Με αφορμή ένα βιβλίο: Η ψυχή και ο έρωτας του πίνακα (της Κατερίνας Καρατάσου)

0
458

 

της Κατερίνας Καρατάσου (*)

Οι εικόνες φανταστικών πινάκων (ή και φανταστικών φωτογραφιών) στα εικονογραφημένα βιβλία, με την αυτοανακλαστική δομή που σχηματίζουν (εικόνες εικόνων μέσα στην εικόνα), έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και είναι δυνατόν να επιτελούν πολλαπλές αφηγηματικές και στιλιστικές λειτουργίες. Κάποτε συντείνουν στην ατμόσφαιρα και το ύφος του βιβλίου ως όλον, χωροποιούν και δίνουν λύσεις σε ζητήματα χειρισμού του αφηγηματικού χρόνου, συνοψίζουν χαρακτηρολογικά στοιχεία, ανα-λαμβάνουν και σχολιάζουν τη γλώσσα της εικόνας-πλαισίου.

Στην περίπτωση του βιβλίου του εικονογράφου και συγγραφέα Frédéric Stehr, Ο λύκος που έγινε αρνάκι (στην πρώτη ελληνική έκδοση με τίτλο Λύκε λύκε σ’ αγαπώ και στη γαλλική Monsieur Leloup est amoureux), οι φανταστικοί πίνακες οικονομούν με ευρηματικό τρόπο το ζήτημα της απόδοσης της συνείδησης του ήρωα και της εξέλιξής της.

Ο κύριος Λύκος, πρωταγωνιστής αυτού του (εξαντλημένου από καιρό) βιβλίου, είναι ένας περιθωριακός καλλιτέχνης· ένας ζωγράφος που κρατάει κλειστή την πόρτα του σε όλους τους άλλους λύκους. Κι αυτοί, βέβαια, έχουν πολλά ράμματα για τη γούνα του – μέχρι που του καταλογίζουν ότι εξαιτίας του οι άνθρωποι τους φοβούνται. Κάποτε πρέπει να ζούσε διαφορετικά, αλλά αυτό ήταν τόσο παλιά «που [έχει] ξεχάσει τι σημαίνει να έχεις φίλους». Η λεκτική αφήγηση δεν ξεκαθαρίζει τι μεσολάβησε. Στο ίδιο όμως δισέλιδο που μαθαίνουμε πόσο μόνος είναι, προσέχουμε ένα προσχέδιο αυτοπροσωπογραφίας, με τη μορφή διαγραμμένη, πεταμένο στο πάτωμα της σπηλιάς του… Το δωμάτιό του είναι ένας χώρος ασκητικός, τακτοποιημένος σε βαθμό που να μην έχει ίχνος χρώματος ή κίνησης, όπως και οι άψογοι τεχνικά αλλά άψυχοι πίνακές του. Και πιο κάτω, όταν εμφανίζεται μια Λύκαινα μαζί με τις δύο κόρες της, τη Λουλού και τη Λιζέτ (κανείς δεν ξέρει πώς έφτασε εκεί ή πού ήταν και πώς ζούσε πριν) και την ερωτεύεται, σκέφτεται πως «κανένας, ούτε και η λύκαινα, δεν θα μπορούσε να ερωτευτεί ένα λύκο σαν αυτόν». Ούτε ο ίδιος τα πάει πολύ καλά με τον εαυτό του.

(Είναι, συνεπώς, ένας λογοτεχνικός λύκος που συμμορφώνεται, όπως τόσοι άλλοι στα παιδικά βιβλία πριν και μετά από αυτόν. Ο Stehr, συμβαδίζοντας με το πνεύμα πολλών από αυτά, δεν αποσκοπεί μόνο ή κυρίως στην άρση των προκαταλήψεων σε βάρος του λύκου ως μέλους ενός κατεξοχήν παρεξηγημένου είδους του ζωικού βασιλείου.  Εμπνέεται εμφανώς από αντιλήψεις του ανθρωπισμού και διατηρώντας τη σκοτεινή πλευρά της στερεοτυπικής φιγούρας του λύκου στις αναμνήσεις που φαίνεται να βασανίζουν τον ήρωα, παίζει με την ιδέα ότι μπορούμε να αλλάζουμε, να ανακατασκευάζουμε την ταυτότητά μας, και ότι ο πολιτισμός μπορεί να επιβληθεί στα ένστικτα.)

Δεν τα πάει καλά με τον εαυτό του… Αντιθέτως, τα πάει πολύ καλά με τα δάση και τα δέντρα. Είναι το αγαπημένο του θέμα! Το δουλεύει όμως με μουντά και σκούρα χρώματα, πολύ αναπαραστατικά, πολύ προσκολλημένος στην εξωτερική πραγματικότητα, άψυχα, σβήνοντας τον εαυτό του από την εικόνα ξανά και ξανά. Η ιστορία του Stehr ισχυρίζεται ότι τα χρώματα, οι ήχοι, οι γευστικοί υπαινιγμοί, τα αρώματα και τα απτικά ερεθίσματα που φέρνουν οι νέες γειτόνισσες [του λύκου/ήρωα ξυπνάνε τις αισθήσεις του και τον επανασυνδέουν με τις επιθυμίες και το καλλιτεχνικό του εγώ: «Η σπηλιά της κυρίας Λύκαινας έγινε η πιο όμορφη του δάσους. Μοσχοβολούσε ένα σωρό σπιτικά γλυκά. Και ο κήπος της γέμισε λουλούδια, γέλια και παιδικά τραγούδια. Τα γέλια ανακατεύονταν με το κελάηδημα των πουλιών και χάιδευαν τα αφτιά του κυρ-Λύκου, που συνέχεια ζωγράφιζε καινούριους πίνακες».

(Δεν είναι τα χρήματα, λοιπόν, αυτά που διώχνουμε από την πόρτα και γυρίζουν από το παράθυρο -είναι τα στερεότυπα (cliché intended). Οι αντιστάσεις, η ανθεκτικότητα και εν τέλει η επιβίωσή τους στη δόμηση των αφηγηματικών ηρώων και των σχέσεών τους χρωματίζουν ακόμη και κείμενα που τοποθετούνται εσκεμμένα “απέναντι”. Αξίζει να προσέξει κανείς στο δισέλιδο όπου περιγράφεται ο γειτονικός κήπος των αισθήσεων ότι και η Λύκαινα καταπιάνεται με χρώματα –πλήν όμως για να βάψει και να συγυρίσει τα παραθυρόφυλλα της σπηλιάς της… Εκπολιτίστηκε ο Λύκος, κατά την αφήγηση του ανθρωπισμού, μεταστράφηκε, αλλά ο πολιτισμός του παρέμεινε πατριαρχικός –εξ ου και επιμένουν έμφυλα στερεοτυπικά δίπολα, όπως καλλιτεχνικός βίος (λύκος) / πρακτικός βίος (λύκαινα), πνεύμα (λύκος) / ύλη (λύκαινα), άτομο (λύκος) / οικογένεια (λύκαινα) κ.ά.)

«Τα γέλια ανακατεύονταν με το κελάηδημα των πουλιών»… Στον διπλανό κήπο των αισθήσεων ξεφαντώνουν άρα τα πουλιά που έρχονται έπειτα να κατοικήσουν στον νέο πίνακά του, με τον υπέροχο τίτλο “L’ arbre aux oiseaux” όπως διαβάζουμε πάνω στο προσχέδιο, που (δυστυχώς) μένει αμετάφραστος στην ελληνική διασκευή του βιβλίου.

Ο πίνακας από δισέλιδο σε δισέλιδο αλλάζει, όπως και ο λύκος ως καλλιτέχνης, μέχρι που στο τέλος το θέμα παραμένει μεν αλλά είναι αγνώριστο! Έχοντας κάτι από την τεχνική σύνθεσης του Αρτσιμπόλντο, η φιγούρα στον τελευταίο πίνακά του μπορεί να ιδωθεί ως δέντρο αλλά και ως ανθρώπινο κεφάλι φτιαγμένο από πουλιά, ενώ τα χρώματα παίρνουν φωτιά, οι γραμμές είναι γεμάτες κίνηση, οι επιμέρους μορφές ανακατεύονται μεταξύ τους –όλα αυτά, φαίνεται, λόγω της επιθετικότητας που έχει μετουσιωθεί σε καλλιτεχνικό πάθος…

Αυτά, σε μια ιστορία καλλιτεχνικής εξέλιξης ενός φανταστικού ζωγράφου μέσα από τους φανταστικούς του πίνακες –που επιτέλους υποδέχονται τον έρωτα και την ψυχή!

(*) Η Κατερίνα Καρατάσου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Frederick

INFO : Frédéric  Stehr, Ο λύκος που έγινε αρνάκι, μτφρ. Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη, Αθήνα, Μίνωας, 2003

Αναζητήστε το εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here