Μέσα στην απαλή βροχούλα

0
594

 

(ανθολόγηση: Θανάσης Χατζόπουλος), Ε.Βακαλό, Μ.Πρατικάκης, Μ. Λαϊνά, Η. Λάγιος.

 

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ (1921-2001)

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΣΜΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΟΝΟΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΛΑ

 

Ως πότε τα σώματα μπορούν να μην έχουν ντροπή

 

Τον τρόπο της ύπαρξης καθορίζει ο τρόπος της ηδονής

(ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, 1959)

 

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΙΣΚΙΟΥΣ

–ή στη μεγάλη αυλή–

 

Γύρω μου σαν καθόμουνα στην αυλή κι απ’ τους ίσκιους σημάδια

αγνώριστα ένα-ένα πετούσαν δεν ήξερες ποιο κι από πού

πολύς θόρυβος ξαφνικά σα να είχανε όλα μαζί σηκωθεί, απ’ τα

χέρια, τους ώμους μου, φεύγοντας

τα ζευγάρια των άλλων πουλιών μες στο πλήθος τους άγγιζαν

φτερουγίζοντας

 

Ήταν πάντοτε βράδυ κι ήταν πάντοτε ανήσυχα πρώτα πριν να

πέσει το φως

 

και φανέρωνα τότε μόλις για μια στιγμή σα μια πεδιάδα με ήλιο

ξανά, ανάμεσά της για να περνούν

τα ζευγάρια που πέταξαν, τα σημάδια των ίσκιων ένα σχήμα

κινήσεως γνωρίζοντας

–αυτά που είχαν

φύγει απ’ τη νύχτα και τα άλλα που έκρυβα σε χιλιάδες φωλιές

με δροσιά–

εκείνα τα ερωτευμένα παιδιά μες στον ίσκιο τους ακουμπώντας

τον ίδιο καθώς ένα σάλεμα τα ’παιρνε φεύγοντας

για τους κόκκινους λόφους που κάπου κλείνουν τη γη

 

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΜΟΥ

 

Τα πούπουλα περιβρέχονται το αίμα ζεστά

Λιγάκι καμιά φορά ανοίγοντας το παράθυρο

Αλαφριά

Τ’ αγέρι που φεύγει ένα το παίρνει

Στα χόρτα ακουμπάει μετά της δροσιάς

Και απόπεμπο

Με κείνη τη ζέστη του φτεροκοπάει ο θάνατος

Κι ακόμη, δεν ξημέρωσε καλά καλά

(Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ, 1962)

 

ΞΟΡΚΙ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

 

Το λες από μέσα σου όταν θα νιώσεις, κοιτάζοντας κάτι, αγάπη πολλή,

 

Ανάβοντας το καντήλι αψήλωσα

Χαμήλωσα φυτεύοντας κεριά

 

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ

 

Στον τόπο μου αγαπούν τις μυρωδιές τις διάφορες που έχουν

τα φυτά και τα λουλούδια

Κόβουν φύλλα μυρωδικά, τα στρίβουνε ή  τα κρατούν, ένα κλωνί,

και λένε, αχ

Βαθύ τ’ απόγευμα είναι

 

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ

 

Απ’ τη μεγάλη ορμή του πατέρα μου γινήκανε τρία ποτάμια, γάλα το ένα κι έβοσκαν αγελάδες και βόδια, το άλλο γεμάτο κρασί και καθόντανε άνθρωποι με κανάτια γελώντας, το τρίτο που είχαν οι γραφές απ’ την αρχή του κόσμου ποτάμι αίμα και δάκρυα

 

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

 

Ειν’ η ζωή μας πιο σκληρή καμιά φορά

απ’ το θάνατο

Κι όσα γι’ αυτήν θα κάνεις

Και όμορφη, ο θάνατος δε μου έφερε ΄

άλλη γνώση

(ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ, 1971)

 

ΠΟΙΗΜΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ

 

Μια ιστορία ζωής σαν ιστορία της γης, αν ήτανε δύσκολη κι εύφορη, είναι

Τι λέω εύφορη – όχι πιστεύοντας περισσότερο σε έργα ανθρώπων παρά σε ανθρώπους;

Πώς έμαθε η γη με τον κόσμο επάνω της, τελειώνοντας η ανάπτυξη, στην άκρη κλαδιών τα φρούτα τα δίνει

Και κείνο θα πω που μου φαίνεται πιο δύσκολα το έμαθα απ’ όλα

Και δαίμονας και άγγελος, έτσι γεννιέσαι, να είσαι άνθρωπος το μαθαίνεις

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ, ΔΕΥΤΕΡΗ

 

Κρατώ τη φωνή του λάρυγγα πρώτα υψηλά κι ύστερα αρχίζω

Για εραστές που δεν έγιναν η ιστορία μου λέει

Μεταθανάτια θα έρθουν και σ’ όνειρο

Άνεμος

Δεν θα φυσάει άραγε στους Φενταγίν ο άνεμος, στα στρατόπεδα της ερήμου;

Μια παροιμία των Αράβων –επειδή έχουν αντηλιά– στο γυάλισμά της λέει, το σχήμα όποιου πέρασε ή χάθηκε, πως μένει

Με όσο μένει αναπνοή

Πύκνωμα του ανέμου

 

Τους εραστές μου όσους δεν έγιναν συλλογίζομαι

Με τη φωνή του τσακαλιού

Ύστερα το παράπονο

(ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, 1978)

 

 

 

 

 

 

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ (1943)

 

ΟΤΑΝ Η ΛΑΜΨΗ ΜΙΑΣ ΠΑΛΙΑΣ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑΣ

Στη μητέρα μου που έφυγε

 

Τι απαλά θροίζουν τα μαλλιά σου

όταν φυσά ο αγέρας μες στη

μνήμη μου.

Τι ζωντανή που φαίνεσαι πάνω στα

χόρτα

όταν η λάμψη μιας παλιάς χειρονομίας

στα μαλλιά μου, σε φωτίζει.

 

Τι απαλά που λάμνεις στο μυαλό μου

και σηματοδοτείς μ’ ένα δικό σου φως

όλες τις πλεύσεις.

 

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΧΑΡΑΣ

Στους τρεις μου γιους

 

Πράσινες μικρέ φωνούλες πέφτοντας πάνω μου

σα φύλλα.

Μέλη, τέτοια κύματα χαράς

πιωμένα τόσο από το φως τους.

Με μαυριδερούς βοστρύχους παιδικότητα θεία

στο βράδυ και στο μέτωπο.

Τρέχει τρέχει ο μικρός μου γιος στα βαθιά των

αινιγμάτων κι ονειρεύεται

μέσα μου.

 

Πνοή που με ξαναγεννάς

Πέρασμα που κρατάς στον ύπνο μου

το πανί και το τιμόνι.

(ΝΥΧΤΑ ΕΦΗΜΕΡΙΑΣ, 1980)

 

ΒΑΡΚΙΖΑ

 

Ένα ένα έπεφταν τα όπλα: επαναληπτικά,

εκείνα με το κινητό ουραίο,

οι γκράδες και τα καριοφίλια

σαν κομμένα ρόδα στη σκιά

της Βάρκιζας.

 

Ένα ένα πέφτανε σαν φύλλα ·

η τραυλή Αλίανθος

μη μιλάς μαύρο γιασεμί

στον κρόταφο.

 

Η Άλλη Μέρα: έσκυβες να δεις

τα οστά στα βάθη.

Έριχνες πέτρα

και δεν άκουγες

την άκρη της.

 

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΑΛΗ ΒΡΟΧΟΥΛΑ

 

Μέσα στην απαλή βροχούλα του Δεκέμβρη κουβαλώντας θάμνους θυμητικούς γι τη γιορτή μου – είπα είμαι του βουνού όπου βόσκει τα πουλιά του το φανταστικό. Ρίζα της φωνής που με παιδεύεις (στριφτή μες στο συκώτι μου). Πηγές, θρόοι που με λέτε και με ξέρετε ως τις σκοτεινές μου σπηλιές· κι ο αχνός από το κρύο σαν πάχνη που πιστοποιεί την ένδον φρυκτωρία της υπάρξεως. Είπα: είμαι το χώμα (τα μέσα δέντρα της ζωής πάντα θυμούνται) όλο το φάρδος της δημιουργίας.

(ΟΝΤΟΦΑΝΕΙΑ, 1988)

 

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ

 

Μνήμη του ξύλου τώρα που η φωτιά σε λέει

δώσ’ μας για λίγο τη φεγγοβολή του μυστηρίου σου.

Εξήγησέ μας τα «νερά».

Το μελανό φτερό του σπίνου την αυγή

που καμπυλώνει προς τον Άδη.

Δώσ’ μας για λίγο μες στην αστραπή

που σε σαλπίζει τα κλειδιά της πόρτας

που δεν έγινες.

 

ΠΟΛΥΟΜΜΑΤΟ ΣΩΜΑ

 

Κάθε μου τραύμα ένας καινούριος οφθαλμός.

Ανοίγει αστραφτερούς φεγγίτες σε πανάρχαιες

εικόνες και χρεώνει μ’ ανοιχτούς θανάτους,

με καινούργιους τοκετούς

την όραση.

Ενώνεται με τους νεκρούς χτυπημένους από

σφαίρα, σε χορτάρι μπρούμυτα – Μια τέτοια

ευρυχωρία του κενού που δεν είναι κενό –

Ανοίγει η σάρκα σπήλαιο κι ακούει

την ανήκουστη κραυγή των πραγμάτων.

Τα αιμάτινα μυρίζει άνθη των γκρεμών.

Μες στην κοπριά του Λόγου

του Ξινού προγονικά

ξυπνούνε δέντρα. Έρχονται

νερά θυμητικά και μου μιλούνε.

Δεν έχουν όνομα. Δεν έχουν σώμα.

Παίρνουνε σχήμα με την όψη των τόπων

που κυλάνε.

Χωρίς να κυλάνε για κανέναν, κυλάνε

για κάθε πλάσμα που διψάει.

(Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΜΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ, 1990)

 

 

 

Η ΛΥΚΗΘΟΣ

 

ΙΙΙ

 

Αφήνω τώρα το μυρμήγκι να με οδηγήσει.

Δίνω το πλευρό μου στο καλάμι.

Το νου μου γυμνό στην πέτρα.

Ακούω του πεύκου τον ψίθυρο:

οι ερημιές μού άσκησαν το νου κι αφέθηκα

μαλακό εκμαγείο των ανέμων.

Έτσι μπόρεσα ν’ αποστηθίσω με τα μέλη μου

την κλίση τους και τη μορφή τους.

Μορφικά ν’ αναπαραστήσω εκείνο, που, ενώ

του αφήνομαι, θέλει να μου μοιάσει.

Με το δικό μου σώμα αφηγούνται

τα έργα τους.

Στο στέρνο μου χαράζουν το εφήμερο

πέρασμά τους. Με το σώμα μου λύρα

ψιθυρίζουν το τραγούδι τους.

Με το σώμα μου που το κοιμήθηκε το σώμα τους

και πια δεν ξεχωρίζουμε μες στην ορχήστρα.

Δες, μες στα κλαδιά μου τρέμουν μέλη της θεάς.

Και σου μιλώ με το πικρό, με τ’ ακαλλώπιστό της

στόμα: η αληθινή ομορφιά είναι

η αφάνεια. Η αληθινή αγάπη είναι η αφάνεια.

 

ΧΙΧ

 

Κοιτώντας τώρα διάφανα χαλίκια

μου επιστρέφουν πίσω τον υποθηκευμένο μου

καιρό σε ξένα χρέη.

Τις πτυσσόμενες ώρες μου για άρρωστες

φυγές  · και πού να πας

όταν με τον δικό σου θώρακα βήχει ένας

άλλος.

 

Ολόσωμοι ζεστοί καθρέφτες

σαν πόρτες ανοιχτές πάνω στα τείχη

μου επιβάλλουνε μιας αναγνώριση

κι έναν ομόθυμον αφανισμό.

Μιαν ανεπαίσθητη εισαγωγή στην παρουσία

και μιαν έξοδο,

σαν αντανάκλαση

απ’ του θανάτου μου τα στιλβωτήρια.

 

ΧΧΙΙ

 

Να σμιλεύεις όλα σου τα χρόνια μια νεκρή

μορφή για χρήση άλλων σ’ ένα συνομήλικο

τείχος (ούτε ένα φτερούγισμα δικό σου μέσα

σε τόσα καλοκαίρια).

Πώς να προσηλωθείς στο φευγαλέο

κάλεσμα· ν’ αφήσεις ν’ αποτυπωθούν στον άδειο

χάρτη τα πατήματα της αγριόπαπιας.

Να νιώσεις τη στιγμή σαν ένα βέλος

που σφυρίζει περασμένο στην περιοχή

της άφεσης. Η παραίτηση μόνον,

σαν θεία ευχαριστία, θα γυρίσει

στο χέρι το δοιάκι

μέσα στο ακυβέρνητο.

Μονάχα εκεί μες στ’ αδιαίρετα νεύρα

του καιρού, μπορείς ν’ ακούσεις

μιαν αντήχηση αθανασίας.

(Η ΛΗΚΥΘΟΣ, 1995)

 

ΩΡΩΠΟΣ

 

Δεν υπάρχουν πουθενά δυο κλαδάκια

σε παραφωνία. Δυο πουλιά που να μην

ομοιοκαταληκτούνε τα πτερώματα

με τον αέρα.

Το νερό αλάνθαστα γνωρίζει

το βάρος εκείνου που βυθίζεται.

Από πριν γνωρίζει το εκτόπισμα.

Καθρεφτίζει το σώμα του

και τι θυμάται.

 

ΓΕΙΤΝΙΑΣΗ

 

Όταν είμαστε θλιμμένοι γειτνιάζουμε

με τους νεκρούς μας.

Στου στήθους μας το φυσερό η πνοή τους

παρατείνεται. Συστρέφονται,

παραμιλούν με το δικό μας στόμα.

Καθώς ραγίζει λίγο το μολύβι. Αμίλητη,

θρηνητική διπλώνεται βρυσούλα μες στην πέτρα.

Σαν αστραπή στο μαύρο της σεντόνι. Μας

ακουμπά και μας αποτυπώνει.

Με δάχτυλα φθαρμένα γραντζουνούν του ύπνου

μας τα στόρια. Νοτίζει κάποτε το χνώτο τους

τον κρόταφό μας.

Καραδοκούν απρόβλεπτο μοντάζ που συναιρεί

Α-λήθεια και λήθη. Όπως στα όνειρα που χαιρετιούνται

ζωντανοί με πεθαμένους.

 

Σβησμένα άστρα που προσμένουνε το φως μας.

Καθώς το αίμα τους φωτίζει το δικό μας.

(ΑΦΗΜΕΝΑ ΗΣΥΧΑ ΣΤΗ ΧΛΟΗ, 1999)

 

 

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ (1947)

 

ΤΡΟΠΙΚΟ

 

Ο έρωτας μαζί σου μοιάζει με λαχάνιασμα

σ’ υγρό και κόκκινο τοπίο

στο βάθος ακουμπισμένα φτερά

κλείνουν το χώρο με πυρετικές κινήσεις

καρφωμένες  ·

αυτό είναι ο έρωτας λοιπόν

αυτές οι μικρές φασκιωμένες φωνούλες

που ιδρώνουν τ’ οξυγόνο

και συσπειρώνουν το κορμί

– στάση ή κίνηση είναι ο φόβος;

έξω ή μέσα;

Ανάμεσα στα πόδια μου τρέχουν

μικρές σταγόνες άμμος

το αίμα των πουλιών.

 

ΑΝΑ ΖΕΥΓΗ

 

Το σκοτάδι δεν είναι φως

όμως ανήκει σ’ αυτό

όπως η μοναξιά δεν είναι έρωτας

κι όμως τον αντικρίζει

μ’ ορθάνοιχτα μάτια

 

Μ’ ορθάνοιχτα μάτια

μες στο σκοτάδι

ο έρωτας παραμονεύει

τη μοναξιά μας.

 

ΓΥΜΝΟ ΣΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟΥ

 

Ανάμεσα στις μικρές

και τις μεγάλες λέξεις

διστάζει μια λευκή γραμμή

ίσια κι ακίνητη

ανασαίνει.

Μικρές κλωστές από φως

σε κυλούν απαλά μέσα μου

οι λέξεις μού κρύβουν τα μάτια σου

ίσια κι ακίνητα ·

ανάμεσα στο κόκκινο και το άσπρο

ανασαίνεις.

(ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΠΙΟΥ, 1972)

 

 

 

 

ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

 

Σαν μικρός παφλασμός έφυγε το κορμί   το υπόλοιπο

πιάστηκε σε μια λεπτομέρεια κι έμεινε εκεί ·

πίσω ακριβώς από το φως της άλλης μέρας.

Μέσα στο στόμα του

ξετυλίγεται ο χρόνος με μεγάλα πηδήματα.

Ανοίγοντας τις θήκες των κυττάρων, τίποτα

που να μην είναι έρωτας, χαλκός ή τρέλα.

Τώρα ο ήχος βγαίνει καθαρός απ’ τα φυλλώματα.

 

ΚΥΡΙΩΣ

 

γλυκαμένη από τον θυσανωτό

μπλε της ψίθυρο

η ποίηση

κυρίως

δυναμώνει τον ήχο

της σιωπής

 

ΨΥΧΙΚΑ ΙΧΝΗ

 

Κανένα σχήμα

εκτός από τη μοναξιά τους

και τη σιωπηλή τους αναμέτρηση με το προσωρινό.

Σαν μόλις γεννημένα άλογα

στα βήματα της νύχτας.

(ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΕΩΣ, 1979)

 

 

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ

 

Σώζεται η αρχή απ’ τους μηρούς

σε άτονο γαλάζιο

τμήμα ποδιού ακόσμητο προς τα αριστερά

και τμήμα απολήξεως φορέματος.

Στο δέρμα διακρίνονται γραμμές

κυρίως οξυκόρυφες.

Ο χώρος του λαιμού διακόπτεται

απ’ τον αριστερό βραχίονα

που φέρεται προς τα επάνω

ενώ μονάχα το δεξί στήθος δηλώνεται

με ελαφρά καμπύλωση.

Από το κάτω μέρος του προσώπου

λείπει το μεγαλύτερο κομμάτι.

Κόκκινα τρίγωνα ή τόξα

σ’ όλο το άσπρο του βολβού.

Σώζεται επίσης η κορδέλα των μαλλιών

και η στροφή του σώματος

που ασφαλώς προϋποθέτει

ανάλογες κινήσεις των χεριών.

 

Λείπει το έδαφος του έρωτα.

(ΔΙΚΟ ΤΗΣ, 1985)

 

[ΒΑΡΑΝΑΣΙ]

 

Το θέλγητρο της φρίκης

αν όχι πάντοτε καθολικό

ισχύει οπωσδήποτε

 

και ήταν αρκετή

παρόλο που αυτή η ιστορία

δεν οδηγούσε πουθενά.

 

Η άσκοπη διέγερση της φαντασίας

έπαιρνε χρυσαφένιο χρώμα

και μούδιαζε σιγά σιγά

ρέοντας απ’ το ένα χέρι προς το άλλο.

 

Άφησε χάμω το κανάτι πλάι στο ποτάμι

και τα θυμήθηκε όλα

τριξίματα και ψιθύρους που αλλάζαν χρώμα γύρω απ’ τα σπίτια

βαθιά κενά στον ουρανό

 

αλλά δεν έφυγε

γιατί η ιστορία του είχε πεθάνει.

 

Ο Αύγουστος ήταν πολύ ζεστός·

λέγοντας χρόνο εννοούμε κάτι που συμβαίνει.

(ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ, 1992)

 

 

ακόμα και η σαύρα

βλέπει το μισοφέγγαρο

στην πέτρα

 

 

*

 

α, το αστέρι μου έσβησε

έσβησε το μικρό μου λύχνο

και η καρδιά μου έσβησε κι αυτή

 

ακούω τ’ όνομά μου

πρώτη φορά

καμιά πληγή δεν με φτάνει

 

αδιαφανής ακουαρέλα

(ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, 2012)

 

ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ (1958-2005)

 

ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΤΖΙΜ ΑΝΤΑΜΣ

 

Έλα, μ’ όλα τα χρώματα της δύσης του Ουέστ,

με τα μεταλλικά εξάσφαιρε των Τζαίημς,

έλα, με τον απελπισμένο πυρετό του ντεσπεράντο,

 

για μια στιγμή χοντρή σταλαγματιά,

όπου βαραίνει η μοναξιά, στων Μπαρμπαρέσσω τις αυλές,

κι ύστερα φύγε

αλλά, βάγια κον Ντίος.

Μένα με πήρε η νύχτα, το τρανό γκόβερνο, και γαλήνεψα.

 

Ψηλό, υγρό χορτάρι της σαβάνας, λαχάνιασμα του αλόγου

στα σκοτάδια, μαύρο νευρό κορμί του τζάγκουαρ που ζυγιάζεται

στην πέτρα – δεν τα ξέρω·

 

σε βλέπω μια στιγμή μες στο γυαλί

κι ύστερα χάνεσαι,

αλλά βάγια κον Ντίος.

 

ΟΝΕΙΡΑΙΤΗΣΙΑ

 

Ποια περιπατεί γυμνή και ξυπόλυτη

μ’ όλο το ανάστημα της καρυδιάς;

 

Εξαφνικά γεμίζει το δωμάτιο

με τον πελώριο πλάνητα του ονόματός της.

 

Ποιαν υποπτεύεσαι πίσω απ’ όλα τα πρόσωπα

στα μόλις και, νυσταγμένα σοκάκια;

 

Να ’την η ιδιωτική προφητεία, να ’τος ο χρηστός ρυθμός

και τα ταξίδια, σκονισμένα μάτια της.

 

Σιωπή! κι ακούστε την που εξαγγέλλει πίκρες στα διάστιχα,

στο δέλτα το δειλό του ποταμού των επιθέτων.

 

Έτσι να υφαίνεται, φυτό που ηλιοβολά,

κι αχ! η αλογάριαστη περιουσία της μορφής της.

 

ΠΟΙΑ ΗΤΟ, Ι

 

Πώς λάμπει μες στην άπειρη έκταση της άμμου

ένα άστρο μελιχρό ως τερπνό μαργαριτάρι,

ή πώς καρπίζει ένα χωράφι ως σπαρθή χάμου

μ’ έναν και μόνο ταπεινό σπόρο από στάρι,

έτσι μια στάλα απ’ το έλεός σου είν’ όλη η χάρη.

 

ΠΟΙΑ ΗΤΟ, ΙΙ

 

Πώς νήπιο που άκουσεν το τέλος ιστορίας

γέρνει γλυκά κι όλο τον ύπνο συλλαβίζει;

ή πώς φερμένος από τόπους εξορίας,

γέροντας πια, νοιώθει το μάτι να ραγίζη;

έτσι με δάκρυ κι ύπνο η πίκρα μου σ’ αθροίζει.

(ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ, 1993)

 

ΠΕΡΙ ΖΩΟΥ ΓΕΝΕΣΕΩΣ

 

Τους έκτοτε καιρούς, όπου η ψυχή υπήρχε ακόμη θνητή,

ένα κατοικίδιο από λάσπη κι εγκαρτέρηση εγκαταστάθηκε στην άνυδρη σκοτεινιά,

έβγαλε πέλματα, νύχια, οφθαλμούς – έδωκε καρπό.

 

Οι μέρες του εστάθηκαν περίσσια ειρηνικές (φιλανθρωπία, ευποιία και τα λοιπά)·

δεν ξέρω αν επροφήτεψε περί ελεύσεως της δόξης του κυρίου

πάντως, στα σίγουρα, ονόμασε την υπόσταση ενός (τουλάχιστον) ποταμού.

 

Δεν λέω, μήτε ζώο ή φυτό, μήτε αγαθό ή κακό ήταν,

μια λέξη απλώς, ένα πέτρωμα, η αγαπημένη μου, κάποιο τυχαίο συμβάν ·

μα τότε πήτε, πήτε μου, γιατί η ανάμνησή του ματώνει αυτό –έστω– το απόγευμα;

 

ΠΕΡΙ ΖΩΟΥ ΑΜΕΡΙΜΝΗΣΙΑΣ

 

εδώ θα πεθάνω

όχι με τριαντάφυλλα

μ’ ένα τραγούδι μάγου

 

αχ! αγέρα μου κάτασπρε

κι αχ! θαμμένη χαρά μου

 

θα διαβώ τον λυγμό μου

το βουνό το πηγάδι τον φόβο

μ’ ένα τραγούδι μάγου

 

δεν γνωρίζω την όψη σου

τ’ όνομά μου το ξέχασα

 

μ’ ένα τραγούδι μάγου

να ’ρθω στον ύπνο σου

(μπορεί) – να ονειρευτώ

(ΠΕΡΙ ΖΩΟΥ, 1996)

 

ΣΥΝΝΕΦΩΝΟΝΤΑΣ

 

Δεν σου ζητά ο Θεός καν το δύσκολο. Μήτε τ’ όνειρό σου πάμφωτο εγύρεψε.

Μη φοβού. Δεν θα γίνης στρεβλωμένο στρουθί, χαλαζίας, διάστιχο, τάχα·

παρά, τι το απλούστερο, αυτό που να δίνεις μπορείς. Αυτό μόνο.

Τα λόγια σου πρέπει όπως τα λες. Όλως διόλου. Ας μην είναι η αλήθεια. Να μην.

 

Άκου τι θέλει. Γύρω σου προσοχής να κυττάξης, να διψάσης, να πιης και να πης

ό,τι για σέναν υπόσταση αντέχει. Χρυσό μου, ματαίως ο κόσμος πονάς.

Το τραπέζι ν’ αγγίξης, το τσιγάρο να σβήνη. Τίποτε δεν θα επιστρέψει. Κι ορθώς.

Δύο τετράστιχα (τεθλιμμένα) ας είναι η στεγνή, η βαθιά, η ψευδής προσευχή σου.

 

ΜΑΡΙΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 

Στις εποχές των αποχρώσεων ταξιδεύοντας

μ’ ώχρα, αργιλόχωμα, φωτιά κι άκουα μαρίνα,

ν’ αποστηθίζεις το δικό σου γέλιο σκοτεινό

υψώθηκες, η πάντα, μες στο μέγα φως του Αυγούστου.

 

Χέρια ευγενικά, σκιρτήματα του σώματος, αδελφούλα των όντων,

πώς ανάβει η πικρή ελιά, το ψάρι, η οδύνη, ο μοιρασμένος άρτος,

πώς λογαριάζεται ο καιρός κακός με τόπους να μας λείπης,

έτσι αθροίζει τον λυγμό η σπαραγμένη μερα.

 

Εδώ είναι το μεσημέρι χειμωνιάτικο, εδώ το σπίτι σου,

εδώ οι μυρουδιές, οι γεύσεις, το λαχάνιασμα, εδώ το μάτι

να παιχνιδίζη πράσινο προς δόξαν των αντικειμένων·

εδώ η αθανασία και το εφήμερο, η διαμελισμένη τάξη.

 

Όμως το πρόσωπό σου, αυτό, σε βεβαιώνει· η κοίμησή σου

αποκαλύπτει έκπτωτη την αιωνιότητα. Δεν έφυγες ποτέ.

Απλώς ο κόσμος γλίστρησε κυρτός κι αθόρυβος μακριά σου,

ο κόσμος γύρω σου ήτανε λίγος για να υπάρξης.

 

Η ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ ΔΩΜΑΤΙΑ

 

Φτάνω στην κόλαση αναλφάβητος. Μαθαίνω

τα βογγητά και τον ωμό τρόμο του ξένου.

Ακούω τριγύρα αυτό μονάχα· να πεθαίνου-

νε μ’ ένα «μάνα» στην ψυχή. Διαβαίνει τραίνο

 

με μηχανοδηγό τυφλό που ’χει βοηθό του

πανέμορφη, φρικτή την  τύψη των ανθρώπων,

στην μνήμη των καρφί καιρών, των ένδον τόπων.

Του παντοδύναμου γαμώ το κέρατό του.

 

Αίφνης, εδώ θα ψάλλουν δέντρα· ελάτια, πεύκα·

κι εν τέλει εδώ θ’ ανθίση ρόδο η δικαιοσύνη·

θα ’ρθη ο Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνη·

και θα υψωθή στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.

 

Ουράνια λεύκα που εν τω βίω ποτέ δεν είδα,

να με φέρη σ’ εσέ τερπνή, αληθής πατρίδα.

(ΠΡΑΞΗ ΥΠΟΤΑΓΗΣ, 2000)

 

 

ΑΣΥΛΟ, ΧΙΙΙ

 

Δέντρο γυμνό στην ερημία του Φλεβάρη

με σκότος παιδικό με συννεφιάζεις.

Είσαι η νύχτα που ο πατέρας απουσιάζει

κι εισ’ η ασθένεια που ταίζεται μ’ ιδρώτα:

ο Μπίλλυς, ο γλυκός νεκρός μου τότε γάτος

κι ο Σίλβερ Τζων με το μακρύ του δεκανίκι.

Καθώς κοιτάς απ’ τα παράθυρα του ασύλου

σκίζεις πικρών στρεβλών το τυφλωμένο βλέμμα.

Του δέντρου δέντρο, απλώνεις δράκους τα κλαδιά σου

να κλέψουν τη φτωχή, λιγούτσικη ψυχή τους.

Δέντρο κακό στη γκρίζα λίμνη του χειμώνα

πώς δεν ακούς την μοναξιά της νόησής τους;

Άκου καλά, δεν ειν’ κακό και φρεναπάτη,

δεν είν’ ολολυγμός θυμού κι άδικο σκούσμα,

δεν είν’ βλαστήμια για την μοίρα των ανθρώπων,

μόν’ είναι προσευχή, παράπονο και θρήνος,

μια τόσο τρυφερή παράκληση στην μάνα

να τους σκεπάση στοργικά με την κουβέρτα,

δέντρο, μαύρος βραχνάς ξανά να μην τους πάρη.

(ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2001, 2002)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΚαβάφης,‘’ένα μικρό σύμπαν με πολλά μυστικά”
Επόμενο άρθροΜετά το τέλος της τέχνης και της ιστορίας της τέχνης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ