Μια Γεροντοκόρη εν έτει 2021 (της Μαρίας Βάρα)

0
953

 

 

της Μαρίας Βάρα (*)

 

Στις αρχές του 1921, πριν ακριβώς εκατό χρόνια, η Αμερικανίδα μυθιστοριογράφος Edith Wharton ολοκλήρωσε τη συγγραφή της νουβέλας με τίτλο The Old Maid –  Η γεροντοκόρη – που πρόσφατα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα Ελληνικά από τον «Στιγμό», τη νέα σειρά των εκδόσεων Ευρασία, σε μετάφραση της Χρύσας Τσαλικίδου. Ο τίτλος της καλαίσθητης ελληνικής έκδοσης διατηρεί τις προβληματικές συνδηλώσεις του πρωτότυπου, κεντρίζοντας την αναγνωστική περιέργεια: Τι θέση έχει μια «γεροντοκόρη» το 2021, όταν η λέξη προκαλεί συναγερμό στον γλωσσικό αισθητήρα ανίχνευσης σεξισμού; Το κείμενο στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης – απόσπασμα από την ενσωματωμένη ενδελεχή εισαγωγή της καταξιωμένης σύγχρονης μας Αμερικανίδας συγγραφέως Roxana Robinson – θέτει τα θεμέλια της απάντησης στο παραπάνω επίμαχο ερώτημα. Η νουβέλα ανασκάπτει «την πλούσια φλέβα του παρελθόντος» της Αμερικής του 19ου αιώνα, με τη σφιχτοδεμένη πλοκή να διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1850. Αφού ολοκληρωθεί η  ανάγνωση της νουβέλας γίνεται αντιληπτό ότι στο οξύμωρο σχήμα της σύνθετης λέξης του τίτλου συμπυκνώνεται η ασφυκτική πίεση που ασκείται σε δυο εξαδέλφες της μεγαλοαστικής τάξης, τη Delia και τη Charlotte Lovell, από το αυστηρό ταξικό/τοξικό σύστημα, τις καταπιεστικές κοινωνικές συμβάσεις και τα έμφυλα στερεότυπα της εποχής. Πολύ πριν η Simone de Beauvoir στο Δεύτερο Φύλο (Le Deuxième Sexe, 1949) φωτίσει τον μηχανισμό πολιτισμικής κατασκευής των φύλων επισημαίνοντας ότι «γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι», η ιδέα της επιτελεστικότητας (performativity) υποβόσκει σε αυτή τη νουβέλα, καθώς το έμφυλο στερεότυπο της «γεροντοκόρης» παρουσιάζεται ξεκάθαρα ως ένας ρόλος επιβεβλημένος κοινωνικά (από τους ελάχιστους διαθέσιμους για τις γυναίκες του 19ου αιώνα) τον οποίο η μία από τις δύο κεντρικές ηρωίδες αποφασίζει συνειδητά να ενδυθεί για να παραμείνει μέλος της αμείλικτη κοινότητας.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου η Wharton εξηγεί ότι αποφάσισε να βυθιστεί στον 19ο αιώνα αναζητώντας «ένα ευλογημένο καταφύγιο από την αναταραχή και τη μετριότητα του σήμερα». Η έκδηλη απογοήτευση της για το «σήμερα» ενισχύθηκε όταν η διαδικασία έκδοσης της Γεροντοκόρης το 1921 αποδείχθηκε ιδιαιτέρως δύσκολη υπόθεση, παρόλο που η ιδία, 59 ετών τότε, ήταν ήδη καταξιωμένη συγγραφέας. Χρειάστηκε να προηγηθεί η βράβευση του εμβληματικού μυθιστορήματος της The Age of Innocence (Τα χρόνια της αθωότητας, 1920) με το Pulitzer μυθοπλασίας τον Μάιο του 1921 για να ανακοπούν οι αλλεπάλληλες απορρίψεις της έκδοσης της Γεροντοκόρης από τα δημοφιλή περιοδικά της εποχής (LadiesHome Journal, The Metropolitan, The Saturday Evening Post) λόγω της εξαιρετικά τολμηρής θεματογραφίας για το τότε λογοτεχνικό κατεστημένο: γυναικεία σεξουαλική αφύπνιση, απαγορευμένη γνώση, εξώγαμο τέκνο, αντιζηλία, φθόνος, προδοσία. Ο σκανδαλώδης για την εποχή κοινωνικός ρεαλισμός της γραφής είναι επιπλέον εμποτισμένος με λεπτή ειρωνεία και ενίοτε καυστικό, διαβρωτικό χιούμορ, όπως όταν, για παράδειγμα, η Delia αναλογίζεται ότι τα χαρακτηριστικά της οικογένειας της είχαν τόσο παγιωθεί που «αν τύχαινε να βρεθεί ολομόναχο το αγοράκι της σε κάποια ερημιά, κατά πάσα πιθανότητα θα κατέληγε να χτίσει από την αρχή μια μικρή Νέα Υόρκη και να αναλάβει μεγάλο πόστο σε όλα τα διοικητικά της συμβούλια» (σελ. 32-33).

Το εξώφυλλο της πρώτης αυτόνομης έκδοσης της Γεροντοκόρης, 1924. (Δημιουργία εξωφύλλου από τον Αμερικανό καλλιτέχνη Edward C. Caswell).

Η απονομή του επιφανούς ετήσιου βραβείου Pulitzer για πρώτη φορά σε γυναίκα συγγραφέα, μόλις το τέταρτο έτος από τη θέσπιση του, ήταν και το διαβατήριο για την έκδοση της Γεροντοκόρης σε τρεις συνέχειες στο περιοδικό The Red Book (Το κόκκινο βιβλίο), τον Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του 1922. Το 1924 Η γεροντοκόρη επανεκδόθηκε ταυτόχρονα με άλλες τρεις νουβέλες της Wharton, σε ξεχωριστούς τόμους, υπό τον συλλογικό τίτλο Old New York (Παλαιά Νέα Υόρκη). Λίγα χρόνια αργότερα, το 1935, η διασκευή της νουβέλας σε θεατρικό έργο (από την Zoë Atkins) κέρδισε το βραβείο Pulitzer δραματουργίας, μια επιτυχία η οποία το 1939 οδήγησε στη δημιουργία της ομώνυμης ταινίας με σκηνοθέτη τον Edmund Goulding και πρωταγωνίστριες τις Bette Davis και Miriam Hopkins. Από τότε η νουβέλα έχει επανεκδοθεί πολλές φορές, έχει μελετηθεί συνδυαστικά με άλλα έργα της Wharton (κυρίως με Τα χρόνια της Αθωότητας),  έχει παραλληλιστεί, μεταξύ άλλων, με το μυθιστόρημα The Scarlet Letter (Το άλικο γράμμα, 1850) του Αμερικανού συγγραφέα Nathaniel Hawthorn και, εν ολίγοις, εγκιβωτίζει όλες τις αφηγηματικές αρετές που καθιέρωσαν την Wharton ως μια από τις σημαντικότερες Αμερικανίδες συγγραφείς.

Γεννημένη  σε μια εύπορη οικογένεια που ανήκε στην «παλαιά» Νέα Υόρκη, σε έναν κόσμο του οποίου η σταδιακή αποσύνθεση αποτέλεσε ένα από τα κύρια θέματα της μυθοπλασίας της, η Wharton, όπως εύστοχα επισημαίνει η Robinson στην εισαγωγή, είχε τη Αμερικανική μεγαλούπολη «βαθιά ριζωμένη μέσα της» (σελ. 11) ενώ σταδιακά το Παρίσι έγινε το δεύτερο σπίτι της. Πολυταξιδεμένη και πολύγλωσση, η συγγραφέας ασχολήθηκε έντονα με την περίθαλψη προσφύγων, ανέργων και ορφανών κατά τη διάρκεια του 1ου παγκοσμίου πολέμου με αποτέλεσμα να τιμηθεί από τη Γαλλία με το παράσημο του Εθνικού Τάγματος της Λεγεώνας της Τιμής το 1916. Χάρη σε αυτά τα έντονα βιώματα το έργο της αποτυπώνει γλαφυρά, συχνά με κοφτερό, σκοτεινό χιούμορ, την υποκρισία των κοινωνικών ηθών της εποχής, ασκεί κριτική στους θεσμούς, θίγει θέματα φυλής και φύλου και διαβάζεται απνευστί μέχρι και σήμερα.

Εν έτει 2021 η ανάγνωση της Γεροντοκόρης σταδιακά αποκαλύπτει τη διαχρονικότητα και τον μηχανισμό κατασκευής των έμφυλων στερεοτύπων της κυρίαρχης ιδεολογίας. Από τις πρώτες κιόλας γραμμές η αφηγηματική φωνή μας καλεί να γνωρίσουμε την καταστροφική δύναμη μιας συμβατικής κοινωνίας, όπου οι «ευαίσθητες ψυχές» μένουν σιωπηλές, με το δράμα της ζωής τους να παίζεται «υπόγεια», ενώ μια «αρχοντική μονοτονία» επικρατεί. Η λέξη «γεροντοκόρη» επαναλαμβάνεται στο κείμενο δεκατέσσερις φορές, στοιχειώνοντας μας με τις απειλητικές της συνδηλώσεις. Καθώς η αφηγηματική ένταση κλιμακώνεται, έρχεται η  συνειδητοποίηση ότι η ένταξη στην εν λόγω κατηγορία προϋποθέτει, περά από το – αμετάβλητο ως σήμερα – τρίπτυχο «γυναίκα, συγκεκριμένης ηλικίας, εκτός γάμου», την έλλειψη σεξουαλικής εμπειρίας/γνώσης. Όμως στη νουβέλα δεν υπάρχει καμία ηρωίδα που να πληροί όλους τους παραπάνω όρους, μια που η απαγορευμένη γνώση έχει εισβάλει καταλυτικά. Όπως χαρακτηρίστηκα περιγράφει η Robinson «η σκοτεινή παλίρροια της σεξουαλικότητας πλημμυρίζει το έργο της Γουόρτον, αποτυπώνεται η οργιώδης ευφορία της, η γλυκιά μεθυστική της δύναμη» (σελ. 17). Ποια είναι λοιπόν η «γεροντοκόρη» του τίτλου; Δεν είναι τόσο μια συγκεκριμένη ηρωίδα, όσο μια βαθιά ριζωμένη κοινωνική σύμβαση, ένας μηχανισμός ελέγχου, ένα πετρωμένο στερεότυπο, ένα σύμβολο συναισθηματικής και βιολογικής στειρότητας με δηλητηριώδες κεντρί, αισθητό μέχρι σήμερα. Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται ο όρος «old maid» όλες τις φορές εκτός από μια, όπου αντικαθίσταται από τη συνώνυμη λέξη «spinster»,  η αρχική σημασία της οποίας, κατά τον μεσαίωνα, ήταν «γνέστρα», «κλώστρια», «υφάντρα». Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη: ένα από τα εξέχοντα νήματα της ύφανσης από την πλούσια ταπισερί της «παλαιάς» Νέας Υόρκης της Wharton μόλις έφερε στα χέρια μας ο «Στιγμός» (κέντημα και κέντρισμα στα αρχαία ελληνικά), εγκαινιάζοντας τη νέα σειρά με τον πιο κατάλληλο τρόπο.

(*)H Μαρία Βάρα είναι δρ. αγγλικής φιλολογίας

 

 

Η γεροντοκόρη  μτφρ. Χρύσα Τσαλικίδου, Στιγμός 2020

Βρες το εδώ

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here