζει με κινηματογραφική ταινία που τα καρέ της τα φωτίζει με τη σειρά του ο προβολέας … έτσι ο χρόνος παραμένει ακίνητος μέχρι που ο προβολέας του «τώρα» να φωτίσει τις στιγμές του».

Επιπλέον, ο επιδέξιος χειρισμός της χωρικής αναπαράστασης, αναδεικνύεται από την εικονοποιητική δύναμη των περιγραφών, που, χωρίς να ατονούν τον  αφηγηματικό ρυθμό, δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη για ένα ταξίδι στον χρόνο και στο χώρο,  ξαναζωντανεύοντας τις γειτονιές της Κηφισιάς του ’50 και του ’60. Η περιγραφή του χώρου δεν έχει μόνο εικαστική-αισθητική  αξία, δηλαδή δεν εκφράζει μόνο την ανάγκη της συγγραφέως για την ανάδειξη της ομορφιάς του φυσικού περιβάλλοντος αλλά οι περιγραφές είναι δεμένες με τα γεγονότα, αναδεικνύεται δηλαδή και ως χώρος δράσης των προσώπων. Πολλές φορές η απεικόνιση του τοπίου αποδίδεται με την οπτική ενός ήρωα, και λειτουργεί περισσότερο σαν καθρέφτης της ψυχοσύνθεσης και της ιδιοσυγκρασίας της κεντρικής ηρωίδας: «με το πρώτο φως της ημέρας, όταν τα μακρινά παίρνουν τις ίδιες αποχρώσεις με τα κοντινά, όταν το γλαυκό στην άκρη του βουνού κρατάει μέσα του κάτι από το φέγγος της ανθισμένης αμυγδαλιάς, τότε, σκεφτόταν η Ισμήνη, το μόνο που άξιζε να εκφράσει κανείς με λόγια, με ζωγραφιές και μουσική ήταν η αλήθεια». Στο επίκεντρο σταθερά βρίσκεται ο κήπος, ένας   συνοριακός μεταβατικός χώρος, μια «γέφυρα» που συνενώνει τις οικογένειες των Σωτηριάδηδων και του Παναγή, δυο πλευρές για τις οποίες ο «έξω», «εκτός του κήπου» κοινωνικός χώρος έχει θεσπίσει αγεφύρωτες διαφορές. Με την έννοια αυτή ο κήπος συμβολοποιείται και αποκτά  υπερβατικές διαστάσεις, αποκτώντας περισσότερο ηθική παρά χωρική διάσταση: «Κι έτσι μπλέχτηκαν οι ζωές τους και έζησαν σαράντα χρόνια μαζί και χωριστά στο ίδιο κτήμα … Βίοι  παράλληλοι στη δίνη της ζωής και του πολέμου, ήρωες και θεατές του ίδιου έργου». Σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος διαφαίνεται ένας τραγικός τόνος με τον οποίο η συγγραφέας στήνει την πλοκή, με την έννοια ότι τα πρόσωπα είναι δέσμια της μοίρας που τους υπαγορεύει η κοινωνική τους τάξη. Αυτό το πεδίο των κοινωνικών αντιπαραθέσεων διευρύνεται με την έλευση των προσφύγων στις αρχές του περασμένου αιώνα, δείχνει αντιθέσεις που  διατηρήθηκαν ως και τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολεμικής περιόδου και που επιμαρτυρούν τον «ταξικό» διαχωρισμό της πόλης σε «άνω» και «κάτω»: «Εμείς οι τουρκόσποροι,” όπως μας έλεγαν, από την κάτω πλευρά της Λεωφόρου και οι άρχοντες από την πάνω», «δεν χρειάζονταν να ξεκινούν χαράματα από τη Νέα Ερυθραία, τ’ Αλώνια, ή τα Πατσαβουρέïκα μες στη βροχή και στο κρύο για να έρθουν να δουλέψουν στη βίλα». Σε όλο το μυθιστόρημα υπάρχουν διάχυτες λεπτομερείς αναφορές στην καθημερινή ζωή της μεγαλοαστικής τάξης, που μέσα από την αφηγηματική φωνή και τις αναμνήσεις της Ισμήνης  ηχούν πολλές φορές ειρωνικά: «Το βράδυ θα έρθει η Καίτη με τον Πάνο για μπριτζ», «Άλλοτε σαν καθωσπρέπει δεσποσύνες, να πίνουν το αναψυκτικό τους στον «Ανθό της Κηφισιάς» κι αργότερα στον «Βάρσο», στην «Αλάσκα», στο «Edelweiss», «έτοιμα όλα από μέρες για τον ετήσιο χορό στο Cecil», «τα πρωινά και τ’ απογευματινά συνολάκια, τη βραδινή τσάντα, τα παπούτσια περιπάτου, τις dames de compagnie, τις υπηρεσίες, τις νταντάδες», «περπάτησαν μέχρι το γειτονικό «Σεμίραμις» και γιόρτασαν με αφρώδη οίνο Cair».

Παράλληλα βλέπουμε να ζωντανεύει και η πνευματική ζωή της εποχής, παρακολουθούμε τα πρόσωπα ως πομπούς και δέκτες των νέων ιδεών, τη στάση τους απέναντι στην τέχνη, στην εκπαίδευση, στην πολιτική. Συγκεκριμένα η Ισμήνη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία από τις πρώτες φεμινίστριες, καθώς αποφασίζει να αντιδράσει σε παρωχημένες αντιλήψεις και προκαταλήψεις για την κοινωνική θέση της  γυναίκας και να μην επιλέξει να  διοριστεί ως απόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας του Αρσακείου, καθώς, όπως ομολογεί η ίδια στον Ζήσιμο: «δεν άντεχα να περιμένω τον διορισμό μου, πνιγόμουν στο σπίτι … η γραφομηχανή και η στενογραφία μου πρόσφεραν ελευθερία και ένα καλό μηνιάτικο. Διαφορετικά θα παρέμενα εδώ, πίσω από τη μάνα μου, τη βίλα και τον μικρόκοσμό της». Η Ισμήνη παρακολουθεί το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον της εποχής, ως αναγνώστρια  (Άγουρα χρόνια, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ), ως θεατρόφιλη (Έντα Γκάμπλερ) ή βλέποντας στο σινεμά Τη Δίκη του Κάφκα, με τη Ζαν Μορώ και τον Άντονι Πέρκινς, με τις συστάσεις της κριτικής του Βάσου Βαρίκα στην εφημερίδα Τα Νέα. Παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά της γειτονιάς, τα μυεί στον κόσμο της λογοτεχνίας διαβάζοντάς τους κλασικά έργα σε συνέχειες, όπως τον Όλιβερ Τουίστ του Κάρολου Ντίκενς, σε εκδόσεις Γκοβόστη, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει για να επιτονίσει την επαφή της με την ποιοτική λογοτεχνία. Η Ισμήνη δεν ήταν ο κλασικός τύπος δασκάλας αλλά  ένας άνθρωπος που ενέπνεε και στήριζε συναισθηματικά τα παιδιά με πολλούς τρόπους.  Επίσης, μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα κοινωνικής κινητικότητας, καθώς με τη δυναμική πορεία της η κόρη του κηπουρού κερδίζει μια θέση σε ανώτερη κοινωνική τάξη μετά το γάμο της με τον γιατρό Ζήσιμο Καναπίτσα. Αλλά και ο πρώτος σύντροφος της Ισμήνης ο αριστερός δάσκαλος Λευτέρης, αναδεικνύεται ως  μυθιστορηματικό πρόσωπο με έντονη πνευματική δράση και αντισυμβατικό τρόπο ζωής, καθώς κάνει τα πρώτα του βήματα στον χώρο της λογοτεχνίας, ως ποιητής και ως μεταφραστής έργων του Γκαίτε, του Ρίλκε, του Χάινε. Παράλληλα αποδίδεται η πνευματική ατμόσφαιρα της εποχής μέσα από τα γράμματά του προς την Ισμήνη, όταν αναφέρεται π. χ. στις δημοσιεύσεις του στη Νέα Εστία  ή στις επαφές του με τον Πέτρο Χάρη. Βλέπουμε λοιπόν πως η Μαθιουδάκη δεν εξιστορεί απλώς προσωπικές ιστορίες αλλά αναδεικνύει και τον χώρο ως τόπο πηγή έμπνευσης και ερεθισμάτων, όπου τα άτομα αποκτούν συνείδηση του κόσμου και ορίζουν τον προσωπικό τους ρόλο στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ταυτόχρονα, η Κηφισιά αναδεικνύεται ευρύτερα, καθώς παρουσιάζεται ως πόλος έλξης σημαντικών διανοουμένων. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή της συνάντησης της Ουρανίας με τον Φώτη Κόντογλου, κατά τη διάρκεια μιας αγιογράφησης  στον ναό της Αγίας Ειρήνης. Η καλλιτεχνική φιγούρα όμως που ενέπνευσε την Τριανταφυλλιά, την κόρη της Ισμήνης (που αποτελεί και το προσωπείο της Μαθιουδάκη), ήταν ο παράξενος, εσωστρεφής γείτονας, ο επονομαζόμενος κ. Νώντας, δηλαδή, ο Επαμεινώνδας Γονατάς.  Η προσωπικότητα του καταξιωμένου λογοτέχνη αναδύεται με ξεχωριστή αφηγηματική δύναμη, αποκαλύπτοντας την εσωστρεφή του ιδιοσυγκρασία, που  ήταν και ο λόγος της δικής του απομόνωσης στην Κηφισιά, δίπλα στον κήπο της Τριανταφυλλιάς, μες σε έναν κήπο που είχε γίνει κλειστός τόπος λογοτεχνικών συναντήσεων. Γίνεται, επομένως, ξεκάθαρα αντιληπτή η πρόθεση της συγγραφέως για  αποτύπωση του στοχασμού των προσώπων και των πνευματικών κινήτρων που αντλούσαν από την Κηφισιά.

Για όλους αυτούς τους λόγους το νέο βιβλίο της Μαθιουδάκη αποτελεί μια πρόκληση για τον αναγνώστη. Καλογραμμένο, γοητευτικό και πολυεπίπεδο το μυθιστόρημα Μέρες της Κηφισιάς χαρακτηρίζεται από την ευαίσθητη ματιά της συγγραφέως απέναντι στις ανθρώπινες ιστορίες και την ευρύτερη εικόνα της πόλης μας.

Ευα Μαθιουδάκη, Μέρες της Κηφισιάς, Καστανιώτης

Βρες το εδώ

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΒραβεία Νόμπελ, ‘…μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου!’ (του Χρήστου Τσιάμη)
Επόμενο άρθρο Λογοτεχνία, συναίσθημα και Ιστορία  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here