Μηχανικοί της Αναγέννησης (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

1
1159
Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε στη Φλωρεντία,

 

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου(*)

 

Ρώτησαν ένα όμορφο κορίτσι που σπούδαζε πυρηνική φυσική: «πώς μπορεί ένα λουλούδι να ενδιαφέρεται γι’αυτό το πεδίο;», και η κοπέλλα απάντησε γελώντας: «πώς μπορεί να υπάρξει ένα λουλούδι στο κενό, χωρίς τη φυσική, την μηχανική να το υποστηρίζει;»

Με αυτή την παραβολή, φίλοι Ιταλοί με εισήγαγαν στο θέμα των μηχανικών της Αναγέννησης, όταν διερωτήθηκα για τον ρόλο τους σ’αυτή την θαυμαστή, εξόχως δημιουργική, υψηλής αισθητική εποχή. Με παρέπεμψαν μάλιστα, μεταξύ άλλων, στο βιβλίο “Λεονάρντο και Μακιαβέλι” του Patrick Boucheron, το οποίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά, όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στον μηχανικό με τον όρο “ingenium”, με την ευγενή έννοια που η Αναγέννηση αποδίδει στη μηχανική, ως τέχνη της επινόησης και της πραγματογνωμοσύνης. Στις μέρες μας, υπάρχει διεθνώς ένα αυξημένο ενδιαφέρον γι’αυτό το ζήτημα. Μεταξύ άλλων, πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Harvard University Press, μεταφρασμένο από τα ιταλικά, το βιβλίο του Paolo Galluzzi « The Italian Renaissance of Machines».

Στο βιβλίο του ο Galluzzi- διακεκριμένος ιστορικός των επιστημών και της τεχνολογίας, διευθυντής στο Μουσείο για τον Γαλιλαίο, Καθηγητής Πανεπιστημίου στη Σιένα και τη Φλωρεντία, υπεύθυνος για την επιβλητική σειρά για την Ιστορία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, των εκδόσεων Einaudi – αναφέρεται στον Mariano di Iacopo, γνωστό ως Taccola (1382-1453), κυβερνητικό υπάλληλο στη Σιένα, συμβολαιογράφο, συγγραφέα, καλλιτέχνη και μηχανικό, περιγράφοντάς τον ως «ανθρωπιστή των μηχανών». Ο Τάκκολα (Taccola) ήταν πολύ επινοητικός σε σχέση με την τεχνολογία και τις κατασκευές, ιδιαίτερα στο πεδίο των υδραυλικών έργων, τόσο που τον προσομοίωναν με τον Αρχιμήδη της αρχαιότητας. Το βιβλίο του «De machinis» (Για τις Μηχανές, 1449), το οποίο σώζεται ως χειρόγραφο, και το οποίο έγραφε και συμπλήρωνε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, δεν θα ήξεραν σε ποιο ράφι να το βάλουν στα σύγχρονα βιβλιοπωλεία, όπως γράφει η ιστορικός του Stanford, Jessica Riskin, καθώς το βιβλίο έχει συνάφεια βεβαίως με την επιστήμη και την τεχνολογία, αλλά ταυτόχρονα και με τις τέχνες, με την κλασική γραμματεία, με δράσεις και περιπέτειες, με κόμικς, με φαντασία και χιούμορ, με λογοτεχνία, και οπωσδήποτε με την πολιτική.

Αποκαλώντας ο Galluzzi τον Τάκκολα «ανθρωπιστή των μηχανών» εννοεί κατ’αρχάς ότι ο Τάκκολα έγραφε στα λατινικά και προσπαθούσε να αντλήσει γνώσεις από αποσπάσματα αρχαίων κειμένων. Αλλά αυτό δεν ήταν το κύριο. Υπάρχει μια βαθύτερη και πιο ενδιαφέρουσα σημασία στον τρόπο με τον οποίο ο Τάκκολα και οι συνοδοιπόροι του λειτουργούσαν ως ανθρωπιστές:  θεωρούσαν ότι υφίσταται μια θεμελιώδης ενότητα όλων των τύπων της γνώσης και της δημιουργίας, μια ενότητα κλειδί για την οποία ήταν οι αρχαίες πηγές. Όταν οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον όρο «αναγεννησιακός άνθρωπος» εννοούν γενικά κάποιον με πολλά ταλέντα και πολλές ενασχολήσεις. Αλλά αυτό είναι πολύ απλουστευτικό. Για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής ο όρος δεν σήμαινε μόνο την καλλιέργεια πολλών ενδιαφερόντων. Αυτό που είχαν στον νου τους ήταν ότι οι διάφορες πρωτοβουλίες και δραστηριότητές τους συγκλίνουν σε μία, συνολική ανθρώπινη στάση ως προς τα πράγματα, όπως ακριβώς στην αναγεννησιακή θεώρηση μικρόκοσμος και μακρόκοσμος συνδέονται με ένα δίκτυο κοινών συμβολισμών και νοημάτων. Κατά συνέπεια, ο Τάκκολα και οι άλλοι «ανθρωπιστές των μηχανών» αντιμετώπιζαν τον σχεδιασμό των μηχανών και της μηχανικής των κατασκευών, ως εντασσόμενο σε μια συνολική φιλοσοφική και καλλιτεχνική θεώρηση του κόσμου.

Ο Τάκκολα, κατά τον Galluzzi, επινόησε πολλές συσκευές και ιδιοκατασκευές που αφορούσαν τη σχέση του ανθρώπου με το νερό, από μάσκες για υποβρύχιες καταδύσεις μέχρι γεφυρώσεις ορμητικών ποταμών, αλλά εκτός από τις πρακτικές εφαρμογές σχεδίαζε και πειραματικές- όπως ο μεταγενέστερός του Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452- 1519)-προκειμένου να εξασκήσει συνδυαστικά το πνεύμα του στη φιλοσοφία, στην τέχνη, την εμπειρική επιστήμη. Όλα αυτά τα συνδύαζε και με την πολιτική, καθώς ενδιαφερόταν μεταξύ άλλων να προσφέρει βοήθεια με τις κατασκευές του σ’αυτούς που αντιμάχονται τον επεκτατισμό ηγεμόνων σε βάρος της πατρίδας τους ή τον σφετερισμό της εξουσίας από φορείς όπως η παπική εξουσία. Προκαλεί εντύπωση σήμερα ότι ο Τάκκολα συνέλαβε με πολύ πρακτικούς όρους, και τον σχεδιασμό των κατάλληλων μηχανών που θα τον υποστήριζαν, έναν ουτοπικό κόσμο για την αναψυχή των εργαζόμενων.

Το θέατρο των μηχανών

Η Αναγέννηση ήταν μία μεγαλειώδης εποχή που έσφυζε από έμπνευση, επινοητικότητα, τόλμη, αναζητήσεις, διανοητική περιέργεια, συναγωνισμό για το καλλίτερο, κινητικότητα, ρευστότητα στις κοινωνικές δομές και ευκαιρίες για πολλούς σε σχέση με τη σχετική ακαμψία του Μεσαίωνα, έμφαση στη ζωή των πόλεων και την ποιότητα του δημόσιου χώρου. Και βεβαίως ο πόλεμος ως «πατήρ πάντων»- κατά τη ρήση του Ηράκλειτου: ένας ασίγαστος πόλεμος μεταξύ των πόλεων-κρατών, αλλά και των εξωτερικών δυνάμεων που περιόριζαν την ανάπτυξή τους, μια κατάσταση με αυτή που προσομοίαζε στην αρχαία Ελλάδα, και όχι σε Αυτοκρατορίες ή μεγάλα φέουδα.

Η ανάπτυξη της μηχανικής ήταν συνυφασμένη με τα πολλά νέα έργα που κοσμούσαν πιά τον δημόσιο χώρο και πολλαπλασίαζαν την ακτινοβολία των πόλεων στον συνολικό χάρτη των εξελίξεων. Συνδεόταν επίσης με τα έργα κάθε λογής, όπως τα υδραυλικά ή οι γέφυρες, που ανταποκρινόταν στις νέες ανάγκες των ανθρώπων για κινητικότητα των ίδιων ή των εμπορευμάτων, αλλά και στην επέκταση και ανανέωση των αγροτικών καλλιεργειών.

Ενα πεδίο που πρέπει να κοιτάξει κανείς σε σχέση με την εξέλιξη της μηχανικής είναι ο πόλεμος. Η εισαγωγή του βαρέος πυροβολικού άλλαξε τη στρατιωτική αρχιτεκτονική. Άρχισαν να φτιάχνονται πολύ ισχυρά φρούρια με πύργους για τα κανόνια και τεράστιους κενούς χώρους μπροστά (spianata) για να μένουν οι επιτιθέμενοι ακάλυπτοι κι εκτεθειμένοι στα πυρά των αμυνομένων, υπόγειες στοές κ.α. Άλλο πεδίο καινοτομιών ήταν τα ίδια τα πυροβόλα όπλα που, τον 16ο αιώνα, δεν έπαψαν να εξελίσσονται.

Ο Γαλιλαίος μελέτησε προβλήματα σχετικά με την τέχνη του πολέμου ―όμως πολλά πράγματα τα οφείλει στην αστρονομική παρατήρηση και τα τηλεσκόπια που έφτιαχνε. Η οπτική είναι επίσης ένας κλάδος της Φυσικής που εξελίχθηκε πολύ εκείνη την εποχή (ο Σπινόζα λ.χ. έφτιαχνε φακούς) αλλά το ενδιαφέρον για την αστρονομία δεν τροφοδοτήθηκε από την αγάπη για την επιστήμη μόνο· η αστρολογία, ο ερμητισμός, πλατωνικές ιδέες για τις “ανταποκρίσεις” του σύμπαντος έπαιξαν επίσης σημαντικό ρόλο.

Οι μηχανές τώρα στηρίζονταν είτε στην ανθρώπινη δύναμη που πολλαπλασίαζαν με συστήματα μοχλών είτε σ’ αυτή του νερού ή του αέρα. Η φιλοδοξία που το αναγεννησιακό πνεύμα γέννησε σε ορισμένους, όπως λ.χ. τον Μπρουνελέσκι ή τον Λεονάρντο, τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει άλυτο πρόβλημα· χωρίς αυτό το σχέδιο  για τον τρούλο του καθεδρικού της Φλωρεντίας δεν θα είχε κάν γεννηθεί στο μυαλό του. Αλλά επειδή θεωρούσε πως όλα λύνονται, άφησε τη φαντασία του να το συλλάβει. Αυτή η αυτοπεποίθηση βοήθησε αργότερα και τον Βερόκιο να φτιάξει το σταυρό του τρούλου, που ανέβηκε στη θέση χάρη σ΄ένα πολύπλοκο σύστημα τροχαλιών.

Εχει ενδιαφέρον ότι οι επινοήσεις των μηχανικών δεν αφορούσαν μόνο τις μηχανές καθ’εαυτές, μα και μια πλειάδα στρατηγημάτων με τα οποία επιτυγχανόταν ο ειρηνικός ή πολεμικός σκοπός. Όπως, για παράδειγμα, αυτό του Taccola που σχεδίαζε την πυρπόληση εχθρικών κάστρων εξαπολύοντας μεθυσμένα από αλκοόλ ποντίκια, με αναμμένους δαυλούς δεμένους στην ουρά τους! Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να συνδέσω την ατμόσφαιρα κάποιων από αυτά τα στρατηγήματα με τα αρχαιοπρεπή παραμύθια των ταινιών της Τσινετσιτά της δεκαετίας του 1960, μα ενδέχεται ορισμένα από αυτά να είχαν επιτυχία και στο πεδίο της πραγματικότητας εκείνη την εποχή.

Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με τις λεγόμενες «φανταστικές μηχανές» του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Ενώ τις σχεδίαζε κυρίως για τη δική του αναψυχή αλλά και ως άσκηση προκειμένου να κατανοήσει τη λειτουργία των πραγμάτων, κάποιες αποδείχθηκαν πολύτιμες και στην πράξη, όπως τότε που ένας από τους πάτρωνές του, ο Λορέντζο ντι Πιέρο των Μεδίκων του ζήτησε το «αυτοκινούμενο λιοντάρι», για να το δωρίσει στον νέο βασιλιά της Γαλλίας, τον Φραγκίσκο τον Πρώτο. Η ιδέα των μηχανών αυτού του είδους υιοθετήθηκαν στα μέσα του 17ου αιώνα από τον Καρτέσιο για να υποστηρίξει την ιδέα του ότι τα ανθρώπινα σώματα είναι μηχανές και μπορούν να κατανοηθούν ως συναρμολογήσεις κινούμενων μερών.

Όπως επίσης αναλύει στο βιβλίο του ο Galluzzi, στις δραστηριότητες αυτές υπάρχει σε κάποιο βαθμό ακόμα ο απόηχος της μαγείας, σύμφωνα με τη μακρά παράδοσή της στο συλλογικό θυμικό αλλά και στις πρακτικές της. Η μαγεία έχει συνάφεια με τη χρήση ξεχωριστών δυνάμεων προκειμένου να σπρώξουν τη φύση έξω από τους συνηθισμένους της δρόμους, μα μπορεί να εκτραπεί και στην τερατογονία. Στο βιβλίο του « Bellicorum instrumentorum liber», που εκδόθηκε το 1420, ο Βενετσιάνος γιατρός  και τεχνο-μάγος Giovanni Fontana (1395-1455) παραθέτει μια σειρά από μηχανές που μοιάζουν με τα τέρατα των σύγχρονων ταινιών τρόμου.

                            ***

Εχει τη σημασία της μια αντιπαράθεση αυτών των συνθηκών με την κατάσταση στην βυζαντινή επικράτεια πριν από τους Οθωμανούς. Ο Βησσαρίων, επιβλητική μορφή της διανόησης της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος επέλεξε να ακολουθήσει τον Πάπα στη Ρώμη, μετά τη σύνοδο της Φλωρεντίας- Φερράρας (1438-1439) κατά την οποία ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η Παλαιολόγος συζήτησε με τον Πάπα για την ένωση των εκκλησιών ώστε να βοηθηθεί κατά των Οθωμανών, έστειλε το 1444 επιστολές στον τότε Δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ενημερώνοντάς τον για τις ραγδαίες εξελίξεις των οπλικών συστημάτων, και συμβουλεύοντάς τον για την αμυντική θωράκιση της Πελοποννήσου. Ο Βησσαρίων, για τον οποίο υπήρχαν πιθανότητες να γίνει ακόμα και Πάπας, είχε στενές σχέσεις με τους Παλαιολόγους, όπως και με τον φιλόσοφο Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό, ο οποίος μπορούσε να αναπτύσσει το έργο του στον Μυστρά χάρη στην προστασία του Κωνσταντίνου, παρά τις έντονες αντιδράσεις ισχυρών εκκλησιαστικών κύκλων και βεβαίως του Γεννάδιου Σχολάριου, Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης μετά την Αλωσή της από τους Οθωμανούς. Σε κάθε περίπτωση, η πλημμυρίδα των Οθωμανών του 15ου αιώνα δεν κατέστη δυνατόν να αντιμετωπιστεί από τα σπαράγματα των περιφερειών που είχαν απομείνει από την πάλαι ποτέ κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Μηχανική και Αισθητική των κατασκευών

Στις νέες συνθήκες, η μηχανική έπρεπε να ανταποκριθεί, εκτός από τις ανάγκες του πολέμου, στην οικοδόμηση νέων περίλαμπρων κατασκευών που κοσμούσαν πλέον τις πόλεις, όπως συνέβαινε συστηματικά την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η εκ νέου επαφή με την αρχαία γνώση έβρισκε σ’αυτό το πεδίο συγκεκριμένη εφαρμογή: προκειμένου να λύσει ο Μπρουνελέσκι το πολύ δύσκολο πρόβλημα του θόλου της εκκλησίας Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε στη Φλωρεντία, πέρασε πολλούς μήνες στη Ρώμη μελετώντας τον τρόπο που οι Ρωμαίοι κατασκεύασαν το περίφημο Πάνθεον. Κάθε καινούριο δημόσιο κτίριο συνιστούσε μια καινούρια πρόκληση για τη μηχανική, πολύ περισσότερο που κανένα δεν έμοιαζε με το άλλο: μία από τις κεντρικές λειτουργίες των νέων κατασκευών ήταν να αναδεικνύουν την υπεροχή μιας πόλης έναντι των άλλων, καλλιεργώντας αυτή την υψιπετή τοπικότητα, τόσο ζωντανή ακόμα στη σημερινή Ιταλία.

Επομένως, η μηχανική ήταν εκ των πραγμάτων συνδυασμένη με την αισθητική. Με μια αισθητική που δεν είχε σχέση με την πεζή διακόσμηση, μα συντονιζόταν με ένα ολόκληρο σύμπαν συμβολισμών και θεωρήσεων. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα εξαιρετικής κοσμικής αρχιτεκτονικής ήταν το Ανάκτορο των Μεδίκων (1444-1459) στη Φλωρεντία, έργο του Μικελότσο (Michelozzo), μαθητή του Μπρουνελέσκι.

Σύμφωνα με το θαυμάσιο λήμμα της Εγκυκλοπαίδειας Larousse για το θέμα, στα μεσαιωνικά ανάκτορα της Φλωρεντίας η τοιχοποιΐα αποτελούνταν από λίθους με έντονες κυφώσεις, που έμοιαζαν σαν να είχαν μόλις εξορυχθεί από το λατομείο κι έδιναν την εντύπωση του οχυρού. Με την Αναγέννηση εμφανίστηκαν μερικές βασικές αλλαγές: το ισόγειο γινόταν επίσης από λίθους με κυφώσεις, μα ο πρώτος όροφος κατασκευάζεται με απλό ισόδομο σύστημα, και ο δεύτερος από λεία λαξευτή τοιχοποιΐα. Η κατασκευή αφορά πλέον ένα αστικό περιβάλλον, δεν χρειάζεται να λειτουργεί ως οχυρό, το υποδηλώνουν και τα πολλά παράθυρά της που διατάσσονται σε ρυθμική σειρά, και επί πλέον υποδηλώνεται ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στους ορόφους, που αντιστοιχεί σε μια πρωτοφανέρωτη ποικιλία ρόλων και χρήσεων στο ίδιο κτίριο.

Η αναγεννησιακή διάταξη της πρόσοψης των μεγάρων αναπτύχθηκε περισσότερο στο Παλάτσο Ρουτσελάϊ (Palazzo Rucellai, 1445- 1470) στη Φλωρεντία, με σχέδια του σπουδαίου αρχιτέκτονα Αλμπέρτι. Ο Αλμπέρτι χρησιμοποίησε κλασικούς ρυθμούς στην όψη του κτιρίου, με επάλληλους πεσσούς, διαφορετικού ρυθμού στον καθένα από τους τρεις ορόφους, δημιουργώντας μιαν άλλη σχέση ανάμεσα στους διαφοροποιημένους ορόφους, από τον κοντόχοντρο τοσκανικό πεσσό του ισογείου ως τον υψηλό διακοσμητικό κορινθιακό πεσσό, που βρισκόταν στον τελευταίο όροφο. Για τον Αλμπέρτι, η ομορφιά της αρχιτεκτονικής συνίστατο στην αρμονική σχέση μεταξύ των μερών ενός κτιρίου, ενώ ο διάκοσμος συμπεριλαμβανομένων και των κλασικών ρυθμών, αποτελούσε βοηθητικό στοιχείο για τις αναλογικές σχέσεις.

Καταλήγοντας, το περίφημο βιβλίο «Ο βίος των καλλιτεχνών της Αναγέννησης» του Τζόρτζιο Βασάρι (1511- 1574) με τις ζωές και τα έργα διακεκριμένων αρχιτεκτόνων, ζωγράφων, γλυπτών της εποχής, είναι ένα πολύτιμο πανόραμα αυτού του πεδίου. Ο Βασάρι δεν είχε ζήσει την εκρηκτική πρώτη φάση της Αναγέννησης, μα βασίστηκε στις πλούσιες πηγές που αφορούσαν αυτή την περίοδο. Μεταξύ των πηγών είναι το βιβλίο “De ingeneis” του Τάκκολα. Εχει ενδιαφέρον ότι σ’αυτό το βιβλίο περιέχεται και μια μακρά συνομιλία του Τάκκολα με τον Μπρουνελλέσκι. Ο χαρισματικός μηχανικός θύμωσε με τη δημοσιοποίηση των εκμυστηρεύσεών του, οι οποίες δεν αφορούσαν τη στατική των κατασκευών, μα τον τρόπο που γινόταν τα έργα στη Φλωρεντία της εποχής. Ο Μπρουνελλέσκι είχε αναλάβει τη μελέτη του θόλου της Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε μετά από έναν εξαιρετικά απαιτητικό διαγωνισμό, μα κατά την υλοποίηση της μελέτης τον επίσημο τίτλο του επιβλέποντος είχε κάποιος ανίδεος άνθρωπος της γραφειοκρατίας που έκρυβε τον Μπρουνελλέσκι από τη δημόσια θέα, παριστάνοντας ότι αυτός κάνει το έργο. Ο δημιουργός, χολωμένος από αυτή τη στάση, έκανε τον άρρωστο για ένα μεγάλο διάστημα, οπότε τελικά ο επιτήδειος έπεσε στα πόδια του προκειμένου να επιστρέψει και να αναλάβει επίσημα το έργο για να μην πέσει η κατασκευή στα κεφάλια τους. Το περιστατικό αυτό, μαζί με πολλά άλλα δημοσιοποιημένα, γλυτώνουν την Αναγέννηση από μια μυθοποίηση, που θα ήταν ξένη με την ουσία της, καθώς θα την έθετε σε ένα απρόσιτο βάθρο που θα αποθάρρυνε τη δημιουργία, ενώ αντίθετα το πνεύμα της συνοψιζόταν στο “όλα είναι δυνατά” απέναντι στις αντιξοότητες τόσο της φύσης, όσο και των ανθρώπινων δράσεων.

Το πνεύμα της Αναγέννησης σήμερα

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να επαναφέρουμε μια εποχή του παρελθόντος, όσο θελκτική και να μοιάζει, μπορούμε όμως ασφαλώς να εμπνευστούμε από αυτή. Αλλωστε, κάτι τέτοιο έκανε και η Αναγέννηση σε σχέση με την αρχαιότητα, κάπως έτσι κινείται η ανθρωπότητα στη διαχρονική περιπέτειά της, αενάως συνδέοντας το παρελθόν της με το παρόν, επιδιώκοντας να επωφεληθεί από αυτή την ώσμωση.

Η Ελλάδα έχει πάντως χλωμές σχέσεις με την Αναγέννηση. Όχι με τη έννοια της ρηχής αγοραίας αιτίασης, ότι δηλαδή «τί να σου κάνει μια χώρα που δεν πέρασε από Αναγέννηση», η οποία ανιστορική και μηχανιστική αιτίαση λειτουργεί ως άλλοθι για την απραξία μπροστά σε μια σημερινή κακοδαιμονία. Οι σχέσεις είναι χλωμές με την έννοια ότι στην Ελλάδα δεν μελετάμε σε μεγάλη κλίμακα την Αναγέννηση, από την πλευρά της ιστορίας της κοινωνίας της, της αρχιτεκτονικής, ακόμα και της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Είναι χαρακτηριστική, σύμφωνα με διήγησή του, η κατάπληξη του Βαρώτσου, γλύπτη του «Δρομέα», σε σχέση με τα πολλά ζωντανά ακόμα αποτυπώματα εκείνης της εποχής, που συναναστράφηκε πηγαίνοντας για σπουδές στην Ιταλία. Το γούστο μας, η σχέση μας με την αισθητική και την υψιπετή δημιουργικότητα, πολλά θα μπορούσε να επωφεληθεί από μια τέτοια σοβαρή ψυχοδιανοητική συναναστροφή.

Αλλά το ζήτημα είναι γενικότερο. Στη φάση που διανύει σήμερα η ανθρωπότητα, η έμφαση είναι σε ένα σύστημα απόλυτης εξειδίκευσης. Όπως γράφει ο εμβληματικός Ιταλός ψυχίατρος Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι, έχουμε περιορίσει τον θάνατο στα νεκροταφεία, την αρρώστια στα νοσοκομεία, τον χορό στα κλαμπ: η ενιαία αίσθηση του Κόσμου είναι πολύ στριμωγμένη. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: στο τελευταίο βιβλίο πριν τον θάνατό της  με τίτλο «Ερχεται Μεσαίωνας», η Jane Jacobs, συγγραφέας του κλασικού πιά βιβλίου «Η ζωή και ο θάνατος των αμερικάνικων πόλεων» και με τεράστια συμβολή στην υπόθεση της μη κατεδάφισης του Μανχάταν προκειμένου να κατασκευαστούν εκεί μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο ουρανοξύστες και αυτοκινητόδρομοι, γράφει ότι η απόλυτη εξειδίκευση μετατρέπει τους ανθρώπους σε εργαλεία, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι οι απόλυτα εξειδικευμένοι μπορούν να συνεισφέρουν με την εξειδίκευσή τους στην πολιτική του βίου που αφορά στην ποιοτική οργάνωση της κοινωνίας, γιατί: «ποιόν μπορεί να ενδιαφέρει ο όποιος λόγος των εργαλείων;»

Το πνεύμα που διέκρινε τους ανθρώπους της Αναγέννησης, κατά τον Patrick Boucheron,  ήταν «το αίσθημα της επείγουσας ανάγκης να δράσουν και ένας τρόπος να αφουγκράζονται τους ρυθμούς του Κόσμου: η απόλυτη βεβαιότητα ότι ο ρυθμός του Κόσμου διστάζει και ότι εναπόκειται στους ανθρώπους να νιώσουν τον παλμό του για να τον βοηθήσουν να ξαναβρεί την κανονική του ροή. Το θάρρος να σκαρφαλώνουν στο βουνό για να αγναντέψουν την πεδιάδα, και να κατεβαίνουν στην πεδιάδα για να αντικρίσουν το βουνό, έτσι ώστε να παραμένουν πάντα σε εγρήγορση, αλλάζοντας γρήγορα οπτική γωνία και διατηρώντας ολοζώντανη την απροσδιοριστία της στιγμής. Και κυρίως, πάνω απ’όλα, να αποδεσμεύονται από το μεγαλείο των λέξεων, από τη μεθυστική τους γοητεία, για να αναζητούν πάντα μακρύτερα, και πιο βασανιστικά επίσης, την αλήθεια των πραγμάτων.» Μια πολύ γοητευτική παρακαταθήκη, αν αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι μια παθητική προσαρμογή στα πράγματα (έστω γκρινιάζοντας, γιατί η γκρίνια είναι αδελφή της παθητικότητας), αλλά η ποιοτική παρέμβασή μας σ’αυτά.

 

¥ Αναγνώριση: κατά τη συγγραφή του άρθρου έχω επωφεληθεί από παρατηρήσεις του Καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Θεοδόση Νικολαΐδη, δεινού μελετητή της Αναγένησης. Εχω εντάξει κάποιες από αυτές στο κείμενο, εννοείται με ευθύνη μου, με την έννοια ότι το άρθρο απηχεί τις προσωπικές μου απόψεις.

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Το βιβλίο του «Ο πολιτισμός των φαντασμάτων» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΙστορία και φιλοσοφία: Τα Ιστορικά, Μνήμων, Αρχειοτάξιο και Δευκαλίων(του Σπύρου Κακουριώτη)
Επόμενο άρθροΟ Βαγγέλης Χατζηβασιλείου για τον Κώστα Γ.Παπαγεωργίου

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here