Μια ελεγεία της απόγνωσης (του Γιώργου Χατζηστεργίου)

0
698

 

Του Γιώργου Χατζηστεργίου (*)

Στο “Μαγικό Δέρμα” (La peau de chagrin), γαλλικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ένας νέος άνδρας στριφογυρίζει μέσα στη σκοτεινιά στους δρόμους του Παρισιού. Κατεστραμμένος οικονομικά και συναισθηματικά (η γυναίκα που αγαπά δεν τον θέλει, και αυτή που τον αγαπά δεν του είναι αρεστή), μετέωρος υπαρξιακά, περιπλανάται.

Η περιπλάνησή του είναι σημαδεμένη από την απόγνωση. Δεν έχει σχέση με τις αναστοχαστικές φλανερί του Benjamin στις λαμπερές καινούριες εμπορικές στοές των Παρισίων, ούτε με “το ανέκφραστο όργιο… την ιερή πορνεία της ψυχής” που βρίσκει ο Baudelaire στο ανακάτεμά του με το άγνωστο πλήθος. Οι άνθρωποι εδώ είναι αόρατοι, δεν ενδιαφέρουν τον πρωταγωνιστή του Μπαλζάκ που περιπλανάται στην ερημιά. Το ίδιο και η πραγματικότητα της πόλης που τον περιβάλλει. Τα όποια αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου, εδώ κι εκεί, δεν είναι παρά οι αφορμές, το πρόσχημα να απλώσει τις ενδοστρεφείς ανησυχίες του. Η μαυρίλα του Σηκουάνα τη νύχτα είναι αυτή που δίνει τον τόνο. Το τοπίο της περιπλάνησής του είναι ψυχικό, όχι πραγματολογικό.

*

Η έναρξη του μυθιστορήματος “Μαγικό Δέρμα” έχει συνάφεια με τη “Λεωφόρο ΝΑΤΟ” του Σινιόσογλου, μια ελεγεία για την απόγνωση, όπως εγώ την διαβάζω: διέπονται από την ίδια ισχυρή αίσθηση απώλειας, (αυτο)εξορίας, ανεστιότητας, εσωστρέφειας. Στο μελαγχολικό πεζό ποίημα του Σινιόσογλου, δεν είναι το Παρίσι το πεδίο συναναστροφής με την απόγνωση, μα η Λεωφόρος ΝΑΤΟ, ένας οδικός άξονας απομάκρυνσης από τους κανονικούς ρυθμούς των άλλων περιοχών της Αττικής.

Αν ρωτήσετε έναν ταξιτζή ή έναν κάτοικο κοντινών σ’ αυτή περιοχών για τη Λεωφόρο ΝΑΤΟ θα σας κοιτάξουν προβληματισμένοι για το ενδιαφέρον σας και θα σας μιλήσουν για έναν τόπο έκνομων δραστηριοτήτων συνδεδεμένων με τη βία: καμμένα, κλεμμένα αυτοκίνητα, σκοτεινά εμπόρια… Δεν πρόκειται για έναν τόπο που βουλιάζει στη φτώχια του, μα για μια περιοχή που ανθεί και πάλλεται η παραβατικότητα των εσχατιών. Αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει ευθέως τον συγγραφέα της “Λεωφόρου ΝΑΤΟ”, το αντικείμενό του δεν είναι η κοινωνιολογία του συγκεκριμένου. Το τοπίο του έργου του είναι ψυχικό, τα υλικά υπολείμματα που συναντά στην περιοχή είναι οι αφορμές, εκεί που γαντζώνεται η απόγνωση για να εκδηλωθεί ποιητικά. Και ο Σινιόσογλου του βιβλίου αυτού είναι ένας δεινός ποιητής.

Τα ποιητικά προσόντα του είναι πολλά. Πρώτα απ’ όλα, έχει τη λεπταισθησία της φίνας απόχρωσης, η οποία συνδυάζεται με το χάρισμα του λόγου που αναμφισβήτητα τον χαρακτηρίζει, αλλά και την εδραία καλλιέργεια που διαθέτει, για να δώσει συναρπαστική ποιητική διέξοδο στην έκφραση. Σταχυολογώντας σχετικά:

“Μια φίλια ύλη ζει μες στο σκυρόδεμα. Μου ζητεί να τη βγάλω από την άθλαστη επιφάνειά της” αναστοχάζεται μπροστά σε μια τεράστια, φθαρμένη μπετονένια κατασκευή.

Μαζί μ’ αυτά, έχει τη σημασία του ότι ένα γνήσιο, αυθεντικό πάθος/άλγος τον κινεί. Τον χαρακτηρίζει επίσης η εμμονικότητα ως προτέρημα: δεν θα παρατήσει αυτό που τον απασχολεί αν δεν φτάσει ως τον πάτο, αν δεν το εξαντλήσει ( “Βαδίζω με τη φυσική επιμονή που επιβιώνει η χωλή γάτα…” ). Έχει, τέλος, την ικανότητα να εστιάζει: έχοντας αναγνωρίσει την κατάσταση της εξορίας, της ανεστιότητας ως άξονα του έργου του ( … μια παραβολή για την εμπειρία της απώλειας… ), παρέχει έτσι μια πολύτιμη σπονδυλική στήλη σ’ αυτό, δεν του επιτρέπει να διαχέεται ατελέσφορα ως χύμα.

*

Ασυνήθιστες λέξεις και η χρήση μιας δοκιμιακής γραφής

Σημειώνει κάπου ο Σινιόσογλου ότι τον κατατρύχει η λέξη “περίψημα” που πήρε από τον Απόστολο Παύλο ο Καρλ Σμιτ για να περιγράψει τους Γερμανούς μετά τον πόλεμο. Περίψημα είναι το απόπλυμα κι απόβρασμα, το γλίσχρο σκουπίδι και το εξαχρείωμα. Ασχέτως αν δεν υπάρχει καταλληλότερη λέξη να περιγράψει τον ίδιο τον Καρλ Σμιτ, τον κατ’ εξοχήν νομικό του Χίτλερ και θεμελιωτή του νομικού υποβάθρου της εξολόθρευσης των Εβραίων από τους Ναζί, αυτή η αναφορά ξεκλειδώνει μια από τις τεχνικές του συγγραφέα, αυτή της σχετικά συχνής χρήσης ασυνήθιστων λέξεων (κάποιες δεν υπάρχουν στα λεξικά). Συνεχίζει λοιπόν: “Τι τη θέλω τη λέξη αυτήν εδώ; Μήπως είναι ο τόπος που με κυνηγά και του πετώ σπάνιες λέξεις για να μένει απαραμείωτη η απόσταση;”. Δεν είναι λοιπόν μια φιλολογική εκζήτηση αυτό που κάνει με τη χρήση ασυνήθιστων λέξεων, είναι η ανάγκη του να κρατήσει αποστάσεις. Είναι ο τρόπος του να διαφυλάσσει τη συγκρότηση του έργου (και του συγγραφέα;) από την εμπλοκή με απρόβλεπτους, μη αποδοτικούς συναισθηματισμούς.

*

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του έργου είναι ότι οι ψηφίδες που συγκροτούν την ελεγεία είναι πεζά κείμενα δοκιμιακού τύπου. Τύπου, όχι ολοκληρωμένα δοκίμια καθ’ εαυτά. Καθώς η θραυσματικότητα είναι μια από τις καταστατικές συνθήκες συγκρότησης της “Λεωφόρου ΝΑΤΟ”, το καθένα από αυτά τα κείμενα είναι ένα θράυσμα, και μάλιστα θραύσμα και από πλευράς επιστημονικής θεμελίωσης. Μολονότι ο συγγραφέας είναι δεινός γνώστης της ιστορίας των ιδεών, σ’ αυτό το βιβλίο συνεπής με την από-γνωση που διέπει τη “Λεωφόρο ΝΑΤΟ”, διαχειρίζεται τις γνώσεις ως ατελή υπολείμματα ιδεών, όπως τα υλικά ίχνη στο πεδίο περιπλάνησής του, όσο και όπως τον εξυπηρετούν στην ποιητική του ανάπτυξη.

Για παράδειγμα, η θεώρηση ότι “οι πλατιές λεωφόροι ευνοούν μόνο τις διμοιρίες που προελαύνουν συντεταγμένες, ενώ τα πλήθη εκτίθενται ανοχύρωτα και διασπώνται” αναφερόμενος στη μεταμόρφωση του Παρισιού μεταξύ 1853 και 1870 με τα έργα του Βαρώνου Haussman, βασίζεται κυρίως σε αντιδράσεις της εποχής κατά των αλλαγών. Σύγχρονες αποτιμήσεις εστιάζουν  στη λειτουργία των έργων υπέρ του εκμοντερνισμού της πόλης, με τη ριζική αντιμετώπιση μεταξύ άλλων των επιδημιών που μάστιζαν τις πυκνοκατοικημένες αρχαίες γειτονιές. Ανάλογο εκμοντερνισμό – ως είσοδο στη νέα εποχή – έκανε ο μαρκήσιος Πομπάλ στη Λισαβώνα, μετά την καταστροφή της από το τσουνάμι και σεισμό το 1775. Άλλωστε, έχει αποδειχθεί εκ των πραγμάτων ότι κανένα εκσυγχρονιστικό έργο δεν μπορεί να ανακόψει μια εξέγερση: η Παρισινή Κομμούνα, ένα από τα συγκλονιστικότερα συμβάντα της σύγχρονης ιστορίας, έλαβε χώρα ακριβώς στο ανακαινισμένο από τον Hausmann Παρίσι. Μα δεν είναι αυτό το θέμα: η γνώση ανασύρεται από τον συγγραφέα θραυσματικά, προκειμένου να εξυπηρετήσει κάθε φορά μια ποιητική αναφορά. Γράφει λογοτεχνία, δεν κάνει επιστήμη. Και μάλιστα, την εποχή της ώσμωσης μεταξύ των ειδών που διανύουμε, χρησιμοποιεί τις τεχνικές του δημιουργικά, αποδοτικά και ευφάνταστα, ώστε να προκύψει ένα πολύ ιδιαίτερο λογοτεχνικό έργο.

Η πηγή της απόγνωσης και η διαχείρισή της

Αλλά, ποιά είναι η φύση της εξορίας, της ανεστιότητας που προκαλεί το (δημιουργικό) άλγος, το άλγος στο οποίο οφείλουμε αυτό το βιβλίο;

Υπάρχουν είδη και είδη εξορίας. Σε αντίθεση με το εμβληματικό βιβλίο του Νικήτα Σινιόσογλου “Αλλόκοτος Ελληνισμός”, όπου η εξορία επιβάλλεται από τα έξω, με συγκεκριμένους υλικούς όρους, σε ισχυρές εξωστρεφείς προσωπικότητες που επιχειρούν να επέμβουν στις ιστορικές εξελίξεις, η “Λεωφόρος ΝΑΤΟ” αναφέρεται σε μια αυτο-εξορία, και παρά το ότι υπάρχει επίκληση εξωτερικών ερεθισμάτων, το πεδίο της είναι ψυχικό, δεν είναι υλικό.

Οπότε; Κάπου λέει ο συγγραφέας ότι “να περιπλανιέσαι ώρες δίχως σκοπό σημαίνει καταρχάς πως έχεις χάσει το αντικείμενο της λατρείας σου”. Δηλαδή; Μπορεί να μην έχει σημασία ο ακριβής προσδιορισμός αυτού του αντικειμένου. Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει για την επιστροφή του ξενιτεμένου: “…η νοσταλγία  σου έχει πλάσει/μια χώρα ανύπαρκτη, με νόμους/έξω απ’ τη γης και απ’ τους ανθρώπους”. Σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχη είναι η αίσθηση πως έχεις χάσει την πυξίδα σου, και μ’ αυτή τη θέση σου στον κόσμο…

Η ανεστιότητα είναι μια πολύ βαριά, αποδιοργανωτική συνθήκη της ύπαρξης, μεγάλο το άλγος που την συνοδεύει, γι’ αυτό και έχει τραγουδηθεί με κάθε τρόπο στην ιστορία της ανθρωπότητας: από τη συγκλονιστική σύνθεση του Βασίλη Τσιτσάνη “Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά/περιπλανώμενος, δυστυχισμένος, μακριά από της μάνας μου την αγκαλιά” με την ερμηνεία της Σωτηρίας Μπέλου, στα καθ’ ημάς, μέχρι το διαχρονικής αξίας “Winterreise” του γερμανικού ρομαντισμού και το πρόσφατο “Σ’ άγγιξε ξανά του κόσμου η παγωνιά κι’ η ερημιά…” στο μαγικό “Ταξίδι στα Κύθηρα” της Ελένης Καραΐνδρου. Ο Σινιόσογλου, κατεξοχήν συγγραφέας της εξορίας, με το μέχρι τώρα έργο του, δίνει με τη “Λεωφόρο ΝΑΤΟ” τη δική του εκδοχή, μια εκδοχή σύγχρονη, υψηλής έντασης, μεγάλης λεπταισθησίας και καλλιέργειας.

Προσωπικά προτιμώ τον συνδυασμό της Λεωφόρου με τον “Αλλόκοτο Ελληνισμό”, δηλαδή ιδανικά τη vita contemplativa νάρχεται να συναντήσει τη vita activa. Για να κλείσουμε με τον Μπαλζάκ, όπως ξεκινήσαμε, το βιβλίο του “Pere Goriot” ολοκληρώνεται με μια σκηνή που διδάσκεται στα Γαλλικά Λύκεια: αφού παραστεί ο νέος άνδρας, εκ των πρωταγωνιστών του έργου, στην κηδεία ενός φτωχού γέροοντα που εκτιμά και αγαπάει, παρατηρεί από κει που βρίσκεται, στο λόφο του νεκροταφείου των παρατημένων, το Παρίσι να απλώνεται στα πόδια του, ανάβοντας σιγά σιγά τα φώτα του καθώς νυχτώνει, οπότε αυτός κοιτάζει με μάτια που λάμπουν την πόλη που θέλει να κατακτήσει, σαν να της λέει: “Οι δυό μας τώρα!”…

Μα αυτή είναι η προσωπική μου διάθεση. Κάθε έργο έχει την αυτοτέλειά του, και με αυτή την έννοια η “Λεωφόρος ΝΑΤΟ” είναι μια πολύτιμη λάμψη στον καιρό της γκρίζας, διάχυτης δυσθυμίας της ρηχότητας. Σε φάσεις όπου μας στενεύει και μας αποτελματώνει η περιοχή της “κανονικότητας”, βιβλία σαν αυτά μεγαλώνουν, πολλαπλασιάζουν τον ψυχοδιανοητικό μας χώρο, άρα και τον χώρο των ελιγμών μας.

 

info: Νικήτας Σινιόσογλου, Λεωφόρος ΝΑΤΟ, Κίχλη 

 

(*) Ο Γιώργος Χατζηστεργίου είναι συγγραφέας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here