Μαρξισμός και Ουμανισμός, η διαλεκτική στην Επιθεώρηση Τέχνης (της Μαρίνας Γρηγοροπούλου)

0
664

της Μαρίνας Γρηγοροπούλου (*)

 

«Από τη Στράτευση στην Αμφισβήτηση. Λόγοι και Αντίλογοι στην Επιθεώρηση Τέχνης»[1]… Μια ακόμη πολύδωρη προσφορά στην επιστημονική έρευνα –της νεοελληνικής φιλολογίας, της σύγχρονης ιστορίας και της λογοτεχνικής κριτικής– από τον καθηγητή Γιώργο Ανδρειωμένο. Ένα ακόμη πολυσύνθετο υπόδειγμα εκδοτικής παρουσίασης –τυπογραφικής εργασίας, γραφιστικού σχεδιασμού και φιλολογικής επιμέλειας– από τον οίκο Ιωάννη Σιδέρη. Μια μονογραφία-συνομιλία φιλολογίας και εκδοτικής.

Την πρώτη φορά που ξεφύλλισα το βιβλίο, ομολογώ ότι αναρωτήθηκα τι μπορεί να ώθησε έναν καταξιωμένο πανεπιστημιακό δάσκαλο και ερευνητή των Γραμμάτων μας, όπως είναι ο Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Γιώργος Ανδρειωμένος, στη θυσία τόσου χρόνου, δημιουργικής ενέργειας και εξειδικευμένων γνώσεων για τη μελέτη ενός παλαιού εντύπου, της Επιθεώρησης Τέχνης[2]. Μ’ αυτήν την απορία, είχα ήδη αιχμαλωτιστεί απ’ το δίχτυ γοητείας του έργου. «Γιατί εσείς, ένας εκπρόσωπος της σημερινής ακαδημαϊκής ελίτ, αποφασίσατε να συγγράψετε ολόκληρο βιβλίο για ένα αριστερό περιοδικό των δεκαετιών ’50 και ’60;», τον ρώτησα χωρίς περιστροφές σε διαδικτυακή συνέντευξη που σύντομα μου παραχώρησε. «Διότι ήθελα να παρουσιάσω τη φυσιογνωμία και την αληθινή συμβολή ενός εμβληματικού περιοδικού και να διερευνήσω κατά πόσον συνετέλεσε στην αναζωογόνηση της συζήτησης σε διάφορες περιοχές της λογοτεχνίας, της τέχνης και της σκέψης γενικότερα»[3], αποκρίθηκε με ευθύτητα.

Και πράγματι: όπως εμπεριστατωμένα περιγράφει ο συγγραφέας, μέσα στο κλίμα μιας βρίθουσας ωσμώσεων περιόδου[4] που σημαδεύεται, μεταξύ άλλων, από την εκδημία του Στάλιν, τον Ψυχρό Πόλεμο και τον Πόλεμο του Βιετνάμ κυοφορώντας πληθώρα κρίσεων στο διεθνές περιβάλλον, στη διερχόμενη τη γνωστή μετεμφυλιακή συνθήκη, τις κάθε είδους διώξεις των κομουνιστών και την πολιτική αναταραχή με το οδυνηρό τέλος της εγκαθίδρυσης της Δικτατορίας χώρα μας, τρεις σκαπανείς της αριστερής διανόησης, ο Κώστας Κουλουφάκος, ο Τίτος Πατρίκιος και ο Δημήτρης Ραυτόπουλος[5] –στους οποίους ο Γιώργος Ανδρειωμένος δικαίως αφιερώνει το πόνημά του– συλλαμβάνουν και πραγματώνουν την ιδέα δημιουργίας ενός μηνιαίου περιοδικού με πλούσια ύλη και με απώτερη επιδίωξη να προικίσουν την Αριστερά με έναν ισχυρό λόγο (ή και αντίλογο) στα πολιτιστικά fora της εποχής. Επιθυμία, μάλιστα, της εκάστοτε συντακτικής επιτροπής[6] –η οποία παρότρυνε ακόμη και τους αναγνώστες να γίνουν συνεργάτες του περιοδικού μετέχοντας ενεργά στην ανταλλαγή απόψεων– ήταν να φέρει ή να επαναφέρει στο προσκήνιο γόνιμες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις χωρίς δογματισμό και αδιαλλαξία, αλλά με σεβασμό και ανεκτικότητα γύρω από σοβαρά ζητήματα, κυρίως των Γραμμάτων και των Τεχνών.

Έτσι, στα δώδεκα έτη κυκλοφορίας του από τα Χριστούγεννα του 1954 έως τον Μάρτη του 1967, και παρά την ενίοτε παρεμβατική κομματική ηγεσία, το έντυπο φιλοξένησε στις σελίδες του εκατοντάδες σπουδαίες προσωπικότητες –για τις οποίες ο συγγραφέας πληροφορεί τους αναγνώστες σε ένα Υπόμνημα που περιλαμβάνει περισσότερους από τετρακόσιους συντελεστές του περιοδικού και καταλαμβάνει περισσότερες από πενήντα σελίδες του βιβλίου– και δεκάδες καίριες συζητήσεις, τις οποίες ο ίδιος διαχωρίζει για λόγους μεθοδολογίας σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με τη διάρκεια, την ευρύτητα ενδιαφέροντος και τη θεματική τους: τις μείζονες και τις επιμέρους. Οι μείζονες συζητήσεις εγείρουν ζητήματα όπως η αντικειμενικότητα του έργου τέχνης, η θέση των συμβόλων στον ποιητικό λόγο, η παρακμή στην ποίηση, το πνεύμα της «ήττας» της Αριστεράς στην ποίηση, η ηθική της Αριστεράς στην πεζογραφία, η αφηρημένη τέχνη, το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι· οι επιμέρους συζητήσεις θίγουν, με πιο προσωπικό τόνο και σε λιγότερα τεύχη από τις προηγούμενες, πολλά επίσης αξιοσημείωτα θέματα της γλώσσας, της παιδείας, της ιστορίας, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της ιδεολογίας, της κοινωνίας και της πολιτικής[7].

Μεταξύ αυτών των αντιπαραθέσεων, ιδιαίτερα προσέλκυσε το ενδιαφέρον μου μια συζήτηση στην οποία, σύμφωνα και με τον Γιώργο Ανδρειωμένο, «θα άξιζε να γίνει ειδικότερη μνεία»[8] και η οποία έγκειται στη συσχέτιση Μαρξισμού και Ουμανισμού. Θεωρώ –και αποπειρώμαι να δείξω εδώ– ότι η συζήτηση αυτή στην Ελλάδα του 1966 είναι εξαιρετικά βαρύνουσα όχι τόσο λόγω της διάρκειάς της, όσο λόγω του σημαίνοντος περιεχομένου και των προσώπων κύρους που συμμετείχαν στη διεξαγωγή της. Το ζήτημα ανέκυψε στην Ε.Σ.Σ.Δ. του 1965 σε δύο γνωστές για την τήρηση της κομματικής τακτικής στην παιδεία και τη λογοτεχνία εφημερίδες, τις Λιτερατούρναγια Γκαζέτα και Ισβέστια, ανάμεσα στον επιφορτισμένο με τη σχολική μεταρρύθμιση Ρώσο μαθηματικό και παιδαγωγό Α. Ι. Μαρκούσεβιτς[9], ο οποίος προέκρινε «την ανακατανομή των ωρών του προγράμματος [διδασκαλίας] προς όφελος μιας πιο βαθειάς σπουδής της επιστημονικής ύλης και των τεχνικών μαθημάτων και με περιορισμό του χρόνου που είναι αφιερωμένος στα ουμανιστικά μαθήματα»[10] και σε μια ομάδα λογίων και καλλιτεχνών[11], η οποία υπεραμυνόταν των θεωρητικών επιστημών τονίζοντας ότι «τα μαθήματα που διαμορφώνουν την προσωπικότητα πρέπει να θεωρούνται πιο σπουδαία»[12] στην προοπτική μιας αληθινά ουμανιστικής μόρφωσης. Αμέσως μετά την προβολή του θέματος στον ρωσικό τύπο, προωθώντας έναν avant-garde ρόλο στην παγκόσμια μαρξιστική διανόηση, η Επιθεώρηση Τέχνης καλλιέργησε περαιτέρω τον διάλογο στην Ελλάδα μεταφράζοντας και δημοσιεύοντας σχετικά κείμενα των ονομαστών δυτικών Μαρξιστών Λουί Αλτουσσέρ, Χόρχε Σενμπρούν, Φρανσίς Κοέν, Τζεζού Ιμπαρόλα και Αντόνιο Γκράμσι.

Πρώτος που λαμβάνει τον λόγο, λοιπόν, είναι ο φημισμένος για την ανάλυση του Κεφαλαίου[13] φιλόσοφος και εισηγητής του δομικού μαρξισμού Λουί Αλτουσσέρ στο άρθρο του με τίτλο «Μαρξισμός και Ουμανισμός». Φρονώντας ότι «ο σοσιαλιστικός “Ουμανισμός” είναι στην ημερήσια διάταξη»[14] στις συζητήσεις των διανοουμένων της εποχής και μελετώντας κυρίως τις νεανικές, αλλά και τις ωριμότερες εργασίες του Μαρξ, ο Γάλλος στοχαστής προσεγγίζει το ζήτημα εμβαθύνοντας στην εξέλιξη της σκέψης του Γερμανού φιλοσόφου από την αρχική επιρροή σ’ αυτόν της εγελιανής διαλεκτικής της Ιδέας[15] μέχρι την ύστατη υπέρβασή της απ’ αυτόν με τη λεγόμενη αντιστροφή Ιδέας και Ύλης. Έτσι, αναφέρεται σε δύο υποπεριόδους στη σκέψη του Μαρξ[16]: η πρώτη είναι εκείνη στην οποία επικράτησε ένας ορθολογιστικός-φιλελεύθερος ουμανισμός που συγγενεύει με την ιδεαλιστική φιλοσοφία (των Καντ, Φίχτε, Χέγκελ) και αντιλαμβάνεται την ελευθερία ως αυτονομία υποστασιοποιώντας τον Λόγο, ενώ η δεύτερη είναι εκείνη στην οποία κυριάρχησε ο κοινωνικός ουμανισμός (του Φοΰερμπαχ) που αντιλαμβάνεται την εκάστοτε μετατόπιση μέσα στην ανθρώπινη δράση και όχι μέσα στον ενύπαρκτο Λόγο. Αυτή η αλλοτρίωση του Λόγου επέφερε και την αλλοίωση των όρων πραγμάτωσής του, γεγονός που είχε σημαντικές επιπτώσεις στη δόμηση, την πορεία και τη θέαση της ανθρώπινης ιστορίας. Προσδιορίζει, λοιπόν, ο Αλτουσσέρ το έτος 1845 ως τη χρονική τομή στην οποία «ο Μαρξ απορρίπτει ριζικά κάθε θεωρία που θεμελιώνει την Ιστορία και την πολιτική σε ουσία του ανθρώπου»[17], με συνέπειες τον καθορισμό του ουμανισμού ως ιδεολογικής έννοιας, την εκ βάθρων κριτική των θεωρητικών αιτημάτων κάθε φιλοσοφικού ανθρωπισμού και εντέλει τη διαμόρφωση μιας θεωρίας της ιστορίας ερειδόμενης επί απολύτως καινούργιων σχημάτων. Επομένως, φαίνεται ότι με ένα «νεύμα» ο Μαρξ προσπέρασε την προγενέστερη ιδεαλιστική και βασισμένη στην ανθρώπινη ουσία φιλοσοφική προβληματική και προέβη σε μια νέα προβληματική της φιλοσοφίας οδεύοντας σε μια μεγάλη θεωρητική επανάσταση, εντός της οποίας εξασθενεί το θεωρητικό περιεχόμενο του ουμανισμού και ενδυναμώνεται το πρακτικό και ιδεολογικό του νόημα, σε βαθμό μάλιστα που νομιμοποιείται κανείς να μιλήσει για «θεωρητικό αντιουμανισμό»[18]. Κληρονόμος όλων αυτών, ο σοβιετικός μαρξισμός του 20ού αιώνα, με άρμα τη δικτατορία του προλεταριάτου και με ιερό τη λατρεία του Στάλιν βιώνει στην αρχή τον ταξικό ουμανισμό και στη συνέχεια την ελευθερία του προσώπου· πάντως, στην πραγματικότητα, όπως φροντίζει να επισημάνει ο Αλτουσσέρ, και οι δύο ουμανισμοί συνυπάρχουν κάτω από τη σύζευξη «σοσιαλιστικός ουμανισμός» που κατά τον εμβριθή φιλόσοφο ενσαρκώνει την αντιφατική συμπαράταξη μιας έννοιας επιστημονικής προέλευσης, του σοσιαλισμού, και μιας έννοιας ιδεολογικής καταγωγής, του ουμανισμού· πέραν, λοιπόν, της αναγκαιότητας υπερνίκησης της παντοδυναμίας του προλεταριάτου και κατάλυσης της λατρείας του προσώπου, ο υπέρμαχος της άποψης ότι η ιστορία είναι μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο, ο οποίος λίγα χρόνια νωρίτερα είχε συγκρουστεί με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και τον Ροζέ Γκαρωντί που υποστήριζαν την επαναφορά του πρώιμου μαρξιστικού ουμανισμού[19], προτείνει την υπέρβαση των αντιφάσεων, τη διαλεύκανση της «θεωρητικής αξίας της έννοιας» και την προτεραιότητα στην «επιστημονική γνώση του γεγονότος»[20], ενισχύοντας τελικά το υλιστικό περιεχόμενο του φιλοσοφικού ανθρωπισμού.

Σφοδρό αντίλογο στον Λουί Αλτουσσέρ εκφράζει ο διακεκριμένος Ισπανός[21] λογοτέχνης Χόρχε Σεμπρούν, επιβιώσας του Μπούχενβαλντ και συγγραφέας του Μεγάλου Ταξιδιού. Μολονότι συμφωνεί με τον φιλόσοφο στην επιβεβλημένη ανάγκη επιστροφής στη σοσιαλιστική νομιμότητα δίχως προσωπο-λατρείες και λοιπά σταλινικά φαντάσματα, ασκεί την ακόλουθη τριπλής κατεύθυνσης κριτική στην κατ’ αυτόν δογματική μες στην απύθμενη θεωρία αλτουσσεριανή τοποθέτηση[22]:

 

  • Αντιδρά στον τρόπο ανάλυσης του νεανικού έργου και της χαρακτηριζόμενης ως εν γένει αντιφατικής φιλοσοφικής διαδρομής του Μαρξ από τον Αλτουσσέρ, κάνοντας υπαινιγμούς για εσωτερικές αντιφάσεις στη μαρξιστική ανάγνωση του ίδιου του Γάλλου στοχαστή και διαμηνύοντας ότι η ώριμη σκέψη δεν συνιστά αιφνίδια αποκάλυψη, αλλά απαύγασμα μακρόχρονης επεξεργασίας.
  • Θεωρεί ότι στον διαχωρισμό του σοσιαλιστικού ουμανισμού στα δύο στάδια του ταξικού ουμανισμού και του ουμανισμού του προσώπου εδράζεται το βασικό ολίσθημα του Αλτουσσέρ, διότι δεν αντιλήφθηκε ότι σε καθετί εξελισσόμενο –και ιδίως στον σοσιαλιστικό ουμανισμό που απηχεί τις ρευστές κοινωνικές επαφές– ελλοχεύουν κίνδυνοι εκφυλισμού –και εν προκειμένω ιδεολογικοποίησης– των πραγματώσεών του.
  • Πιστεύει ότι «η διάλυση του μύθου για τη φιλοσοφική ουσία του ανθρώπου και η θεωρητική ανθρωπολογία δεν καταλήγουν σε θεωρητικό αντιουμανισμό, αλλά σε πραγματικό ουμανισμό» [23], εν ολίγοις στην κάθε μορφής και σε κάθε επίπεδο απελευθέρωση του ανθρώπου ιδωμένου ως συνόλου κοινωνικών σχέσεων.

 

Ενστερνιζόμενος μάλιστα την άποψη ότι η σκέψη του Μαρξ κινείται «από την φιλοσοφική αφαίρεση στην συγκεκριμένη (υλική) ανάλυση, κι απ’ αυτήν σε ένα ανώτερο επίπεδο επιστημονικής αφαίρεσης»[24], ο θιασώτης του πνεύματος ως υποκειμένου της ιστορίας λόγιος –που το 1964 διεγράφη από το Κόμμα εξαιτίας «παρέκκλισης» από τη γραμμή του– ολοκληρώνει το επιγραφόμενο «Ο πραγματικός ουμανισμός» άρθρο του με την πεποίθηση ότι μέσα σ’ αυτήν την κίνηση τα ζητήματα του πραγματικού ουμανισμού διευρύνονται και φωτίζονται με ορίζοντα το μέλλον και με γνώμονα «το Είναι του ανθρώπου»[25].

Κατόπιν τούτων, ο Αλτουσσέρ επανέρχεται, προκειμένου να αντιταχθεί στον δανεισμένο από τον νεαρό Μαρξ όρο «πραγματικός» (ουμανισμός) του Σενμπρούν, υπογραμμίζοντας ότι «αυτός μπορεί να είναι αντικείμενο αναγνώρισης ή παρανόησης, ανάλογα με τη θέση που του δίνομε ως προς την θεωρία και ότι δεν είναι σύνθημα αυτόφωτο»[26]· και συνεχίζει: «το σύνθημα του ουμανισμού δεν έχει θεωρητική αξία, έχει αξία πραχτικού δείχτη»[27]. «Πρέπει να καταλήξουμε στα ίδια τα συγκεκριμένα προβλήματα, δηλαδή στη γνώση τους, για να κατορθώσουμε την ιστορική μεταβολή που ο Μαρξ σκέφτηκε την αναγκαιότητά της. Σ’ αυτή τη διαδικασία πρέπει να προσέχουμε ώστε καμιά λέξη[28], δικαιολογημένη από τον πραχτικό της ρόλο, να μην οικειοποιείται ρόλο θεωρητικό[29]: παρά να εκπληρώνει το πραγματικό της έργο και συγχρόνως να εξαφανίζεται από το πεδίο της θεωρίας»[30], καταλήγει με έναν μάλλον διδακτικό τόνο.

«Ο Αλτουσσέρ με την επιστημονική αυστηρότητα του φιλοσόφου και ο Σεμπρούν με την ανθρώπινη εμπειρία του συγγραφέα»[31], σχολιάζει ο Φρανσίς Κοέν[32], εννοώντας έτσι ότι ο καθένας με τον τρόπο του ενοφθαλμίζει το μαρξιστικό κοσμοείδωλο και με τον τρόπο του συνεισφέρει στο κοινό όραμα. Αφού κατ’ αρχάς υπερθεματίσει την καταγγελία της προσωπο-λατρείας, ο ανταποκριτής της Humanité στη Μόσχα και επί μακρόν διευθυντής της Nouvelle Critique[33] που λαμβάνει έπειτα θέση, τοποθετούμενος μάλλον κάπου ανάμεσα στους προηγούμενους, αν και διατυπώνει τη συναίνεσή του στην επιστημονική θεώρηση του Αλτουσσέρ και την αντίρρησή του στην αντιπαραβολή της ανθρώπινης φύσης στην ανθρώπινη δράση από τον Σενμπρούν, διατρανώνει εντέλει την πίστη του στη σημασία της συνείδησης και στη δυνατότητα εκπλήρωσης του πραγματικού ουμανισμού μέσα από τον αγώνα μετασχηματισμού του παρόντος. Όπως καταδεικνύεται και από τον τίτλο[34], η ουσία του άρθρου αυτού συνίσταται στην ανάλυση της πρακτικής του Μαρξισμού και στην ανατομία της ανθρώπινης κατάστασης επί κομουνισμού: «[να αναλυθεί] τι έχουν κάνει οι Μαρξιστές για τους ανθρώπους και τι τους έχουν κάνει τους ανθρώπους»[35], αποφαίνεται, εν κατακλείδι, ο Κοέν.

Ωστόσο, ακόμη και η ίδια πρακτική μπορεί να θεάται ως ουμανιστική και συγχρόνως ως αντιουμανιστική, διαπιστώνει στη δική του συμβολή ο Τζεζού Ιμπαρόλα, χαρτογραφώντας μιαν αδρομερή αντίθεση στην ανωτέρω θέση. Στο άρθρο του με τίτλο «Μαρξισμός και Ουμανισμός. Θεωρία και εμπειρισμός στη συζήτηση για τον ουμανισμό», ο Ισπανικής καταγωγής Γάλλος ιστορικός και θεωρητικός θίγει τρία σημαντικά ζητήματα –τους δεσμούς θεωρίας και μη θεωρίας, τη λειτουργία του θυμικού στην επιστημονική έρευνα και τους αρμούς μεταξύ αλλοτρίωσης και εκμετάλλευσης[36]– τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη εκ νέου εντρύφησης στο Κεφάλαιο, διερεύνησης των εννοιολογικών πυλώνων του και υποβολής τους πλέον στη «δοκιμασία της σύγχρονης πραγματικότητας»[37]. Ενώπιον αυτής της δοκιμασίας, ο Ιμπαρόλα δείχνει διχασμένος (ή προσανατολισμένος στην τήρηση ίσων αποστάσεων…), καθώς από τη μια πλευρά προτάσσει την υλική στερεότητα της επιστήμης και τη ρασιοναλιστική ακριβολογία της θεωρίας, ενώ από την άλλη προβάλλει τη μετάβαση από την εμπράγματη σημασιοδότηση στην ηθική νοηματοδότηση του ουμανισμού.

Σε κάθε περίπτωση, ο Ιμπαρόλα αποδίδει ξεχωριστή σημασία στο αίσθημα ευθύνης το οποίο οφείλει να διαθέτει ο διανοούμενος και δη ο κομουνιστής διανοούμενος. Η παράμετρος αυτή μάλιστα είναι και η βασική οπτική γωνία του άρθρου που δημοσιεύεται τελευταίο, δεν φαίνεται να σχετίζεται παρά μόνο έμμεσα με την όλη συζήτηση και αποτελεί μια παλαιότερη συμβολή του πρόωρα χαμένου[38] Ιταλού νεο-μαρξιστή φιλοσόφου, συγγραφέα των Τετραδίων της Φυλακής[39] και άλλων κειμένων πολιτικού στοχασμού, Αντόνιο Γκράμσι. Η εικόνα «του νέου διανοούμενου δεν μπορεί να συνίσταται πια στην καλλιέπεια, που είναι εξωτερικό και πρόσκαιρο κίνητρο συγκινήσεων και παθών, αλλά στην ενεργό ανάμιξή του στην πρακτική ζωή»[40], επισημαίνει ο εκδότης του εντύπου Νέα Τάξη, το σύνολο του άρθρου του οποίου ασχολείται με την έννοια, τον τρόπο διαμόρφωσης και τη λειτουργία του διανοούμενου σε επίπεδο ατομικής αγωνιστικής πρωτοβουλίας, αλλά και κομματικής καθοδηγητικής γραμμής.

Επομένως, επιχειρώντας ο καθένας, όπως κρίνει ουσιωδέστερα, να βιώσει τον τρόπο ύπαρξής του ως διανοούμενου και συνάμα να δικαιώσει τον λόγο «ύπαρξής του ως κομμουνιστή»[41], προάγει διά μέσου μιας διαφορετικής οδού τον διάλογο γύρω από το συζητούμενο θέμα· ο βασιζόμενος στην επιστημονικότητα Αλτουσσέρ τοποθετεί τον σοσιαλιστικό ουμανισμό σε ένα υλιστικό πλαίσιο, ο εμπνεόμενος από την ανθρώπινη ουσία Σενμπρούν διαμορφώνει ένα πνευματικό-συνειδησιακό κάδρο και οι Κοέν και Ιμπαρόλα ταλαντεύονται με ορθολογισμό και ευαισθησία ανάμεσα στα άκρα ενός (φαινομενικά τουλάχιστον) ανανεωτικού διπόλου. Παράλληλα, εφόσον υπόστρωμα του Μαρξισμού είναι ο ιστορικός υλισμός και επίκεντρό του το άτομο ως πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, ενώ υπόβαθρο του Ουμανισμού είναι ο κλασικός πολιτισμός και επίκεντρό του ο άνθρωπος ως πνευματική/συνειδησιακή υπόσταση, η συνομιλία περί Μαρξισμού και Ουμανισμού στην Επιθεώρηση Τέχνης ανάγεται στο εσώτερο θεμελιώδες ζήτημα που ταλανίζει τη μαρξιστική κοσμοθεωρία, δηλαδή στη διαλεκτική Ύλης και Πνεύματος και στα σύγχρονα πεδία[42] εφαρμογής της.

Η συζήτηση αυτή διεισδύει, κατ’ επέκταση, στην καρδιά της ιστορίας της φιλοσοφίας, εγκιβωτίζοντας τη σημασία της ίδιας της διαλεκτικής από την προσωκρατική[43] και την πλατωνική σκέψη της αρχαιότητας έως τον γερμανικό στοχασμό των νεότερων χρόνων[44] και τον σοσιαλιστικό υλισμό του 20ού αιώνα[45].

Κατά συνέπεια, οι λόγοι και οι αντίλογοι, οι θέσεις και οι αντιθέσεις στο μελετώμενο επίσημο έντυπο της Αριστεράς αντανακλούν τη σπουδαιότητα του διαλόγου[46] στον Μαρξισμό και του Μαρξισμού ως διαλόγου[47], αλλά και συναντούν την τέχνη του διαλέγεσθαι σε σχέση με κρίσιμα και ίσως εκκρεμή ακόμη ζητήματα που άπτονται της ουσίας, της φυσιογνωμίας και της πορείας του κομουνισμού στον χωρόχρονο της οικουμένης, καταμαρτυρώντας έτσι την επικαιρότητα, τη διαχρονικότητα και πρωτίστως τη νηφαλιότητα του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης, το οποίο αναδεικνύεται σε «δέσμη φωτός προς το ιδεώδες ενός καινούργιου ουμανισμού»[48].

Γιατί τελικά, όπως υπογράμμισε ο Γιώργος Ανδρειωμένος στη δική μας συζήτηση, «αν γι’ αυτό το περιοδικό υπήρχε μια “λέξη-κλειδί”, αναμφίβολα θα ήταν η ανοικτότητα»[49], «λέξη-κλειδί» του ανθρωπισμού.

(*) Η Μαρίνα Γρηγοροπούλου είναι επ.καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

[1] Γιώργος Ανδρειωμένος, Από τη Στράτευση στην Αμφισβήτηση. Λόγοι και Αντίλογοι στην Επιθεώρηση Τέχνης, Αθήνα: Ι. Σιδέρης 2020, 368 σελ.

[2] Φυσικά, για το περιοδικό αυτό έχουν πραγματοποιηθεί και ορισμένες άλλες μελέτες, ωστόσο με εντελώς διαφορετικό ύφος, περιεχόμενο και στόχευση. Μεταξύ αυτών, βλ. τις εξής: Αιμιλία Καραλή, Μια ημιτελής άνοιξη… Ιδεολογία, πολιτική και λογοτεχνία στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης (1954-1967), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 2005 και Μ.[ίμης] Ραυτόπουλος, Αναθεώρηση Τέχνης: η Επιθεώρηση Τέχνης και οι άνθρωποί της, Αθήνα: εκδ. Σοκόλης 2006.

[3] Γιώργος Ανδρειωμένος, Διαδικτυακή συνέντευξη (με τηλεδιάσκεψη) στη γράφουσα, Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2020.

[4] Βλ. σχετικά: Michel Dreyfus, Bruno Groppo, Claudio Ingerflom et. al. (sous la dir. de), Le siècle des communismes, Paris: Seuil 2004.

[5] Να σημειωθεί ότι ως διευθυντής εμφανιζόταν ο «αφακέλωτος», όπως τον χαρακτηρίζει εύγλωττα ο συγγραφέας, Νίκος Σιαπκίδης. Βλ. Γιώργος Ανδρειωμένος, ό.π., σ. 15 και σσ. 29, 30.

[6] Πρέπει να αναφέρουμε ότι η επιτροπή αυτή ήταν ρευστή, δηλαδή με άλλους συντελεστές ξεκίνησε, με άλλους συνέχισε και με άλλους κατέληξε. Ωστόσο, σε κυρίαρχη μορφή της αναδείχθηκε ο παππούς του συγγραφέα Κώστας Κουλουφάκος.

[7] Για όλα αυτά, βλ. αναλυτικότερα: Γιώργος Ανδρειωμένος, Από τη Στράτευση στην Αμφισβήτηση. Λόγοι και Αντίλογοι στην Επιθεώρηση Τέχνης, ό.π.

[8] Στο ίδιο, σ. 155.

[9] Στο ίδιο, σ. 320.

[10] Ω. (μτφρ.), «Ζωηρή συζήτηση στην Ε.Σ.Δ.Δ. για την ουμανιστική παιδεία», «Το χρονικό της πνευματικής ζωής», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 128, Σεπτέμβρης 1965, σ. 196.

[11] Συγκεκριμένα επρόκειτο για τους εικαστικούς δημιουργούς Ν. Ζούκοφ, Β. Νεμένσκη, Ι. Πιμένοφ και Δ. Σμαρίνοφ, την τεχνοκριτικό Ν. Ντμιτρίεβα, τον μουσικό Δ. Καμπαλέφσκη, τους σκηνοθέτες Σ. Μπονταρσκούκ και Μ. Ρομ, τον συγγραφέα Β. Μπουραντέλη και τον καθηγητή Φιλοσοφίας Β. Σκατερσίκοφ. Βλ. Γιώργος Ανδρειωμένος, ό.π., σ. 156, σημ. 199.

[12] Ω. (μτφρ.), «Ζωηρή συζήτηση στην Ε.Σ.Δ.Δ. για την ουμανιστική παιδεία», ό.π., σ. 197.

[13] Louis Althusser, Lire le Capital, Paris: PUF 2014.

[14] Louis Althusser, «Μαρξισμός και Ουμανισμός», μτφρ. Ελένη Ιωαννίδη, Επιθεώρηση Τέχνης,  τχ. 141, Σεπτέμβριος 1966, σ. 153.

[15] Βλ. περισσότερα: Georg-Wilhelm-Friedrich Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, α΄ τόμος, πρόλ.-μτφρ. Δημήτρης Τζωρτζόπουλος/β΄ τόμος, πρόλ.-μτφρ. Δημήτρης Τζωρτζόπουλος,  Αθήνα: Δωδώνη 1993/1995. Επίσης, βλ. Georg-Wilhelm-Friedrich Hegel, Τι είναι Διαλεκτική. Αυτεξούσιο και ελευθερία σκέψης, μτφρ. Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, επιμ. Στέφανος Ροζάνης, Αθήνα: Ηριδανός 2016.

[16] Βλ. περισσότερα: Karl Marx, Η Γένεση του Κεφαλαίου, μτφρ. Αντώνης Δούμας, πρόλ. Περικλής  Ροδάκης, Αθήνα: Κοροντζής 2000, Karl Marx, Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα 1844, μτφρ. Λυκούργος Αποστολίδης, επιμ. Κώστας Πίττας, Ηλίας Κολοβός, Αθήνα: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο 2012, Karl Marx, Το Κεφάλαιο, μτφρ. Παναγιώτης Μαυρομμάτης, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή 2013,  Karl Marx, Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα: Παπαζήσης 1978, Karl Marx και Friedrich Engels, Θέσεις για τον Φοΰερμπαχ, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Αθήνα: Ερατώ 2004.

[17] Louis Althusser, «Μαρξισμός και Ουμανισμός», ό.π., σ. 157.

[18] Στο ίδιο, σ. 158.

[19] Το 1956, μετά την αποσταλινοποίηση.

[20] Louis Althusser, «Μαρξισμός και Ουμανισμός», ό.π., σ. 154.

[21] Αλλά γαλλόφωνος.

[22] Για τα κατωτέρω τρία σημεία, βλ. Jorge Semprun, «Μαρξισμός και Ουμανισμός. Ο πραγματικός ουμανισμός», μτφρ. Κώστας Κουλουφάκος, Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 142, Οκτώβριος 1966, σσ. 268-269.

[23] Στο ίδιο, σ. 268.

[24] Στο ίδιο, σ. 269.

[25] Στο ίδιο, σ. 271.

[26] Louis Althusser, «Συμπληρωματικό σημείωμα για τον πραγματικό ουμανισμό», μτφρ. Ελένη Ιωαννίδη, Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 142, Οκτώβριος 1966, σ. 274.

[27] Στο ίδιο, σσ. 274-275.

[28] Ο συγγραφέας του άρθρου υπογραμμίζει.

[29] Η υπογράμμιση είναι του συντάκτη του κειμένου.

[30] Louis Althusser, «Συμπληρωματικό σημείωμα για τον πραγματικό ουμανισμό», σσ. 274-275.

[31] Francis Kohen, «Να αναλυθεί η πρακτική των Μαρξιστών», μτφρ. Κώστας Κουλουφάκος, Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 142, Οκτώβριος 1966, σ. 275.

[32] Το 1978, συνυπογράφοντας το έργο Η Σοβιετική Ένωση κι εμείς (LU.R.S.S. et nous), δείχνει ότι επιλέγει την αποστασιοποίηση από τη σοβιετική εκδοχή του κομουνισμού.

[33] Επρόκειτο για την επίσημη περιοδική έκδοση του Γαλλικού Κομουνιστικού Κόμματος.

[34] «Να αναλυθεί η πρακτική των Μαρξιστών».

[35] Francis Kohen, ό.π.

[36] Jesus Ibarrola, «Μαρξισμός και Ουμανισμός. Θεωρία και εμπειρισμός στη συζήτηση για τον ουμανισμό», μτφρ. Κώστας Κουλουφάκος, Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 143-144, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1966, σ. 390.

[37] Στο ίδιο, σ. 472.

[38] Να θυμίσουμε ότι ο Γκράμσι είχε πεθάνει από το 1937.

[39] Βλ. Antonio Gramsci, Ιστορικός Υλισμός. Τετράδια της Φυλακής, μτφρ. Τίτος Μυλωνόπουλος, Αθήνα: Οδυσσέας 2008.

[40] Antonio Gramsci, «Η διαμόρφωση των διανοουμένων», μτφρ. Μανόλης Φουρτούνης, Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 143-144, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1966, σ. 358.

[41] Francis Kohen, ό.π.

[42] Το ζήτημα είναι αν το πεδίο εφαρμογής της διαλεκτικής συνίσταται μόνο στην κοινωνία και την ιστορία ή στη φύση συνολικά.

[43] Ο Ζήνων ο Ελεάτης θεωρείται εκείνος που δημιούργησε και καλλιέργησε αρχικά την τέχνη των ερωταποκρίσεων.

[44] Δηλαδή τη σκέψη των Καντ, Φίχτε, Χέγκελ.

[45] Με άλλα λόγια, τη σκέψη των Μαρξ, Ένγκελς και κάποιων σοβιετικών στοχαστών, όπως ο Λένιν και ο Ιλιένκοφ.

[46] Ας σημειωθεί ότι συχνά θεωρήθηκε πως ο διάλογος απουσίαζε από τον μαρξισμό και ιδιαίτερα από τον «ορθόδοξο» κομουνιστικό πυρήνα.

[47] Διάλογος «με τον κόσμο, με τα αποτελέσματα της δράσης των άλλων δυνάμεων, με τις άλλες ιδεολογίες [και] με τον εαυτό του…», βλ. Jorge Semprun, ό.π., σ. 266.

[48] Γιώργος Ανδρειωμένος, ό.π., σ. 31.

[49] Γιώργος Ανδρειωμένος, Διαδικτυακή συνέντευξη (με τηλεδιάσκεψη) στη γράφουσα, ό.π.

 

Γιώργος Ανδρειωμένος, Από τη Στράτευση στην Αμφισβήτηση. Λόγοι και Αντίλογοι στην Επιθεώρηση Τέχνης, Αθήνα: Ι. Σιδέρης 2020, 368 σελ.

Βρες το εδώ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here