Μια πράξη καθαρής μαγείας  (της Λίλας Κονομάρα)

0
280
Χρήστος Μποκόρος, χέρια

της Λίλας Κονομάρα

 

Eκκινώντας από τις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου, η αυτοβιογραφία αναπτύχθηκε στον δυτικό κόσμο κυρίως από τον 18ο αιώνα και μετά.  Σύμφωνα με τον Philippe Lejeune ορίστηκε ως «Αναδρομική, σε πεζό λόγο, αφήγηση που κάνει για τον εαυτό του ένα πρόσωπο πραγματικό, προβάλλοντας την ατομική του ζωή και κυρίως την ιστορία της προσωπικότητάς του». Πέραν της ημερολογιακής καταγραφής γεγονότων και καταστάσεων, συνιστά ένα ψυχογράφημα εφόσον περιλαμβάνει ανάλυση συναισθημάτων καταφεύγοντας στους μηχανισμούς της μνήμης, ενδεχομένως και μια αξιολογική αποτίμηση της ζωής του αυτοβιογραφούμενου, ενώ μπορεί ταυτόχρονα να είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο. Διαβάζεται ως προϊόν μιας συγκεκριμένης εποχής, αλλά και διαχρονικά καθώς εντάσσεται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο που επιτρέπει στον συγγραφέα να προβεί σε αναδρομές, συγκρίσεις, ταυτίσεις ή διαφοροποιήσεις. Ακολουθώντας γραμμική πορεία ή και όχι, προϋποθέτει ταύτιση μεταξύ συγγραφέα, αφηγητή και ήρωα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, ήδη από το εξώφυλλο, η κατάταξη του βιβλίου του Γιάννη Κιουρτσάκη στο είδος της αυτοβιογραφίας εμφανίζεται προβληματική για τους εξής λόγους: κατ’ αρχήν, έχουμε να κάνουμε με ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που ναι μεν ανασυστήνει τα παιδικά, εφηβικά και πρώτα νεανικά χρόνια του συγγραφέα, τιτλοφορείται  όμως Σαν μυθιστόρημα. Ακολουθώντας τα χνάρια του Gide ο οποίος είχε πει: «Είναι καιρός πια να πω την αλήθεια. Μα δεν θα μπορούσα να την πω παρά μέσω της μυθοπλασίας», αλλά και του Sartre, της Sarraute ή του Philippe Leiris, ο Κιουρτσάκης δείχνει να βγαίνει από τα στενά όρια της πιστής αναπαράστασης και να επιλέγει τη λογοτεχνία θεωρώντας πως εκεί βρίσκεται πολύ περισσότερη αλήθεια, πώς εκεί θα αντλήσει πολύ περισσότερα στοιχεία απ’ ό,τι αν περιοριζόταν σε μια στενά αυτοβιογραφική αφήγηση προκειμένου να ανασυστήσει το παρελθόν του καθώς και την ταυτότητά του ως σύνολο. Στη συνέχεια, διαβάζοντας το κείμενο, αντιλαμβανόμαστε ότι η αρχική συνθήκη σύμφωνα με την οποία για να υπάρξει αυτοβιογραφία πρέπει συγγραφέας, αφηγητής και ήρωας να ταυτίζονται, επίσης καταστρατηγείται καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πολυφωνική αφήγηση.  Συχνά ο συγγραφέας-αφηγητής αναπτύσσει έναν διάλογο με τον ήρωά του καταφεύγοντας στο β’ πρόσωπο ή χρησιμοποιεί ακόμα και το γ’ πρόσωπο σαν να επρόκειτο για κάποιον άλλο ενώ παράλληλα θέτει διάφορα ζητήματα  ως προς τη σχέση του αφηγητή με τον ήρωά του και τον τρόπο που αυτοί οι δύο συνδιαλέγονται. Βλέπουμε επίσης πως το πρόσωπο του αδερφού του και του πατέρα του καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος απ’ ό,τι το δικό του στην αφήγηση. Τέλος, είναι σαφές ότι αρκετές σελίδες του βιβλίου θα συμπεριλαμβάνονταν μάλλον σ’ ένα δοκίμιο, παρά σε μια αυτοβιογραφία.

Ο υβριδικός χαρακτήρας αυτού του κειμένου το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1995 και παρουσιάζει ομοιότητες και με το μυθιστόρημα μαθητείας ήγειρε πολλά ερωτήματα. Σε μια συνέντευξή του, λίγα χρόνια αργότερα, ο Κιουρτσάκης λέει «…σήμερα μάλλον πρέπει να διαγράψω τη λέξη «αυτοβιογραφία». Γιατί… δεν ήταν η αφήγηση της ατομικής ιστορίας του Γιάννη και του Χάρη, αλλά η πολιορκία του υπαρξιακού πυρήνα αυτών των συγκεκριμένων προσώπων που, μολονότι τα χρειαζόμουν ως αφηγητής για να ζωντανέψω την ιστορία μου, θα μπορούσαν να είναι κάποια άλλα, οποιαδήποτε άλλα…»Το πρωτοποριακό αυτό για την εποχή του κείμενο μοιάζει σήμερα εντυπωσιακά επίκαιρο μπροστά στην άνθηση που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η λεγόμενη αυτοβιογραφική μυθοπλασία.

Πέρα από την αφήγηση του παρελθόντος, ο Κιουρτσάκης ενσωματώνει στο κείμενο αρχεία του πατέρα του, επιστολές του αδερφού του προς την οικογένειά του, αλλά και προς την αγαπημένη του καθώς και δικά του πρωτόλεια. Το πρωταγωνιστικό ζήτημα της γραφής τίθεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου όπου ο συγγραφέας δηλώνει τις προθέσεις του: «την εξερεύνηση του εγώ και του άλλου», παρόμοια φράση αποτελεί άλλωστε και τον υπέρτιτλο του βιβλίου Το ίδιο και το άλλο, καθώς και τον γενικό τίτλο της τριλογίας στην οποία εντάσσεται το Σαν μυθιστόρημα. Πώς γράφει όμως κανείς τη ζωή του «σαν μυθιστόρημα»; Στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου που τιτλοφορείται «εφηβεία» ο Κιουρτσάκης παραθέτει  αποσπάσματα από τα πρωτόλειά του, ανακαλύπτοντας σταδιακά πως ό,τι γράφει τώρα, το έχει ήδη ξαναγράψει ως έφηβος, απλώς με άλλο τρόπο. «Ο καθένας» λέει «χρειάζεται μια άλλη γλώσσα για να πει τον εαυτό του».

Το εγχείρημα της γραφής φαίνεται να αποκτά πολλαπλές στοχεύσεις στο βιβλίο.

Όπως ο Προυστ, βουτώντας τη madeleine του στο τσάι του, βλέπει όλη την παιδική του ηλικία να ξεπηδάει μέσα από το φλιτζάνι, έτσι και ο Κιουρτσάκης βουτάει την πένα του στο παρελθόν προκειμένου να ανασύρει τις ευτυχισμένες στιγμές των παιδικών, εφηβικών και πρώτων νεανικών του χρόνων. Η γραφή, αυτή η διαρκής μάχη ανάμεσα στην παρουσία και στην απουσία, του επιτρέπει όχι να ξαναβρεί τον άνθρωπο που ήταν τότε μα πιο πολύ την αίσθηση, την ιδέα πίσω από το γεγονός, το άρωμα μιας εποχής και τον αντίκτυπό της στην κατοπινή ζωή του. Μ’ αυτή την έννοια, όπως έχει πει και ο ίδιος, στη θέση του εαυτού του, θα μπορούσε να είναι και κάποιος άλλος.

Παράλληλα, αντιλαμβάνεται τη γραφή και ως χρέος προς τους δικούς του, ως άλλη μία ομολογία αγάπης προς αυτούς και ως ένα τρόπο να ξορκίσει τον θάνατο, το ανεπούλωτο τραύμα της απώλειας του αγαπημένου πατέρα και αδερφού, σαν να του αναλογεί ένα μερίδιο ευθύνης για εκείνους και για εκείνα που χάθηκαν. Γεφυρώνοντας, μέσω αυτής της «πράξης καθαρής μαγείας», όπως αποκαλεί τη γραφή, την απόσταση που τον χωρίζει από τους αγαπημένους του νεκρούς, προβάλλει μια αντίσταση στη φθαρτότητα της ύπαρξης και προσπαθεί να κερδίσει την αυταπάτη της αθανασίας.

Άλλοτε πάλι, η γραφή συνιστά καταφύγιο και φυγή από μια πραγματικότητα απειλητική, ακατανόητη, στη δύσκολη πορεία της ενηλικίωσης που αρχικά δεν συνεπάγεται την απόκτηση, όπως αναμενόταν, αλλά σημαδεύεται από την απώλεια. Στην εξιστόρηση των εφηβικών του χρόνων κυρίως, αποτυπώνει την αδυναμία του να «ζήσει κανονικά», να βρει τη θέση του σ’ αυτόν τον κόσμο. Ταυτόχρονα όμως, η γραφή παρουσιάζεται ως μέσο αυτογνωσίας, καθώς η εξιστόρηση της οικογενειακής ιστορίας τού επιτρέπει να κατανοήσει και να ορίσει καλύτερα τον εαυτό του. Αναδιφώντας στο παρελθόν του πατέρα μα κυρίως γράφοντας την ιστορία του αδερφού του Χάρη, συνειδητοποιεί πως «είναι σαν να γράφει εν μέρει τη δική του», πως μέσω αυτών ανακαλύπτει τον ίδιο του τον εαυτό, τη δική του ταυτότητα. «Γιατί εγώ είμαι ο Χάρης» λέει ο ίδιος αντιλαμβανόμενος τον εαυτό του ως προέκτασή του αδερφού του, άρρηκτα συνδεδεμένου μαζί του, όπως στην εικόνα του «Δίκωλου» που παραθέτει συχνά, του καρναβαλικού αυτού προσώπου το οποίο κουβαλάει μονίμως στη ράχη του το σώμα του νεκρού αδερφού του.

Τέλος, η γραφή έχει επιπλέον τη δυνατότητα να μετουσιώνει πρόσωπα και πράγματα. Εκκινώντας από μια εικόνα ή ανατρέχοντας στις προηγούμενες σελίδες, ο συγγραφέας-αφηγητής αναστοχάζεται το παρελθόν μα και τον τρόπο που το μεταφέρει. Η αφήγηση δίνει τη θέση της στο δοκίμιο, η εικόνα ή η αίσθηση γίνονται ιδέα. Αίφνης, το πρόσωπο του νεκρού πατέρα αποκτά άλλες διαστάσεις όταν συνδυάζονται εικόνες του ιδιωτικού βίου με τον δημόσιο. Το μυθιστόρημα, συγκερασμός μύθου και ιστορίας, επιτρέπει στον συγγραφέα να εντάξει τον μικρόκοσμό του στον μακρόκοσμο της Ιστορίας κι έτσι να αποκτήσει ένα άλλο νόημα, πιο ολοκληρωμένο. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το ίδιο συναντά το άλλο, το μέσα, το έξω, η ιδιωτική ιστορία αναγιγνώσκεται διαφορετικά, αλλά και η γραφή της Ιστορίας γίνεται «μια διαρκής επανεγγραφή του παρελθόντος σ’ ένα νέο κάθε φορά παρόν». Η γραφή αποκτά μια ηθική διάσταση, ευθύνη και αποστολή του ποιητή είναι να εξερευνά το αξεδιάλυτο μυστήριο του «σκότους και του ανέκφραστου, της ανυπαρξίας και του θανάτου», να επιχειρεί «μια κατάδυση στα μύχια του Είναι… να λέει το νόημα του κόσμου, ή, ίσως πιο σωστά, να δίνει στον κόσμο ένα νόημα».

Εξιστορώντας τα παιδικά, εφηβικά και πρώτα νεανικά του χρόνια, μα και ανασυστήνοντας την οικογενειακή ιστορία των γονιών του, με ύφος άλλοτε λυρικό και άλλοτε βαθύτατα στοχαστικό, ο συγγραφέας μάς μεταφέρει το άρωμα μιας ολόκληρης εποχής που ξεκινάει στις αρχές του 20ού αιώνα και φτάνει ως το 1960. Υπάρχουν αναφορές σε πλείστα όσα ιστορικά, πολιτικά, κοινωνικά γεγονότα, προσωπικότητες από τον χώρο των γραμμάτων ή της πολιτικής. Πρίγκιπας Γεώργιος και Βενιζέλος, το ζήτημα της ένωσης της Κρήτης, ο δημοτικισμός, το κλίμα της μεταπολεμικής Αθήνας, η Αμερικανοκρατία, η αντικομουνιστική υστερία, η ραγδαία μεταμόρφωση της πόλης, το Κυπριακό και άλλα πολλά. Το ζήτημα όμως που θα απασχολήσει κυρίως τον Κιουρτσάκη, και που θα αποτελέσει διαρκές θέμα συζήτησης και προβληματισμού με τον αδερφό και τον πατέρα του είναι της θέσης της Ελλάδας στην Ευρώπη. Αναζητά διαρκώς τους τρόπους με τους οποίους ο παραδοσιακός λαϊκός πολιτισμός, η «μητρική μνήμη, η άγραφη κι αμίλητη, που σέρνεται και χάνεται στα βάθη ενός άλλου χρόνου», ενσαρκωμένη τόσο όμορφα στο πρόσωπο της θείας του Κλεονίκης, της γριούλας με το τσεμπέρι και της θείας Μαρίας, συνδιαλέγεται με το παρόν και το μέλλον εντός και εκτός συνόρων. Στη διαρκή σύγκριση και αντιπαράθεση Ελλήνων και Ευρωπαίων, προσπαθεί να εντοπίσει τις διαφορές ανάμεσα στο «εμείς» και οι «άλλοι», τα όρια ανάμεσα στη βαρβαρότητα και τον πολιτισμό που για άλλους λόγους και με άλλους τρόπους χαρακτηρίζουν και τους μεν και τους δε. Αυτό το δίλημμα, θα ταλανίζει τόσο τον αδερφό του όσο και τον ίδιο που από τα δεκαοχτώ τους έφυγαν για την Ευρώπη ακολουθούμενοι παντού από το αίσθημα του «ξένου». Ξένοι στο εξωτερικό μα και ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο. «Πότε θα γυρίσουμε στην Ελλάδα;» είναι το ερώτημα που επανέρχεται συνεχώς στο βιβλίο, εκφράζοντας τον αδύνατο νόστο, τις πολλαπλές απώλειες που υπέστη η νεότερη Ελλάδα η οποία εξακολουθεί να αναζητά τη θέση της στον κόσμο καθώς «όλο πορεύεται προς την Ευρώπη και όλο γυρίζει από την Ευρώπη».

Τα θέματα αυτά, τα δίπολα Ελλάδα-Ευρώπη, μύθος- ιστορία, το ίδιο και το άλλο, που θα απασχολήσουν τον Κιουρτσάκη καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του πορείας, εμφανίζονται ήδη στα πρωτόλειά του. «Βλέπεις όλες τις συγγραφικές μου προσπάθειες από την εφηβεία έως σήμερα ως τα ατελή ή ημιτελή μέρη ενός μοναδικού και πάντα ανολοκλήρωτου έργου εν προόδω», ομολογεί ο ίδιος. Ο παραδοσιακός λαϊκός πολιτισμός, η συλλογική δημιουργία και ο προφορικός της χαρακτήρας θα αποτελέσουν αντικείμενο πολλών μελετών του που αφορούν τον Καραγκιόζη. Η αναζήτηση ταυτότητας, η σημασία της γλώσσας που είναι κοινή κληρονομιά και ταυτόχρονα διαρκής ομαδική δημιουργία, καθώς και η δυσκολία του νεοέλληνα να προσδιορίσει την ταυτότητά του τόσο «μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας» όσο και σε σχέση με την ευρωπαϊκή ιστορία, τον απασχολούν και στους επόμενους δύο τόμους της τριλογίας στην οποία εντάσσεται το βιβλίο και σε πολλές μετέπειτα μελέτες και δοκίμιά του.

Ιδωμένο από απόσταση 28 ολόκληρων χρόνων, το Σαν μυθιστόρημα, το οποίο απέσπασε το 1996 το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω, αποκτά άλλη βαρύτητα και χαρακτήρα, καθώς αποτελεί τον πολύτιμο σπόρο από τον οποίο θα βλαστήσουν άφθονοι καρποί τόσο στο πεδίο της λογοτεχνίας όσο και του δοκιμίου.

 

Γιάννης Κιουρτάσκης, Σαν μυθιστόρημα, Πατάκης

Προηγούμενο άρθρο10 άτακτες σημειώσεις για το «Δύο χρόνια στην κόλαση – Φιλοσοφία» του Φ.Θαλασσινού (του Δαμιανού Κωνσταντινίδη)
Επόμενο άρθρο«Μισάνθρωπος» και «Πλαστελίνη»: η μάχη κειμένου και παράστασης (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ