Μαζική κουλτούρα όγκοι κοπριάς; (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
517

του Σπύρου Κακουριώτη

 

«Μαζική κουλτούρα, όγκοι κοπριάς» τραγουδούσε το μακρινό 1972 ο Διονύσης Σαββόπουλος. Πενήντα χρόνια μετά, σχεδόν τα πάντα έχουν αλλάξει· ακόμα και ο ίδιος ο όρος σπανίως χρησιμοποιείται πλέον, έχοντας αντικατασταθεί από τον περισσότερο περιεκτικό «δημοφιλής» ή «ποπ» κουλτούρα.

Σε αυτήν την κουλτούρα είναι αφιερωμένος ο συλλογικός τόμος που επιμελήθηκαν οι καθηγητές Χρήστος Δερμεντζόπουλος και Γιάννης Παπαθεοδώρου, στον οποίο περιλαμβάνονται άρθρα που διευρύνουν την οπτική, προκειμένου να ενσωματώσουν στις μελέτες τους και προβιομηχανικές μορφές λαϊκής κουλτούρας, πλάι στις μορφές της σύγχρονης δημοφιλούς κουλτούρας.

Χωρίς να υιοθετούν εκ των προτέρων κάποιο «ενδεδειγμένο» θεωρητικό πλαίσιο ή μεθοδολογία, οι δύο επιμελητές, στην εισαγωγή τους, προχωρούν σε με εκτεταμένη ανασκόπηση των θεωρητικών προσεγγίσεων της λαϊκής κουλτούρας, ξεκινώντας από τις επεξεργασίες του Γκράμσι, για να προχωρήσουν σε αυτές του Βάλτερ Μπένγιαμιν και τις θεμελιακές έρευνες της Σχολής της Φραγκφούρτης, τις αναλύσεις του Μπαχτίν αλλά και των άγγλων θεωρητικών, όπως ο Ρέιμοντ Ουίλιαμς ή ο Ρίτσαρντ Χόγκαρθ, τις έρευνες του Ουμπέρτο Έκο ή το έργο θεωρητικών της «πολιτισμικής στροφής», όπως ο Έντουαρντ Σαΐντ, ο Φρέντρικ Τζέιμσον κ.ά.

Περαιτέρω, οι συμβολές που συγκροτούν τον ανά χείρας τόμο διαρθρώνονται σε τέσσερις ενότητες. Στην πρώτη, δύο κείμενα μελετούν πτυχές του λαϊκού πολιτισμού: ο Αλέξης Πολίτης εξετάζει το δημοτικό τραγούδι στο πλαίσιο της καθημερινής δραστηριότητας των αγροτικών πληθυσμών που το παρήγαγαν, συνδέοντάς το με τις καθημερινές τους πρακτικές, ενώ η  Κωνσταντίνα Μπάδα σκιαγραφεί την πορεία της εθνογραφικής έρευνας του υλικού βίου και πολιτισμού.

Η δεύτερη ενότητα εστιάζει στην πρόσληψη του λαϊκού πολιτισμού και των προϊόντων του από τους διανοούμενους του 19ου και του 20ού αιώνα. Εδώ ο Γιάννης Παπαθεοδώρου μελετά τις επιβιώσεις των «αναγνωσμάτων του νέου ελληνισμού» (όρο που εισήγαγε ο Άλκης Αγγέλου για να σηματοδοτήσει την παλαιότερη μη προφορική λαϊκή λογοτεχνία) και τον πολιτισμικό ρόλο που διαδραμάτισαν στη σκέψη λογίων του τέλους του 19ου αιώνα, ενώ ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης εξετάζει τα ίδια αυτά αναγνώσματα, αλλά και τη μεταφρασμένη πεζογραφία, και τις ιδεολογικές χρήσεις τους από τους διανοούμενους του 19ου αιώνα για τις ποικίλες εννοιολογήσεις του εθνικού. Στο ίδιο κλίμα, η Ελένη Ανδριάκαινα προσεγγίζει τη διάλεξη του Σεφέρη για τον Μακρυγιάννη στο πλαίσιο των ιδεολογικών αναζητήσεων σχετικά με την ελληνική ταυτότητα και ιστορική συνέχεια, ενώ η Σοφία Ζησιμοπούλου διερευνά την πρόσληψη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου από τη Γενιά του ’30 και την πολιτισμική κατασκευή μιας επιλεκτικής παράδοσης.

Η τρίτη ενότητα εισάγει τον αναγνώστη στη διαμόρφωση της δημοφιλούς κουλτούρας, μέσα από τέσσερις μελέτες έντυπων και μουσικών ειδών: Οι Χρήστος Δερμεντζόπουλος και Λάμπρος Φλιτούρης μελετούν το λαϊκό μυθιστόρημα, εστιάζοντας στη μετάβαση από το «ληστρικό ανάγνωσμα» στο περισσότερο «δυτικότροπο» δημοφιλές μυθιστόρημα με θέμα το έγκλημα και την παραβατική συμπεριφορά, που συνομιλεί με το ευρωπαϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα της εποχής. Το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι εξετάζει ο Λεωνίδας Οικονόμου, εστιάζοντας στους τρόπους κατανόησης, αξιολόγησης και οικειοποίησής του στη δημόσια σφαίρα, κατά την περίοδο 1930-1990, ενώ ο Νίκος Μποζίνης σκιαγραφεί την ιστορική εξέλιξη της ροκ μουσικής στην Ελλάδα και τον τρόπο με τον οποίο μετατρέπεται σε μέσο καταγγελίας του αυταρχισμού, του κοινωνιού αποκλεισμού και της φτώχειας. Τέλος, ο Γιάννης Σκαρπέλος μελετά το κόμικ ως κατεξοχήν είδος της δημοφιλούς κουλτούρας, αναλύοντας, ειδικότερα, τα Κλασικά Εικονογραφημένα και τη σχέση τους με τον οπτικό πολιτισμό και, ευρύτερα, το μετεμφυλιακό πολιτισμικό πλαίσιο.

Στην τελευταία ενότητα εξετάζεται η δημοφιλής κουλτούρα έτσι όπως εκφράζεται στα νεότερα μέσα, όπως ο κινηματογράφος και η τηλεόραση. Σε μια σκιαγράφηση του κοινωνικού, πολιτισμικού και αισθητικού πεδίου επί του οποίου αναπτύσσεται ο ελληνικός κινηματογράφος της περιόδου 1950-1975 προχωρά ο Χρήστος Δερμεντζόπουλος, ενώ η Άννα Πούπου εξετάζει ταινίες «εγκλήματος και μυστηρίου» του «παλιού» ελληνικού κινηματογράφου, που συγκροτούν την ελληνική εκδοχή του φιλμ νουάρ, ως προνομιακό δείκτη των κοινωνικών μετασχηματισμών στις μεταπολεμικές ελληνικές πόλεις.

Ακόμη, ο Γρηγόρης Πασχαλίδης μελετά τις παραλλαγές του γνωστού κολάζ του Richard Hamilton Τι είναι αυτό που κάνει τα σημερινά σπίτια τόσο ελκυστικά; (1956) από νεότερους και μάλιστα μη δυτικούς καλλιτέχνες, για να αναδείξει τον οικιακό χώρο σε ιδανικό πεδίο έρευνας της υλικής και άυλης κουλτούρας της καθημερινότητας, ενώ η Μάρθα Μιχαηλίδου διερευνά τους μετασχηματισμούς στη μελέτη της τηλεόρασης από το 1950 μέχρι σήμερα, από την εστίαση στην επίδραση της τηλεόρασης στην κοινή γνώμη στην προσέγγιση του τηλεοπτικού είδους ως σύμβασης, στην έρευνα της πρόσληψης και στη διερεύνηση των αποκωδικοποιήσεων του τηλεοπτικού κειμένου.

Συγκεντρώνοντας στις σελίδες του μελέτες περιπτώσεων που καλύπτουν ενδεικτικές πτυχές της σύγχρονης δημοφιλούς, όπως και της παλιότερης λαϊκής, κουλτούρας, οι επιμελητές του τόμου διαπιστώνουν την έλλειψη μιας οργανωμένης ελληνικής βιβλιογραφίας γύρω από το θέμα και διατυπώνουν την ελπίδα το εκδοτικό τους εγχείρημα να έχει συνέχεια, παρακολουθώντας τη διαρκή ανανέωση των σχετικών μελετών, φέρνοντας, παράλληλα, στο προσκήνιο της ακαδημαϊκής συζήτησης την επινόηση των καθημερινών πρακτικών και τη βιωμένη εμπειρία των «συνηθισμένων ανθρώπων».

 

 

Χρ. Δερμεντζόπουλος – Γ. Παπαθεοδώρου (επιμ.), Συνηθισμένοι άνθρωποι.Μελέτες για τη λαϊκή και τη δημοφιλή κουλτούρα, Opportuna,Πάτρα 2021,σελ. 552

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΟ πελεκάνος  (της Ελένης Σβορώνου)
Επόμενο άρθροΕαυτός όπως θέατρο   (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ