Μια ανάγνωση μετά την ανάγνωση, Ο Έιχαμπ του Μανώλη Γαλιάτσου (της Αθηνάς Βογιατζόγλου)

1
267

της Αθηνάς Βογιατζόγλου

[Για τη μουσική εργασία του Μανώλη Γαλιάτσου Το γαλήνιο όνειρο του Έιχαμπ. Μια ανάγνωση μετά την ανάγνωση. Πάνω στο Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ (μαζί με φυλλάδιο 20 σελίδων), 2019]

Ό,τι παρατήρησε ο Φώντας Τρούσας το 2009 με αφορμή τη μουσική εργασία του Μανώλη Γαλιάτσου Θάλασσες των μικρών λάμψεων ισχύει στο ακέραιο για το σύνολο της ώριμης δουλειάς του και προοικονομεί με πολλούς τρόπους, θα έλεγε κανείς, τη συνάντησή του με τον ήρωα του θρυλικού Μόμπι Ντικ. Καταρχάς με την εναρκτήρια φράση του Τρούσα: «Ο Γαλιάτσος είναι επιβάτης προς έναν μοναχικό προορισμό» – όπως ακριβώς είναι και ο Έιχαμπ. Συνεχίζει ο μουσικοκριτικός:

Ο Γαλιάτσος επιχειρεί μέσα από αυστηρές διαδικασίες να προσεγγίσει τη Μουσική Τέχνη, μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει σε μυστικό τάγμα. Σαν να έχει ανακαλύψει κομμάτι μιας αρχαίας γνώσης, συνθέτοντας και συνδέοντας ό,τι απομένει με προσπάθεια και κόπο. Το «κομμάτι» έχει τίτλο. Ονομάζεται «κάλλος». Έτσι, ο τρόπος για να συμπληρωθεί το ψηφιδωτό δεν μπορεί παρά να είναι ένας. Η γυμνή ομορφιά· εκείνη που εκλύει ο υψηλός ποιητικός λόγος. […] Η βάση του Γαλιάτσου είναι ο άνθρωπος· κυρίως ο εσωτερικός του κόσμος. Οι ήχοι του διερμηνεύουν ισχυρές και βαθύτατες συναισθηματικές εναλλαγές, οι οποίες ισορροπούν σε καταστάσεις πάθους· σχεδόν πυρετικού.

Η αντίληψη της μουσικής τέχνης ως ενός είδους αρχαίας γνώσης, η επικέντρωση στον εσωτερικό άνθρωπο, οι ισχυρές και βαθιές συναισθηματικές εναλλαγές, που αποδίδονται από τον Τρούσα στη δουλειά του Γαλιάτσου, αγγίζουν το αποκορύφωμά τους στο έργο που εμπνεύστηκε από τον Μόμπι Ντικ. Τόσο με τις μελωδίες όσο και με τα γεμάτα λυρική και δραματική ένταση κείμενα που συνοδεύουν το CD που παρουσιάζουμε εδώ, ο Γαλιάτσος σκάβει βαθιά στην ψυχή του κεντρικού ήρωα του Μέλβιλ, αναδεικνύοντας εσωτερικές συγκρούσεις που δεν υπάρχουν στο μυθιστόρημα και προσφέροντάς μας μια ανατρεπτική, ερεθιστική για τη σκέψη, βαθιά συγκινητική και άκρως ενδιαφέρουσα ανάγνωση του βιβλίου. Κάθε λάτρης της Φάλαινας θα άξιζε να σκύψει σε αυτή την ιδιοσυγκρασιακή «ανάγνωση μετά την ανάγνωση», που έρχεται να προστεθεί στα πολυειδή έργα που έχει εμπνεύσει και συνεχίζει να εμπνέει το κλασικό αυτό λογοτέχνημα, από ποιήματα και κινηματογραφικά έργα μέχρι θεατρικές δημιουργίες και κινούμενα σχέδια.

Ο τίτλος τού CD, «Το γαλήνιο όνειρο του Έιχαμπ», μας εισάγει ευθύς εξαρχής σε μια διπλή ανατροπή: ούτε γαλήνη ούτε όνειρα υπάρχουν στον κόσμο του σκληροτράχηλου, βασανισμένου καπετάνιου, ο οποίος κοιμάται ελάχιστα έως καθόλου και περιμένει να συναντηθεί με τη μοίρα του. Λέει, για παράδειγμα, σε ένα από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου – δια στόματος Ισμαήλ, του μόνου μέλους του πληρώματος που επιζεί στο τέλος της περιπέτειας και αφηγείται την ιστορία: «Τούτο το κάπνισμα δε με καλμάρει πια […] Τι δουλειά έχω εγώ με αυτό το τσιμπούκι. Μ’ αυτό το πράγμα που σκοπός του είναι να χαρίζει γαλήνη […]. Δε θα ξανακαπνίσω πια. Και πέταξε το αναμμένο τσιμπούκι στη θάλασσα». Αυτή η γαλήνη, που απουσιάζει ριζικά από τον άγριο και αενάως επαγρυπνούντα ήρωα, προσφέρεται από τον Γαλιάτσο στον δικό του Έιχαμπ, μαζί με το δώρο του ονείρου, το οποίο παίρνει μια βαθύτερη σημασία καθώς, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο μουσικοσυνθέτης, «Όταν συνομιλούμε με έναν ήρωα για πράξεις τετελεσμένες, επιβεβαιώνουμε το μη παροδικό των προνομιούχων στιγμών, που διάγουν έναν μόνιμο ενεστώτα διαρκείας […] Έτσι, η πραγματικότητα γίνεται το βαθύ όνειρο της τέχνης και η τέχνη το βαθύ όνειρο της πραγματικότητας».

Ο υπότιτλος που βάζει στη δουλειά του ο Γαλιάτσος είναι «Μια ανάγνωση μετά την ανάγνωση. Πάνω στο Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ». Η ανάγνωσή του είναι διπλή: μουσική και ιδιότυπα λογοτεχνική, καθώς το CD συνοδεύεται από φυλλάδιο με δεκατέσσερα κείμενα – ένα για κάθε μουσικό κομμάτι-, που ισορροπούν γόνιμα μεταξύ ποιητικού λόγου και συμπυκνωμένου στοχαστικού δοκιμίου. Η ποιητική αύρα οφείλεται κυρίως στην πυρετική συναισθηματική και διανοητική ένταση με την οποία αρθρώνονται οι φράσεις, στη ρυθμικότητα της συντακτικής ανάπτυξης, στη μεταφορικότητα του λόγου, στη γνωμική εκφορά κάποιων σύντομων προτάσεων και στον χωρισμό των κειμένων σε τυπογραφικές σειρές (βραχύτερες εκεί που κυριαρχεί η συγκίνηση, μακρύτερες εκεί που υπερισχύει το στοχαστικό στοιχείο), οι οποίες παραπέμπουν σε ελεύθερο στίχο, π.χ.: Η θάλασσα είναι η δική μου έρημος. / Εδώ θα στήσω το βασίλειό μου, σαν έκπτωτος / που αναγνώρισε τον τόπο εξορίας του». Η δοκιμιακή πλευρά των κειμένων, εξάλλου, είναι εμφανής, καθώς ο Έιχαμπ του Γαλιάτσου βρίσκεται σε έναν συνεχή αγώνα εσωτερικής αλλά και ευρύτερα φιλοσοφικής διερεύνησης· απευθύνει εναγώνια ερωτήματα προς εαυτόν, δομεί υποθετικές προτάσεις στις οποίες επιχειρεί να απαντήσει, διατυπώνει σκέψεις ευρύτερου ενδιαφέροντος για την τέχνη και τη ζωή, όπως: «Μήπως δεν υπάρχουν διόλου μάσκες / σ’ αυτόν τον κόσμο, παρά μόνον / επιθυμίες; / Όχι σκιές, παρά μόνον ορατές / ενσαρκώσεις των επιθυμιών;».

Στη διαφωτιστική εισαγωγή που συνοδεύει τα κείμενα, επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι «Κάθε ήρωας, ξεκινά ένα νέο είδος ύπαρξης, ίσως το σημαντικότερο, στο μυαλό του αναγνώστη-θεατή-ακροατή μετά το πέρας του έργου». Πράγματι, κάθε αναγνώστης είναι και θεατής – της τυπωμένης σελίδας αλλά και, νοερά, των εικόνων που γεννά το έργο – και ακροατής: των ήχων του, των ρυθμών του, της όποιας μουσικότητας ή και των δυσαρμονιών του, της κίνησης των λέξεων, των φράσεων, των παραγράφων, των σελίδων. Ο αναγνώστης-ακροατής του Γαλιάτσου, διαβάζοντας και ακούγοντας αυτή την «ανάγνωση μετά την ανάγνωση» επιτελεί την «ανάγνωση της ανάγνωσης μετά την ανάγνωση», οπότε το γαϊτανάκι ξετυλίγεται με τον τρόπο του Μπόρχες και με ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ο ίδιος ο Μέλβιλ, εξάλλου, προοικονομεί τον Μπόρχες όταν γράφει διά στόματος Ισμαήλ: «Μικρά κτήρια οι αρχιτέκτονες που τα άρχισαν υπάρχει το ενδεχόμενο να τα ολοκληρώσουν· μεγάλα, πραγματικά οικοδομήματα όμως, θα αφήνουν πάντα την κορωνίδα στους επόμενους. Ο Θεός να με φυλάει να μην ολοκληρώσω ποτέ τίποτα. Ολόκληρο αυτό το βιβλίο δεν είναι παρά ένα προσχέδιο – τι λέω, το προσχέδιο ενός προσχεδίου». Η «κορωνίδα», λοιπόν, του Μέλβιλ έμεινε κληρονομιά στην ανθρωπότητα, έλκοντας αενάως τη συνέχειά της. Μια τέτοια συνέχεια επιχειρεί ο Γαλιάτσος στη δουλειά που παρουσιάζουμε εδώ, επενδύοντας τις ιδέες και τις συγκινήσεις του με έναν πλούτο οργάνων, από φλάουτο και όμποε μέχρι βιολί και βιολοντσέλο, από κλαρινέτο και φαγκότο μέχρι πιάνο, τσέμπαλο, τσελέστα, κρουστά – τα τελευταία τέσσερα όργανα παίζει ο ίδιος ενώ τα υπόλοιπα (δεκατέσσερα συνολικά) μια πλειάδα καταξιωμένων μουσικών.

Το αριστούργημα του Μέλβιλ διαθέτει ένα «σημείου εισόδου», καθώς αφηγητής του είναι ο Ισμαήλ, οι γνώσεις του οποίου για τον Έιχαμπ προέρχονται από αφηγήσεις τρίτων, από φήμες, τις πράξεις του, καθώς και συνομιλίες του στις οποίες ο Ισμαήλ υπήρξε αυτήκοος μάρτυς. Αγνοεί, όμως, ο αφηγητής τις σκέψεις που κάνει ο Έιχαμπ όταν είναι μόνος του· στο σημείο αυτό παρεισφρέει η αφήγηση του Γαλιάτσου, που καταγράφει θραύσματα ενός εσωτερικού μονολόγου του ήρωα και τους δίνει μουσική υπόσταση με τις ενορχηστρωμένες μελωδίες του. Αφηγείται, δηλαδή, αυτά που αγνοεί ο αφηγητής του βιβλίου, ο οποίος άλλωστε, έχοντας επίγνωση της αδυναμίας του να αδράξει τον Έιχαμπ, αναφωνεί σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος: «Ω Αχαάβ! Ό,τι μεγάλο υπάρχει μέσα σου, πρέπει να το τραβήξω από τον ουρανό, να το βγάλω μέσα από τον ωκεανό και να του δώσω μορφή μέσα στον άμορφο αέρα!». Καθένας με τον τρόπο του, λοιπόν. Η αφήγηση του Γαλιάτσου στηρίζεται σε μια βασική προϋπόθεση: ότι ένας αρθρωμένος λόγος, όσο αμετάκλητος και στέρεος κι αν εμφανίζεται πριν την τελική πράξη, μέχρι να φτάσει στην τελική του απόφαση, μπορεί να έχει μετέλθει τη βάσανο προσωπικών αντιστάσεων, αντιφάσεων και αμφιβολιών. Οι σκέψεις του Έιχαμπ, όπως τον παρουσιάζει, δεν είναι παρά κατά τόπους μόνο «γαλήνιες», όπως υπονοεί ο εν μέρει παραπλανητικός τίτλος του μουσικού έργου· είναι σκέψεις αγωνιώδεις, που αμφιβάλλουν και δυσπιστούν για τον εαυτό τους ανά πάσα στιγμή, και από αυτήν την άποψη παραβιάζουν το βιβλίο διαρκώς, καθώς σε εκείνο ο ήρωας εμφανίζεται αμετάκλητα αποφασισμένος να εκδικηθεί τη φάλαινα που έχοντας, παλαιότερα, φάει το ένα πόδι του, τον κατάντησε «έναν αξιολύπητο σακάτη, ένα ναυτικό του γλυκού νερού» (ο καπετάνιος στηρίζει το βάρος του σώματός του σε ένα «αποτρόπαιο» πόδι, φτιαγμένο από το κόκαλο του σαγονιού μιας σπερμοφάλαινας, σύλληψη άκρως συμβολική εκ μέρους του Μέλβιλ, που δεν υπάρχει η δυνατότητα να αναπτυχθεί εδώ). Γράφει ο Ισμαήλ στον Μόμπι Ντικ: «Πολλά είπαμε· παρ’όλα αυτά, για το μεγαλύτερο, το σκοτεινότερο, το βαθύτερο μέρος του Αχαάβ, δεν καταφέραμε να πούμε το παραμικρό» – αυτό είναι, θα έλεγε κανείς, το στοίχημα του Γαλιάτσου: να διεισδύσει στα απώτερα βάθη του ψυχισμού του ήρωα, αναδεικνύοντας αμφισημίες που στο μυθιστόρημα δεν ανιχνεύονται.

Έτσι, ήδη στο πρώτο κείμενο του έργου του Γαλιάτσου («Το φως των παλιών ημερών»), ο σκοτεινός ήρωας του αμερικανού συγγραφέα εμφανίζεται να διδάσκεται «εκ νέου το φως, μέσα από το σκοτάδι», και να νοσταλγεί τις «παλιές ημέρες», τον Έιχαμπ πριν από το συμβάν της τραυματικής απώλειας, δηλαδή, που καθόλου δεν απαντάται στο μυθιστόρημα· ο Γαλιάτσος καταλήγει: «Όσο περισσότερο / με φωτίζω, τόσο σκοτεινότερος γίνομαι για τους  / άλλους. Θέλω να λησμονήσει για λίγο η ψυχή μου /  και να θυμηθεί το φως των παλιών ημερών». Στη μουσική που ντύνει το κείμενο αυτό επιστρατεύεται μια πληθώρα πνευστών, ξύλινων και χάλκινων οργάνων, καθώς και πιάνο και βιολί, που εναλλάσσονται διαρκώς, όλα πλεγμένα γύρω από το βασικό όργανο, με το οποίο ξεκινά και εκτίθεται το βασικό μουσικό θέμα του έργου, το τσέμπαλο, ανακαλώντας φωτολουσμένα (μεσογειακά;) τοπία. Η συνομιλία των οργάνων ανάμεσα στις χαμηλές και τις ψηλές συχνότητες, σημειώνουν την εναλλαγή απ’ το σκοτάδι στο φώς – ένα φως που απουσιάζει από την ψυχή του δαιμονικού καπετάνιου του Μόμπι Ντικ.

Στο τρίτο κείμενο του έργου («Ασήμαντα περιστατικά»), ο Έιχαμπ βλέπει στον ύπνο του ότι λανθαμένα επί τόσον καιρό πίστευε πως έχει ακρωτηριαστεί. Ζούσε μ’ αυτή την εμμονή, για λόγους μιας αδιερεύνητης προκατάληψης ή παραληρηματικής φοβίας. Στο όνειρο διαπιστώνει με ανακούφιση: «στέκομαι πάλι / στα δυο μου πόδια». Βλέπουμε δηλαδή τον ήρωα αρτιμελή, στην παραδείσια εκείνη εποχή που προηγείται της συνάντησής του με την άσπρη φάλαινα. Το χαμένο πόδι είναι το ορατό σημείο που δεν του επιτρέπει να ξεπεράσει το μίσος του· και όλα αν προσπαθήσει να τα ξεχάσει, υπάρχει πάντα το πόδι για να του τα υπενθυμίζει. Στο γαλήνιο όνειρό του, που ενορχηστρώνει υποβλητικά ο Γαλιάτσος στο αντίστοιχο μουσικό κομμάτι, ο Έιχαμπ στέκεται για λίγο και πάλι στα δυο του πόδια – ίσως ο μοιραίος ακρωτηριασμός που τον παραμόρφωσε εξωτερικά και εσωτερικά να ήταν τελικά μια ψευδαίσθηση· μπορεί, έστω και για λίγο, η ψυχή του να συνομιλήσει με τη γαλήνη…

Στο πέμπτο κομμάτι («Μυστικό Φεγγάρι»), όπου κυριαρχεί ένα ηλεκτρονικό όργανο που ηχεί ως κάτι εξώκοσμο, ανάμεσα σε τσέμπαλο και δωδεκάχορδη κιθάρα, παρεμβαίνει η «φωνή» της φάλαινας με τη χρήση του κόρνου. Και αυτό γιατί στο αντίστοιχο κείμενο του Γαλιάτσου ο Έιχαμπ νιώθει να συνομιλεί με τη φάλαινα όταν μελετά τους χάρτες του, αισθάνεται ότι και εκείνη προσδοκά τη συνάντησή τους: «το ξέρεις κι εσύ αυτό – και δεν αντιστέκεσαι», γράφει χαρακτηριστικά. Στον τρόπο με τον οποίο αναπλάθει το έργο, ο Έιχαμπ και το μοιραίο θηλαστικό είναι αδύνατον να αποφύγουν κάτι που μοιάζει σαν «όλες οι αόρατες δυνάμεις να συμμετέχουν στην ειρωνεία μιας συμπαιγνίας, που, στο τέλος, θα καταλήξει να επαληθευτεί». Μυστικό φεγγάρι, σε μια διαισθητική γλώσσα, ίσως και να σημαίνει μυστική συνάντηση.

Ένα από τα κορυφαία, νομίζω, από μουσική άποψη σημεία του μουσικού αυτού έργου, το ένατο στη σειρά, που τιτλοφορείται «Ανεκπλήρωτες σχέσεις», συνιστά συγχρόνως μια κομβική στιγμή παραβίασης του πνεύματος του μυθιστορήματος, καθώς ο Έιχαμπ λυγίζει και αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι με τη φάλαινα μπορεί να τον συνδέει κάτι βαθύτερο, ίσως και να είναι ό,τι πιο δικό του έχει σ’ αυτόν τον κόσμο. Στο προφίλ που φιλοτεχνεί ο Μέλβιλ για τον ήρωά του («Προικισμένος με μεγάλη αντίληψη, δεν έχω τη δύναμη, τη μικρή εκείνη δύναμη, να νιώσω χαρά· είμαι καταδικασμένος – με πολύ μεγάλη πονηριά και τρομερή κακία! Καταδικασμένος στην καρδιά του Παραδείσου!», εμφανίζεται να μουρμουρίζει βλέποντας την ανατολή του ήλιου ο Έιχαμπ δια στόματος Ισμαήλ) ο Γαλιάτσος προσθέτει μια βαθιά, μέσα στη ευθραυστότητά της, ευαισθησία. Παραθέτω το τρυφερό κείμενό του:

Αν γνωριζόμασταν μικροί, θα

μπορούσε να παίζουμε μαζί. Τότε, όταν

ξανασυναντιόμασταν, χρόνια μετά, θα

σ’ έβλεπα αλλιώς. Θα εκπροσωπούσες

κάτι διαφορετικό, θα είχες μιαν άλλη

θέση ανάμεσα στα πλάσματα. Θα

προσπαθούσα να μιλήσω μαζί σου – ίσως

κι εσύ να μ’ αναγνώριζες – θα έμενα για

πολλήν ώρα και θα σε θαύμαζα. Μετά θα

προσπερνούσα, με μια προστατευτικήν

ευχή να ‘σαι πάντα ασφαλής, αλλά και

μιαν αίσθηση περηφάνιας για σένα. Μαζί

μ’ αυτήν την ιδιαίτερη συγκίνηση ότι

κάποτε, όταν ήμασταν μικροί, κατάφερα

και σε γνώρισα.

Η μουσική στις «Ανεκπλήρωτες σχέσεις» είναι ένα τρίο: πιάνο, βιολί, βαρύτονο σαξόφωνο. Το πιάνο, το οποίο παίζει ο ίδιος ο συνθέτης με μοναδική εκφραστικότητα και συγκινησιακή ένταση,  είναι ίσως η μνήμη του χρόνου, παρελθούσα και μέλλουσα, πραγματική και φανταστική· το βιολί μοιάζει να είναι ο Έιχαμπ, παιδί και μεγάλος, όταν υποθετικά την ξανασυναντά· το βαρύτονο σαξόφωνο η φάλαινα, παιδί και μεγάλη, όταν ξανασυναντιούνται. Κατ’ εξαίρεση, ενώ η «φωνή» της φάλαινας, η οποία διατρέχει το έργο, υποβάλλεται συνήθως με το κόρνο και κάποτε με το φαγκότο, εδώ ακούγεται από το βαρύτονο σαξόφωνο, ένα όργανο εξ ίσου βαθύ και υποβλητικό. Πρόκειται συνολικά για το πιο συναισθηματικά φορτισμένο σημείο της δουλειάς του Γαλιάτσου, γιατί έτσι μόνο θα αιτιολογούταν η αίσθηση του Έιχαμπ ότι το βαθύτατο μίσος και η απέχθεια θα μπορούσαν υπό άλλες προϋποθέσεις να ήταν, αντιστρόφως, βαθύτατος θαυμασμός και εκτίμηση.

Μετά τον κλονισμό που επιφέρουν στον ήρωα και σε ολόκληρο το έργο οι «Ανεκπλήρωτες Σχέσεις», ακολουθούν δυο κομμάτια («‘Οχι κάποιος άλλος», «Βασιλιάς των τεράτων») στα οποία ο Έιχαμπ διαλογίζεται πάνω στον εαυτό του και αποφασίζει ότι δεν θα ήθελε ποτέ να είναι διαφορετικός («Και ποιος θα ήθελε ποτέ να είναι κάποιος άλλος;»), ακόμη κι αν θα έπρεπε να είναι το μεγαλύτερο τέρας – αν και στο σημείο αυτό μπαίνει ένα εναγώνιο ερώτημα προς εαυτόν,  αυξάνοντας τη δραματική ένταση, σε ένα κατά τα άλλα εξαιρετικά υποβλητικό μουσικό κομμάτι: «Σ’ αυτήν την υδάτινη επικράτεια των τεράτων, / το μεγαλύτερο τέρας είμαι εγώ. / Αυτό θέλησα; Αυτό θέλησα, πραγματικά; / Αυτό είναι το σκότος της δικής μου αβύσσου;». Στο τέλος της σύνθεσης, με το απόκοσμο και αλλόκοτο δοξαστικό που υψώνεται, η μουσική φαίνεται να μας λέει ότι ο Έιχαμπ θα αποδεχτεί αυτή τη φριχτή στέψη, θα γίνει ο «Βασιλιάς των τεράτων».

Ακολουθεί το «Αρχαίο ένστικτο», δωδέκατο μέρος του έργου, όπου ξαναμπαίνει στη σκέψη του ήρωα η φάλαινα – και αυτός είναι πλέον ο τελικός, αποφασισμένος Έιχαμπ. Η ρωμαλέα μουσική, που καρφώνεται, θα έλεγε κανείς στις αισθήσεις και στον νου του ακροατή και συνεχίζει να ηχεί μέσα του και μετά το τέλος του έργου, περιγράφει τη δύναμη και τη βία αυτής της αποφασιστικότητας, αλλά το σχόλιο που συνοδεύει τη μουσική λέει ότι πίσω από την επιθετική ορμή ελλοχεύει θανάσιμο πένθος· οι «Ανεκπλήρωτες σχέσεις» έχουν οριστικά σφραγίσει τον ψυχισμό του ήρωα, που περιδινείται γύρω από μια βασανιστική αντίφαση. Από τη μια μεριά, ωθούμενος από καθαρό ένστικτο καταδίωξης, αρθρώνει μια από τις ισχυρότερες φράσεις του έργου: «Να σε κυνηγώ μέχρι να φάω την καρδιά σου» (στο σημείο αυτό ο αναγνώστης – ακροατής   μπορεί να ανακαλέσει το απόσπασμα του μυθιστορήματος όπου ο εμμονικός καπετάνιος φωνάζει στους ναύτες του: «Ναι, ναι! Θα την κυνηγήσω λοιπόν γύρω από τον Κάβο της Καλής Ελπίδας, γύρω από το Κέιπ-Χορν, γύρω από το Μέιλστρομ της Νορβηγίας, ακόμα και γύρω από τις φλόγες της κόλασης, πριν να σταματήσω»)· από την άλλη μεριά, αυτό που επιζητεί το βιώνει ως πένθος: «αυτό / το βαθύ, σαν την πιο κατάμαυρη / θάλασσα, βαρύ μου πένθος».

Ακολούθως, στο «Να πεθάνουμε μαζί» – όπου η λέξη «να» πρέπει να εκληφθεί ως ενα αποφασιστικό ευχετικό «είθε» – ο ζόφος του πένθους αιτιολογείται πειστικά: ο Έιχαμπ νιώθει να γίνεται ένα με τη φάλαινα, επικυρώνοντας τους αδιερεύνητους δεσμούς του με τη φάλαινα, αυτούς που διαισθανθήκαμε στο «Μυστικό φεγγάρι» και αυτούς που τον συγκλονίζουν στις «Ανεκπλήρωτες σχέσεις»: «Είσαι πιο πολύτιμη από τη γυναίκα μου. Πιο αναγκαία από το μέλλον». Μετά τον χαμό της φάλαινας, «τίποτα δεν θα μπορεί πλέον να έχει νόημα». Αποδοχή του πόνου και μετατροπή του σε μελωδία είναι αυτό που αποκομίζει ο ακροατής του μουσικού αυτού κομματιού, όπου, πέρα από τα μουσικά όργανα, ακούγεται ο επιθανάτιος ρόγχος του Έιχαμπ σε συνδυασμό με έναν επίμονο βρυχηθμό, που μοιάζει να είναι ο τελικός σπασμός της φάλαινας. Συγκλονιστική στιγμή: ο θάνατος και των δυο μελών του φονικού ζεύγους συγχρόνως, ενέχει κάτι από τη λυτρωτική έκσταση του γενετήσιου σπασμού. Η φωνή της φάλαινας και ο ρόγχος του ήρωα είναι οι μόνοι «εξωτερικοί» ήχοι που ακούγονται σε ένα έργο που δεν έχει αναγκη από κανένα άλλο ρεαλιστικό στοιχείο, καθώς όλα συμβαίνουν εντός, με τρόπο πολύ πιο ισχυρό και ηχηρό από οτιδήποτε εξωτερικό.

Στο αναστοχαστικό τελευταίο κομμάτι του έργου («Η αιώνια αναζήτηση»), όπου το πιάνο του Γαλιάτσου συνδυάζεται αντιστικτικά με μπάσο κλαρινέτο στο πρώτο μέρος και με όμποε στο δεύτερο, η ιστορία του Έιχαμπ προεκτείνεται νοερά στην αιωνιότητα: «Κάποιες φορές νιώθω ότι αυτή η αναζήτηση θα συνεχίζεται και μετά το τελικό μου πέρασμα. Ίσως να έχω άλλο όνομα, να ζω σε άλλη πατρίδα, αλλά θα είμαι πάλι εγώ, ο Έιχαμπ, που θα σε ψάχνω […] Με βοήθησες να ονειρεύομαι, να κοιτάζω μέσα μου και να σπρώχνω τον εαυτό μου εκεί που ο φόβος δεν επιτρέπει να φτάσουμε […]». Από το έργο αυτό θα γεννηθεί κάτι άλλο, γιατί η καλλιτεχνική και η υπαρξιακή αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ – ούτε καν με το βιολογικό τέλος, μας λέει ο Γαλιάτσος, η μουσική του οποίου ας σημειωθεί εδώ ότι είναι πάντα σπειροειδής: γεννά και αναπτύσσει διαρκώς κάτι καινούργιο, σε ηχοχρώματα, ενορχήστρωση, μοτίβα (που ενίοτε εξελίσσονται σε νέα μουσικά θέματα), από κάτι άλλο που έχει συμβεί στη μουσική μόλις πριν.

Κλείνοντας, ας ξαναγυρίσουμε στην κριτική του Φώντα Τρούσα, με την οποία ξεκινήσαμε. Το κείμενό του τελειώνει με την παρατήρηση: «Η Μουσική ως μήτρα και μοίρα μαζί συμπλέει με το αρχέγονο και το τελεολογικό […] διατρέχει τον κοσμικό χώρο, για να συναντήσει τα συστατικά της ζωής και να θεωθεί δι’ αυτών». Ό,τι εμφανίζεται εδώ να είναι για τον Γαλιάτσο η μουσική – μήτρα, μοίρα και αρχέγονη δύναμη που ενώνει το εγκόσμιο με το θείο – είναι, θα λέγαμε, για τον Έιχαμπ η θάλασσα· και αυτή η συνάφεια είναι ένας επιπλέον δρόμος, που οδήγησε τον Γαλιάτσο στη συνάντηση με τον ήρωα του Μέλβιλ. Ας ξαναστοχαστούμε, τέλος, πάνω στον υπότιτλο της δουλειάς του: «Ανάγνωση Μετά την Ανάγνωση». Πέρα από μια οσοδήποτε πρωτότυπη πρόσληψη του έργου-μήτρας, το «Γαλήνιο όνειρο του Έιχαμπ» είναι ένας καλλιτεχνικός στοχασμός πάνω στο νόημα της πραγματικότητας και στην ενδεχόμενη σύγκρουση αυτού του νοήματος με το βαθύτερο, εσωτερικό νόημα, που μπορεί συχνά να διαφοροποιείται. Ο Έιχαμπ μοιάζει να ελκύει τον Γαλιάτσο για το απόλυτο του χαρακτήρα και της σκέψης του, γι’ αυτό το, με τα λόγια του Ισμαήλ, «άπειρο ακατάβλητο ψυχικό σθένος», για την αναζήτηση, στην αναμέτρησή του με το φονικό κήτος, ενός εκ βάθρων νοήματος, μιας αιτιολόγησης της ύπαρξής του: «Γιατί, αν θα ‘πρεπε ν’ αποδειχτώ σπορά του τυχαίου, άθυρμα μιας τεράστιας φάρσας, δίχως πρόνοια καμιά ή πρόβλεψη, τότε θ’ άξιζε ν’ αντιτείνω σ’ αυτήν τη φάρσα το πιο τρανταχτό μου γέλιο». Πίσω από τη σκληρή ακόμη και προς τον ίδιο τον εαυτό του συμπεριφορά τού ήρωα, ο Έλληνας δημιουργός – ο οποίος αισθάνεται κανείς ότι βρήκε στον Έιχαμπ την ενσάρκωση πολύ προσωπικών αναζητήσεων και αγωνιών του – ανίχνευσε και ανέδειξε με μοναδική μουσική αλλά και λεκτική δραστικότητα μια άλλη, συναισθηματικά πιο ευάλωτη, αθέατη όψη του θρυλικού πρωταγωνιστή του Μέλβιλ.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Πολυεπίπεδο και βαθιά διεισδυτικό το κείμενο της Αθηνάς Βογιατζόγλου γι αυτή την ιδιαίτερη, πολύ ενδιαφέρουσα, μουσική εργασία του Μανώλη Γαλιάτσου. Σε ακολουθεί, ξαναπάς στο βιβλίο, αναζητάς το έργο του συνθέτη. Συγχαρητήρια και στους δυο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here