«Μια άλλη Θήβα»: Ζει ο Βασιλιάς Οιδίποδας; (της Όλγας Σελλά)

0
540

 

 

της Όλγας Σελλά

Θα μπορούσε να το εκλάβει κανείς σαν μια αυτοβιογραφική εμπειρία που έγινε θεατρικό έργο. Όμως όχι. Ο Γαλλο-Ουρουγουανός συγγραφέας και σκηνοθέτης Σέρχιο Μπλάνκο, χρησιμοποιεί έναν άλλο όρο: αυτομυθοπλασία. Γιατί το έργο του «Μια άλλη Θήβα», που εδώ και λίγες μέρες παρουσιάζεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, έχει στοιχεία προσωπικά και γεγονότα στα οποία αναφέρεται, αλλά «η ίδια η γραφή είναι υπεύθυνη για τη μετατροπή των πάντων σε μυθοπλασία».

Και πράγματι, έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό το εγχείρημα, αφού μέσα από το παιχνίδι πραγματικότητας και μυθοπλασίας, μπορεί και ο ίδιος να αγγίξει πολλά περισσότερα θέματα. Και είναι όντως πολλά σ’ αυτό το περίεργο όσο και ενδιαφέρον θεατρικό κείμενο. Είναι η ιστορία ενός συγγραφέα (που στο έργο δηλώνει μόνο ότι τον λένε «Σ»), ο  οποίος αρχίζει να επισκέπτεται στη φυλακή έναν νεαρό πατροκτόνο για να γράψει μέσα από τις συζητήσεις τους, ένα θεατρικό έργο. Και δεν έχει αφήσει τίποτα στην τύχη σ’ αυτή την παράσταση ο Σέρχιο Μπλάνκο: έχει περιγράψει το σκηνικό της παράστασης (το προαύλιο μιας φυλακής, εκεί όπου οι κρατούμενοι ξεμουδιάζουν παίζοντας μονό στο μπάσκετ), και ότι θέλει δύο πρόσωπα επί σκηνής κι όχι τρία: τον συγγραφέα (Θάνος Λέκκας) και τον κρατούμενο, που είναι όμως ταυτοχρόνως και ο ηθοποιός που θα τον υποδυθεί στην παράσταση του θεατρικού έργου (Δημήτρης Καπουράνης).

Και οι συναντήσεις ξεκινούν. Και πρέπει να επικοινωνήσουν δύο διαφορετικοί κόσμοι, που τους χωρίζουν πολλά. Ο Μαρτίν (ο νεαρός πατροκτόνος) είναι ένα παιδί μοναχικό, παίζει καλό μπάσκετ, δεν ανοίγεται εύκολα, δεν καταλαβαίνει τις περισσότερες από τις λέξεις που λέει ο συγγραφέας, είναι εύστροφος και θέλει να μάθει, αλλά δεν θέλει με τίποτα να προσφύγει στα βιβλία της βιβλιοθήκης των φυλακών. Ο συγγραφέας μας δεν λειτουργεί με την τρέχουσα αδιακρισία. Προσπαθεί να τον κερδίσει και να τον χαλαρώσει, να δημιουργήσει μια σχέση. Βήμα-βήμα. Και το καταφέρνει, κυρίως επειδή δεν τον υποτιμά, δεν τον ειρωνεύεται, αλλά θέλει να τον κατανοήσει. Να κατανοήσει τον κόσμο που έζησε και πώς διαμορφώθηκε ο ψυχισμός αυτού του νέου ανθρώπου. Οι συναντήσεις τους είναι για τον Μαρτίν ό,τι πιο αναπάντεχο έχει συμβεί στην τσαλακωμένη ζωή του. Κι ενώ στην αρχή η διεύθυνση των φυλακών είχε δεχθεί ο ίδιος ο Μαρτίν να πρωταγωνιστεί στη θεατρική παράσταση, υπαναχωρεί. Κι έτσι ο συγγραφέας ξεκινά μια νέα προσπάθεια επικοινωνίας, μ’ έναν άλλο άνθρωπο, τον Φεδερίκο, τον ηθοποιοί που θα ερμηνεύσει τον ρόλο του Μαρτίν.

Τρεις άνθρωποι πρέπει να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και με το έργο. Γιατί το έργο δεν είναι ντοκουμέντο, δεν στέκεται μόνο στη στιγμή της πατροκτονίας. Αγγίζει πολλά, ερευνά πολλά και αγγίζει περισσότερα: την πραγματικότητα, τις δεσποτικές και βίαιες σχέσεις που καταστρέφουν ζωές και ψυχές, την ενδοοικογενειακή βία, τον αδιάκριτο ρόλο του Τύπου, τα έργα τέχνης (εικαστικά ή λογοτεχνικά), τους μύθους (του Οιδίποδα πρωτίστως), τη μουσική, τη διαδικασία της γραφής, τη διαδικασία του θεάτρου, τον τρόπο που μπαίνει κανείς σ’ έναν ρόλο, την προσέγγιση των ανθρώπων, την εμπιστοσύνη, τον έρωτα, την ανδρική ταυτότητα.

Είναι μια διαδικασία αυτογνωσίας αυτό το έργο, όχι τόσο του Μαρτίν ή του Φεδερίκο, αλλά του ίδιου του συγγραφέα. Που γράφοντας δίνει απαντήσεις σε όσα έμεναν –ή άφηνε- εκκρεμή. Σε όσα και ο ίδιος δεν άγγιζε και απέφευγε. Αλλά αυτό ακριβώς δεν είναι η διαδικασία κάθε δημιουργίας;

Η παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου είναι καθαρή, άμεση, με ρεαλισμό όσο και θεατρικότητα. Και πιστεύω ότι μετά τους περυσινούς «Λήμαν Μπράδερς» τον γοητεύει να καταπιάνεται με θεατρικά έργα που έχουν και το στοιχείο του ντοκουμέντου. Στη φετινή παράσταση είχε στη διάθεσή του τη ρέουσα μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, που έπρεπε να δώσει τη «γλώσσα» τριών διαφορετικών κόσμων, είχε την ερμηνεία του κάθε φορά καλύτερου Θάνου Λέκκα και εμπιστεύτηκε σ’ έναν νεαρό και ταλαντούχο ηθοποιό, τον Δημήτρη Καπουράνη, το ρόλο του Μαρτίν και του Φεδερίκο. Νομίζω ότι απέδωσε πιο εύστοχα τον αβανταδόρικό –ίσως- ρόλο του Μαρτίν, ενώ ως Φεδερίκο είχε αρκετές αμηχανίες.

Σε μια παράσταση που έχει πολύ συγκεκριμένες οδηγίες από τον συγγραφέα του έργου, θα έπρεπε ίσως ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος να απαλείψει τα παραθέματα του Οιδίποδα, του Φρόιντ ή των Αδελφών Καραμάζοφ –ή μέρος τους, χάριν του ρυθμού της παράστασης. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι μια ξεχωριστή, ενδιαφέρουσα και καλοφτιαγμένη δουλειά, από τις πλέον ενδιαφέρουσες, ως τώρα, της φετινής σεζόν.

 

Συντελεστές της παράστασης

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ, Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος, Σκηνικά: Κώστας Πολίτης, Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ, Σχεδιασμός φωτισμών – Βίντεο: Αποστόλης Κουτσιανικούλης, Βοηθός σκηνοθέτη: Θάνος Παπαδογιάννης

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας

Παίζουν οι ηθοποιοί: Θάνος Λέκκας, Δημήτρης Καπουράνης

 

Θέατρο του Νέου Κόσμου (Αντισθένους 7 και Θαρύπου). Από Τετάρτη ως Κυριακή.

Προηγούμενο άρθροΑνταλλαγή: μνήμη ή λήθη; (του Γιώργου Φράγκογλου)
Επόμενο άρθροΗ πινακοθήκη του λόγου και της εικόνας (της Μαίρης Μικέ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ