Μετέωρο

0
119

Αγγελική Μαρίνου.

Καθώς βγήκε από το κτήριο, το πρώτο που έκανε ήταν να εισπνεύσει βαθιά τον βρώμικο αέρα, μετά ν΄ανάψει τσιγάρο. Στις εφτά η ώρα είχε ξημερώσει για τα καλά˙ είχε κίνηση στο δρόμο, το πλοίο από τα Χανιά φαινόταν στον ορίζοντα να καταφτάνει, οι ταξιτζήδες του λιμανιού έδιωχναν τους καινούργιους από τις πιάτσες τους.

Περπατώντας κατά μήκος της προβλήτας, έψαξε στην τσέπη του μπουφάν του. Bρήκε κάποια κέρματα, τα μέτρησε. Έφταναν για γάλα και τυρόπιτα, για ρετσίνα με τον Γιάννη το απογευματάκι. Αύριο, ευτυχώς, θα πληρωνόταν.

Αρχικά δεν πίστευε ότι θα στέριωνε σ΄εκείνο το πόστο. Να φυλάει ένα άδειο κτήριο επί δώδεκα ώρες, όλη νύχτα. Σκέτη κατάθλιψη, να κάνει τσιγάρα στη ζούλα, ούτε ένας άνθρωπος να πει μια κουβέντα, μόνο μια μικρή τηλεόραση. Ήταν γραφείο ταξιδιών, τον είχε βάλει εκεί ένας γνωστός του. «Τους έσπασαν τα τζάμια τις προάλλες, έκλεψαν υπολογιστές, χρειάζονται νυχτερινό φύλακα, ενδιαφέρεσαι;» Αν ενδιαφερόταν, λέει.

Πόσα χρόνια ήταν που έψαχνε δουλειά;  Πάνω από τέσσερα. «Είστε μεγάλος». Δεν του το έλεγαν έτσι ακριβώς, αυτό εννοούσαν. Είμαι πενήντα οκτώ. Τι να κάνω, λοιπόν; Nα ζω απ΄τα τσίγκινα κουτάκια; Απ΄τις ελεημοσύνες των φίλων; Να ξαπλώσω και να περιμένω τον Χάρο; Δεν είχαν εναλλακτική να του προτείνουν.

Άλλοι πάλι, πιο θρασείς, έβρισκαν «πάτημα» σε εκείνο το κενό στο βιογραφικό του. Δεκαοκτώ χρόνια κενά, τι έκανε, πού ήταν; «Λογαριασμό θα σας δώσω ρε…», έφευγε χωρίς άλλη κουβέντα. Καμιά φορά οι άνθρωποι είναι σκατά.

Τελικά όμως τη συνήθισε τη νυχτερινή δουλειά, όπως συνήθισε και να ναι μόνος. Έχει άλλωστε τον φίλο του το Γιάννη,  τον ψιλικατζή. Το μαγαζί του Γιάννη δεν έχει δουλειά, όπως δεν έχει δουλειά κανένα μικρομάγαζο στον Πειραιά. Έχουν βγάλει λοιπόν ένα τραπεζάκι καφενείου έξω απ΄το ψιλικατζίδικο, στο πεζοδρόμιο, και κάθε πρωί και απόγευμα κάνουν πηγαδάκι όλα τα ρεμάλια της γειτονιάς, αυτοί που ξέμειναν, πίνουν ρετσίνα και λεν τον πόνο τους. Καμιά φορά βάζουν και Διονυσίου δυνατά, οι περαστικοί τους κοιτάζουν και κουνάνε το κεφάλι.

Τις Κυριακές πηγαίνει στην εκκλησία. Εκεί ο πόνος του αναμειγνύεται με εκείνον των άλλων ανθρώπων, μελώνει. Όταν τελειώνει η λειτουργία, του έρχεται να τους πιάνει όλους, έναν έναν, να τους φιλά. Στη συνάθροιση στου Γιάννη, δεν αντιστέκεται στον πειρασμό, αναπαράγει αποσπάσματα από το κήρυγμα της ημέρας. Οι άλλοι τον δουλεύουν άγρια, μετά πάει στη δουλειά. Μόνο τα Σάββατα έχει ρεπό κι όλη την ημέρα κοιμάται.

Φτάνει στο τυροπιτάδικο, δίνει την παραγγελία του. Πίσω του ακούγεται ένα τρίξιμο κι ένα θρόισμα, μια γυναίκα μπάζει ένα καροτσάκι μωρού απ΄τη μισάνοιχτη πόρτα, μπρος της χοροπηδάει ένα κοριτσάκι.

Καθώς πιάνει καρέκλα, επεξεργάζεται τους νεοφερμένους: τη γυναίκα αμέσως την αντιπαθεί. Είναι από κείνες που περιφέρουν τη γονιμότητά τους σαν παντιέρα, τα δυο όμορφα παιδιά της – δε μπορεί να δει το αγοράκι μέσα στο μπλε καρότσι του, αλλά αν κρίνει απ΄το κοριτσάκι, πρέπει να είναι όμορφο και αυτό. Επιπλέον, η μάνα παίρνει κόκα κόλα απ΄το ψυγείο, ενώ πρέπει, υποτίθεται, να δίνει το καλό διατροφικό παράδειγμα. Το κοριτσάκι είναι ένα αγγελούδι. Στέκεται όρθιο μπροστά στην υπερυψωμένη οθόνη του τυροπιτάδικου και με κοραλλένια χειλάκια ανοιχτά χαζεύει μίκυ μάους.

«Είσαι όμορφο κοριτσάκι. Το ξέρεις;»

Η γυναίκα του ρίχνει το βλέμμα της λάμιας, τον κόβει μάλλον για ακίνδυνο. Με την άκρη του ματιού της , ωστόσο, παρακολουθεί την κόρη της, μην πλησιάζει τον γέρο και πολύ. Έχει πιάσει συζήτηση με τον νεαρό υπάλληλο που βγάζει επιφωνήματα πάνω από το καροτσάκι, παίζει με το ποδαράκι του μωρού, το φτύνει για το ξεμάτιασμα.

«Αμέσως εσύ, να πας στον άντρα», συνεχίζει απ΄το τραπεζάκι του, αδιαφορώντας που διακόπτει ξένη συζήτηση. «Και τον φτύνεις κιόλας. Καθ΄εικόνα και ομοίωση του Κυρίου μας είναι και τα μωρά, φτύνοντάς τα, φτύνεις τον ίδιο το Χριστό». Ο σερβιτόρος-ταμίας βάζει τον επαγγελματισμό του μπροστά, αποφασίζει να μην εκνευριστεί. Η μάνα μισογελάει συγκαταβατικά.

«Πώς φαίνεται ότι δεν έχεις οικογένεια, δεν ξέρεις από τέτοια. Εγώ ευχή θα σου δώσω, όταν με το καλό παντρευτείς, να αποκτήσεις κοριτσάκι».

«Κορίτσια…Να γυρνάς απ΄τη δουλειά και να ‘ρχονται τρέχοντας να σου ανοίξουν. Να σου φέρνουν τις παντόφλες, να σε λένε «μπαμπά» και να λιώνουν. Μέσα στα μάτια σε κοιτάζουν τα κορίτσια… ποιος νοιάζεται για τ΄αγόρια;»

«Μα δε μας είπες πώς σε λένε», λέει ξαφνικά, στρεφόμενος προς το κοριτσάκι. Εκείνο κατεβάζει το κεφαλάκι του κρυφογελώντας και τρέχει να κρυφτεί πίσω απ΄τα πόδια της μαμάς του.

«Μελίνα τη λένε, αλλά ντρέπεται», αποκρίνεται η μαμά για λογαριασμό της μικρής, ενώ ταυτόχρονα ψάχνει για ψιλά στο πορτοφόλι της. Βρίσκει τελικά χάρτινο.

«Μελίνα! Τι ωραίο όνομα! Μελίνα…είχα κι εγώ κορίτσια που λες, Μελίνα. Δύο. Τριών και πέντε χρονών».

Η γυναίκα στρέφεται με ξαφνικό ενδιαφέρον.

«Αλήθεια; Και;»

Αντιλαμβάνεται καθυστερημένα το μετέωρο της φράσης. «Είχα δυο κορίτσια. Τριών και πέντε χρονών». Δαγκώνεται. Γυρίζει να πάρει τα ρέστα της, ενώ το χέρι της τρέμει ελαφρά. «Έλα Μελίνα. Φεύγουμε».

«Στο καλό», γνέφει ο ηλικιωμένος άντρας.

Ο υπάλληλος βοηθά τη μάνα να περάσει το καρότσι από την πόρτα. Εκείνη κοντοστέκεται. «Αντίο», γυρίζει και του απαντά. Διστάζει. «Και καλή συνέχεια». Του γέρου του έρχεται να τη φιλήσει και αυτήν.

Πρέπει να βιαστεί να γυρίσει σπίτι. Έχει να σιδερώσει δυο πουκάμισα και να κοιμηθεί νωρίς. Δε βγαίνει αλλιώς το νυχτερινό.

 

Προηγούμενο άρθροΤα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία
Επόμενο άρθροΈνα αντίο στον Terry Pratchett

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ