Μια αυτοβιογραφία της Μεταπολίτευσης (της Αγγέλας Καστρινάκη)

0
224

της Αγγέλας Καστρινάκη (*)

 

Πριν από έναν χρόνο και δυο μήνες, στην ίδια αυτή αίθουσα του Ηρακλείου, με τα ίδια σχεδόν πρόσωπα εδώ, επί της σκηνής, έλεγα: «Μίμης Ανδρουλάκης, δαιμόνιος ανήρ. Υπερκινητικός, πανέξυπνος, χιουμορίστας. Και με μια πελώρια μνήμη. Γνώρισε κι αν γνώρισε ανθρώπων άστεα και νόον. Βίωσε κι αν βίωσε καταστάσεις υψηλές και ταπεινές, κωμικές και τρομερές. Ευτυχώς έφτασε το πλήρωμα του χρόνου (τα 50 έτη από τα γεγονότα) και ο Ανδρουλάκης αποφάσισε να δώσει στον κόσμο την αυτοβιογραφία του. Και πάλι έχουμε μόνο τη μισή: ο τόμος αυτός των 600 σελίδων είναι μόνο ο πρώτος – θα ακολουθήσει δεύτερος.»

Τώρα ακολούθησε και ο 2ος και είναι άλλες 600+ σελίδες. Ο Μίμης γεννάει 600αριές. Είμαι βέβαιη ότι έχει ήδη και την τρίτη μισογραμμένη. Στο τέλος, στη σελίδα 617, την αναγγέλλει. Εδώ θα είμαστε νομίζω και το 2025 να την παρουσιάσουμε.

Και αυτός ο β΄ τόμος είναι ένα εξόχως σημαντικό βιβλίο. Ξεκινάει από την πρώτη Μεταπολίτευση και από το εγχείρημα της Ενωμένης Αριστερά που ήταν βέβαια διαιρεμένη και μισούμενη. Εγώ ήμουν μικρό παιδί τότε, πήγαινα στις συγκεντρώσεις της στην Αθήνα – κόκκινες παντιέρες, τραγούδια…–, ήμουν συνεπαρμένη, αλλά γνώριζα κιόλας ότι αυτή η Αριστερά δεν ήταν ενωμένη, ακόμα κι ένα δεκατριάχονο παιδί το ήξερε. Προσωπικά, λόγω οικογένειας, ήμουν απ’ το άλλο κομμάτι της Αριστεράς σε σχέση με τον Μίμη, κι αυτό είχε κάποιες συνέπειες, που θα τις πω μετά, στην ανάγνωση του βιβλίου του.

Ο Μίμης Ανδρουλάκης ακροβατεί πολύ συνειδητά σε τεντωμένο σχοινί. Από τη μια μεριά είναι η μεγάλη και συχνά τραγική ιστορία – από την άλλη είναι η προσωπική μικροϊστορία. Και ο Μίμης περπατά πάνω στο σχοινί καμαρωτός, με το κοντάρι του, σαν άλλος Δημήτριος τροπαιοφόρος (με το κοντάρι οριζόντιο ισορροπιστικό). Τρόπαιο είναι τελικά η λίαν αξιανάγνωστη ιστορία του, που μιλά για το μεγάλο μέσα από το μικρό και για το μικρό μέσα από το μεγάλο.

Ο κατεξοχήν ήρωάς του είναι βέβαια ο Χαρίλαος Φλωράκης. Κυρίως αυτόν βλέπουμε, ακούμε, στη δική του ψυχή μπαίνουμε και προσπαθούμε να καταλάβουμε. Και τον βλέπουμε να τρώει το μήλο με την κανέλα που του έφερνε η αδελφή του κάθε μέρα στον Περισσό, ανησυχώντας επειδή δεν έτρωγε φρούτα ο κανακάρης, ακούμε τις φωνάρες του όταν κάτι τον δυσαρεστούσε, νιώθουμε την τρυφερότητά του και τη σκληρότητά του, αντιλαμβανόμαστε τα πολιτικά του ανοίγματα την εποχή της δημιουργίας του ΣΥΝ το 1989 και τις φοβικές του αναδιπλώσεις.

Ο ίδιος ο Μίμης Ανδρουλάκης λέει ότι ακούει ακόμα τη φωνή τού Χαρίλαου 100%. Ναι, την ακούει και μας την αναμεταδίδει. Υπάρχει μια σκηνή μικροϊστορίας που θα την έλεγα όμως συγκλονιστική. Ο Χαρίλαος έχει κάνει πίσω σε σχέση με τα αρχικά του ανοίγματα όταν έστησε τον ΣΥΝ. Επίκειται το συνέδριο του ΚΚΕ σε κλίμα έντασης ανάμεσα στους ανανεωτές, τη νέα γενιά στην οποία ανήκει και ο Ανδρουλάκης, και στην παλιά ηγεσία, την «παλιά φρουρά». Την παραμονή της έναρξης του συνεδρίου ο Μίμης αποφασίζει να κάνει μια κίνηση συμφιλίωσης με το αγαπημένο του «αφεντικό». Με έναν σύντροφό του πάει στο σπίτι του Χαρίλαου, όπου ο μεγάλος ηγέτης τους προσφέρει ένα κρύο αρνί με πατάτες, από το ψυγείο, και όπου αστειεύονται μαζί του «διβάζοντας τη σπάλα» για το αν θα τους «περάσει ο καπετάνιος ανταρτοδικείο». «Η τελευταία οικειότητα», σχολιάζει ο Μίμης. «Το πρώί θα ήταν μια άλλη μέρα. Της εγκατάλειψης και της προδοσίας» (σ. 517-8).

Η αμηχανία, η αγάπη, η προσπάθεια συμφιλίωσης, τα επικίνδυνα, οριακά αστειάκια, όλα συμπυκνώνονται σε αυτές τις αράδες του «τελευταίου δείπνου». Όπου «προδότης» δεν είναι τελικά ο ακόλουθος, ο μαθητής, αλλά (φοβερό να το πει κανείς) ο αρχηγός, ο ίδιος ο δάσκαλος.

Από την αρχή του βιβλίου ακούμε, διακριτικά αλλά επίμονα, μυθιστορηματικά (προκειμένου να μας αυξήσει ο συγγραφέας την προσμονή), για το μοιραίο τέλος της σχέσης του Μίμη Ανδρουλάκη με το ΚΚΕ. Και έρχεται το τέλος αυτό μέσα στην παγωμάρα. Ο Μίμης λέει ότι ουδέποτε το έχει αφηγηθεί. Και τώρα ο αναλυτικός κατά κανόνα συγγραφέας το δίνει με λίγες μονάχα λιτές φράσεις:

Όταν φτάσαμε στον Περισσό, το κτήριο είχε καταληφθεί από πιστούς οπαδούς της ηγεσίας. Στον περίβολο είχαν παραταχθεί αγήματα εν είδει διαδρόμου, από τον οποίο θα μπαίναμε και θα φεύγαμε ως προδότες υπό τα βλοσυρά βλέμματα των συντρόφων (σ. 525).

Αυτό ίσως είναι το μεγάλο τραύμα του Μίμη Ανδρουλάκη, αυτό που τον κάνει να αισθάνεται ξέμπαρκος, ένας «ναυαγός», όπως αυτοπροσδιορίζεται (σ. 22) και όπως μας παρουσιάζει ότι εικονίζεται στην εξαίρετη φωτογραφία του εξωφύλλου: Μίμης με άσπρο πουκάμισο, πίσω του καλαμωτή με τον ανοιχτό ουρανό, στα γυμνά του πόδια ο πιστός σκύλος. Ένας Οδυσσέας βέβαια που γράφει μετά πάθους την ιστορία του, την πάλη του με τους θεούς και τα τέρατα, ενώ το αεράκι παίζει με τις σελίδες του χαρτιού, ανασηκώνοντάς τες.

Η ιστορία βέβαια, εκτός από τον θεό Χαρίλαο, περιλαμβάνει και άλλους ήρωες και ημίθεους ή και «μεσσίες». Τον Ανδρέα Παπανδρέου φυσικά. Θα βρούμε στο βιβλίο την υπόθεση του σκανδάλου Κοσκωτά που συγκλόνισε το δικό μας 1989, και εκεί θα δούμε τον αδύναμο πλέον Ανδρέα και την όλη διαμάχη των πολιτικών κομμάτων για το αν παραπέμπεται η όχι ένας πρωθυπουργός στο Δικαστήριο. Όχι, λέει και ο Μίμης Ανδρουλάκης, ο οποίος σκαρώνει και εδώ μια λαμπρή ανάγνωση μιας από τις πιο διάσημες σκηνές της συγκεκριμένης εποχής, της επιστροφής του Ανδρέα στην Αθήνα μετά την εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στο Λονδίνο: «Ο Ηγέτης κοντοστέκεται στο τελευταίο σκαλοπάτι στη σκάλα του αεροπλάνου, στρέφεται πίσω και πάνω, και κάνει νεύμα στη Δήμητρα Λιάνη να κατέβει δίπλα του. Ένα “θρασύτατο”-θαυμαστό κάλεσμα στη Ζωή απέναντι στον θάνατο, που αψηφά τις συμβάσεις της πολιτικής και τις προκαταλήψεις της κοινής γνώμης. Το μέγα πάθος και πλήθος στο “Ελληνικό” επικυρώνει την κίνησή του. Ένα τραύμα κάνει πιο οικείο και θελκτικό ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο Μεσσίας υπεράνω των κανόνων των κοινών ανθρώπων» (σ. 397).

Για τον Καραμανλή, τη θεότητα της Δεξιάς, κάποια, όχι πολλά, πράγματα λέει ο Μίμης Ανδρουλάκης – του αρέσει ιδιαίτερα μια ανακάλυψη που έκανε ο ίδιος για τις ερωτικές επιδόσεις του ανδρός. Η ανακάλυψη λέγεται με τρόπο χαριτωμένο και η αλήθεια είναι πως προσθέτει μια πινελιά στο πορτρέτο του Εθνάρχη. Και για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη έχει να πει κάτι χαριτωμένο ο συγγραφέας μας, όταν βρέθηκε κατά τύχη σε ένα τραπέζι μαζί του, με πιάτα εξαιρετικής χορτοφαγίας, όπου οι δυο βαθείς γνώστες Κρητικοί αντάλλασαν με πάθος ονόματα εδεσμάτων και ξερογλείφονταν: «Σταμναγκάθι με φρέσκο μπακαλιάρο, Κεφτέδες με αγριόπρασα, Ασκολύμπροι βραστοί ή αυγολέμονο…» (159).

Φυσικά όλα αυτά, και τα τραπέζια και οι ερωτικές πινελιές, συνδυάζονται πάντα με την πολιτική – ο Μίμης Ανδρουλάκης δεν κουτσομπολεύει, δεν κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα, αλλά διανθίζει και, όπως είπαμε, πάντα ισορροπεί. Με συμπάθεια εντέλει για όλους – ή σχεδόν όλους.

Για τον Λεωνίδα Κύρκο ωστόσο ο Μίμης Ανδρουλάκης δεν επιφυλάσσει ρόλο περιφανή. Κάπου λέει πως τον «αγαπάει», αλλά βρίσκει χίλια μύρια να του καταμαρτυρήσει. Απαξιώνει πλήρως την ιδέα της ΕΑΔΕ (Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας) που ήταν η έμπνευση του Κύρκου το 1974 αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, θεωρώντας (ο Μίμης) ότι δεν υπήρχε ζήτημα αντιδικτατορικής συσπείρωσης, μιλά για τη «μανία» του Κύρκου (με αυτή τη λέξη) να εξιδανικεύει τους παλιούς αντιπάλους του (σ. 97), τον εκθέτει ως ανακόλουθο στη σχέση του με τον Καραμανλή – τον βάζει να λέει «ούτε στην κηδεία του [δεν θα πάω]» σχολιάζοντας: ποιος τα λέει αυτά; «ο εμπνευστής της συναίνεσης», δηλαδή φανερώνει τη μέγιστη, υποτίθεται, αντίφαση του Κύρκου. Ως και τις γάτες του Λεωνίδα τις ονομάζει «βρωμόγατες» και το φαΐ που τον κέρασε στο σπίτι του άνοστο. Όσο για την υψηλή ρητορική του Κύρκου την χαρακτηρίζει «άμετρη ρητορεία» (σ. 125).

Κάπου εκεί είπα να κλείσω το βιβλίο. Ως μέλος του ΚΚΕ εσωτερικού εκείνης της εποχής υπολήπτομαι βαθιά τον Λεωνίδα Κύρκο και τιμώ τη μνήμη του. Για μένα αυτός ήταν ο μικρός θεός της Μεταπολίτευσης, αυτός, ο σταθερά έτοιμος για συνεργασίες και για πολιτικά ανοίγματα, που έμεινε πάντα φτωχός, σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια, με τις πολλές του γάτες, ναι, και την άρρωστη γυναίκα, την Καλλί. Ο συγκλονιστικός ρήτορας και ο καλός άνθρωπος. Τον θυμάμαι φωτεινό να μιλά σε σκοτεινό θεατράκι της Βόρειας Ελλάδας, με λίγους ακροατές, το 1977, και γέροντα πια να προσέρχεται σε δεν θυμάμαι ποιο συνέδριο ή εκδήλωση της ΕΑΡ, υποβασταζόμενος από τον αγαπημένο Κώστα Κάρη.

Τέλος πάντων δεν έκλεισα το βιβλίο και ορθώς έπραξα, όχι μόνο για τις εξαιρετικές του σελίδες, αλλά και επειδή υπάρχουν και σκηνές που επανορθώνουν. Μάιος 1989, η πρώτη περιοδεία με τον Συνασπισμό. Στην Κρήτη. Στο Ηράκλειο, πάνω στην εξέδρα Λεωνίδας και Μίμης μαζί, και από κάτω «σύμπασα η Αριστερά», κι έπειτα στα Χανιά όπου, μετά την ομιλία τους, καλούνται σε ραδιοφωνικό σταθμό, όπου, αντί για πολιτικές αναλύσεις, τραγουδούν από ριζίτικα έως την «Ωδή στη χαρά» (σ. 422-424).

Η συγκίνηση μεταφέρεται και σε μας, και έτσι μου ’ρχεται να πω τώρα στον Μίμη να μας κάνει εδώ μια μικρή αναπαράσταση εκείνης της βραδιάς. Λείπει όμως ο Λεωνίδας και η φυσαρμόνικά του…
Το βιβλίο είναι σημαντικό όχι μόνο για τα ελληνικά θέματα αλλά και για τα διεθνή. Μου έκανε πολλή εντύπωση, π.χ., η εξήγηση της κατάρρευσης της Ανατολικής Γερμανίας το 1989, το παγκόσμιο 1989. Η Ανατολική Γερμανία ήταν υπερχρεωμένη, μας πληροφορεί ο Ανδρουλάκης, στην Δυτική Γερμανία. Η Δυτική Γερμανία είχε χορηγήσει δάνεια, τα οποία η Ανατολική Γερμανία δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει, κατέφυγε στην ΕΣΣΔ, αλλά και εκείνοι, ο Γκορμπατσόφ δηλαδή, δεν είχαν σκληρό συνάλλαγμα για να αποτρέψουν την κατάρρευση. Ο Μίμης Ανδρουλάκης μάλιστα ταξίδεψε αμέσως μετά, όταν η ίδια η μεγάλη πατρίδα του σοσιαλισμού κατέρρεε, μας δίνει το κλίμα στη Μόσχα, και παρά λίγο θα είχαμε και κάποιες σίγουρα διεισδυτικές παρατηρήσεις για τον τελευταίο Γενικό Γραμματέα του ΚΚΣΕ, αν ο Μίμης είχε καταφέρει να τον συναντήσει. Όμως λέει: «Δεν είχε πια κανένα νόημα και τα δολάριά μου είχαν τελειώσει» (σ. 535).

Δεν είχε πια κανέναν νόημα… Στο σημείο αυτό ο Μίμης Ανδρουλάκης μας εξομολογείται συγκινητικά: «Κι εγώ ένιωθα λίγο σαν τον Σοβιετικό αστροναύτη που ξέμεινε στο διάστημα γιατί δεν υπήρχε χώρα να τον κατεβάσει. Και το δικό μου ατομικό σχέδιο ζωής ξέμεινε σαν τα ίχνη των πουλιών στον αέρα, όπως έλεγε ο παππούς μου» (σ. 535).

Φυσικά ο Ανδρουλάκης δεν ξέμεινε ούτε από δουλειά ούτε από έμπνευση. Όλες αυτές οι περιπέτειες, όλα αυτά τα ταξίδια στα «άστεα» και στον «νόον» των ανθρώπων έχουν καταλήξει σε πολλές πολλές εκατοντάδες σελίδες. Ο Μίμης που ποτέ δεν έγραφε τους δημόσιους λόγους του, γιατί ο πολιτικός ανήρ πρέπει, λέει, να μιλάει από στήθους, κάθισε μετά και ασχολήθηκε με τον γραπτό λόγο όσο λίγοι που έχουν υπάρξει πολιτικοί. «Κάτω από τις στάχτες» της ιστορίας η φωνή του Μίμη Ανδρουλάκη μένει ζωντανή και σπινθηροβόλα.

 

Μίμης Ανδρουλάκης, Κάτω από τις στάχτες, Πατάκης 

 

(Ομιλία στην παρουσίαση στο Ηράκλειο Κρήτης, 20.2.2024)

 

Προηγούμενο άρθροΗ Αθήνα ως μη-τόπος (2): προς αναζήτηση βιβλιοθηκών (της Έφης Κατσουρού)
Επόμενο άρθροIβάν Μπούνιν, «Τεμίρ Αξάκ Χαν» (μτφρ- επιμ. Νικήτας Αλεξανδρου, Έλενα Ιωακειμίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ