Μάριο Βίττι, Πως «έμπλεξα» με τη γενιά του ’30 (συνέντευξη στον Γ.Ν.Μπασκόζο)

0
959
Ο Μάριο Βίττι φωτογραφημένος από τον γιο του, Πάολο.

 

μια συνομιλία με τον Γιάννη Ν. Μπασκόζο

Η γενιά του ΄30 δεν έφυγε ποτέ από την προσοχή των μελετητών, τα έργα της επανεκδίδονται συνεχώς ενώ οι φιλόλογοι προσθέτουν νέες οπτικές. Χαρακτηριστικά τα πρόσφατα βιβλία της Μαίρης Μικέ Δοκιμασίες. Όψεις του οικογενειακού πλέγματος στο νεοελληνικό μυθιστόρημα 1922-1974 και της Χριστίνας Ντουνιά Αργονάυτες και σύντροφοι, ενώ στην αρχή της ερχόμενης χρονιάς περιμένουμε μια σειρά docufiction πάνω στα έργα δεκαπέντε σπουδαίων πεζογράφων και ποιητών αυτή της γενιάς. Η πολύσημη γενιά του ΄30 δεν ήταν ποτέ ενιαία. Για παράδειγμα η  ποίηση των υπερρεαλιστών δεν είχε σχέση με αυτή των Σεφέρη, Ελύτη, οι αριστεροί αποτελούσαν χωριστή ομάδα, οι θεσσαλονικείς του εσωτερικού μονολόγου επίσης μια άλλη ομάδα, οι Αντωνίου, Σκαρίμπας , Αξιώτη ίσως είναι ακατάταχτοι κλπ κλπ. Ένας από τους πρώτους που ασχολήθηκε με τα έργα αυτής της γενιάς ήταν ο Μάριο Βίττι, ιταλός διανοούμενος, νεοελληνιστής, προσανατολισμένος από νωρίς στη  μελέτη των λογοτεχνών του Μεσοπολέμου αλλά και του συνόλου της ιστορίας της ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόσφατα σε μια συνομιλία μας ο Μάριο Βίττι σημείωσε τις δυσκολίες που είχε να «βουτήξει» σε αχαρτογράφητα νερά εκείνη την εποχή και να δώσει την πρώτη πρώιμη μελέτη για την ομάδα εκείνων των λογοτεχνών που έμεινε στα χρονικά της ελληνικής γραμματείας ως γενιά του ΄30.

 

Κύριε Βίττι πώς εκτιμάτε σήμερα τη γενιά του ΄30 , όρος αμφισβητούμενος , αφού υπάρχουν τεράστιες διαφορές ανάμεσα σε όσους κατατάσσονται σε αυτήν;

Η μελέτη μου για την Γενιά του Τριάντα είναι ένα ντοκουμέντο της εποχής εκείνης. Πρέπει να την τοποθετήσουμε μέσα στα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της εποχής. Γεγονός είναι ότι κανείς πριν από αυτή την απόπειρα δεν είχε αναμετρηθεί με το θέμα. Ο προβληματισμός μου διαμορφώθηκε μέσα από μια προοπτική από έξω από την Ελλάδα. Την πρώτη φορά που βρέθηκα μπρος σε αυτό το πρόβλημα ήταν όταν ένας εκδότης της Πάρμα, ο περίφημος  Ugo Guanda, που παράγγελνε τα βιβλία αφού τα είχε συζητήσει με τους συγγραφείς, και που ήταν ειδικευμένος στην ποίηση, μου ζήτησε μία ανθολογία της ελληνικής ποίησης του Εικοστού αιώνα. Το βιβλίο κυκλοφόρησε, σε πρώτη έκδοση,  το 1957. Η εισαγωγή σχεδόν εκατό σελίδων, έχει στο τέλος «Ύδρα 1955».

Μέχρι τότε δεν υπήρχε στην Ελλάδα καμμιά μελέτη συνολική που να συμπεριλάμβανε, σε ιστορική τάξη αυτό που σήμερα εννοούμε με τον συμβατικό όρο «Γενιά του Τριάντα», ούτε καν σχετικά με τους ποιητές που είχαν για όργανο το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα . Το βιβλίο του Α. Καραντώνη Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση  κυκλοφόρησε το 1958 .  Το ίδιο κενό υπήρχε και όσον αφορά την πεζογραφία.

Όμως γνωρίσατε αρκετούς από αυτούς, δεν ήταν αυτό μία καλή πηγή;

H βιβλιογραφική ανεπάρκεια δεν μπορούσε να βοηθηθεί ούτε από τις προσωπικές επαφές. Όταν πρωτοβρέθηκα στην Αθήνα, το 1947 ή το 48, με τους Έλληνες να  σφάζονται  στον Εμφύλιο, μπήκα σε πολλούς κύκλους με πρωταγωνιστές ανθρώπους διαφορετικών γενεών. Λόγου χάρη ο Τάκης Παπατσώνης, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Κλέων Παράσχος, μα ακόμη και ο Σεφέρης, όλοι τους ήταν της γενεάς του Καρυωτάκη. Ταυτόχρονα έκανα παρέα με τον Ελύτη, τον Α.Μάτσα, τον Δικταίο, τον Σαχτούρη, τον Ν.Βαλαωρίτη. Ανάμεσα στους πεζογράφους συναντούσα τον Μυριβήλη (γ.1892), τον Κοσμά Πολίτη (γ. 1888). Όλοι τους ήταν ακμαίοι, δραστήριοι, μέσα στα πράγματα. Η σαφώς μεταπολεμική γενιά ήταν ακόμη άφαντη, θα ερχόμουν σε επαφή μαζί της  αργότερα.

Θέλω να πω ότι αυτή η ποικίλη κοινωνία συγγραφέων που είχα το προνόμιο να σχετιστώ ή και να πιάσω φιλία πολύχρονη με αρκετούς από αυτούς, ήταν, βεβαίως, ένα προνόμιο για μένα, αλλά δεν βοηθούσε καθόλου στο να ξεχωρίσω τον ρόλο του καθενός μέσα στην «ιστορία»… Αργότερα γνώρισα τον Βασίλη Βασιλικό, τον   Μένη Κουμανταρέα και τους συνομήλικούς μου Αλέξανδρο Κοτζιά, Νίκο Κάσδαγλη. Ήταν μια παρέα εγκάρδια, αλλά είναι άλλο πράμα να βρεις ποιος είναι ο ρόλος του καθένα τους μέσα στην ιστορία και ακόμη πιο δύσκολο να τους αξιολογήσεις. Η προσωπική επαφή δεν βοηθούσε την μελέτη, που μπορούσε να γίνει μόνο μέσα από τα βιβλία, τα περιοδικά, τέλος μόνο μέσα από την λεγόμενη έρευνα.

Έχοντας γράψει την Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας σκέφτεστε σήμερα ότι – στο πλαίσιο των εποχών που εξετάσατε – κάτι της λείπει και θα θέλατε να το συμπληρώσετε;

Καλοσύνη σας να πιστεύετε ότι εγώ στα σχεδόν εκατό μου χρόνια ηλικίας θα είχα τα κότσια να διαβάζω και να παρακολουθώ όλη τη λογοτεχνική κίνηση της Ελλάδας ώστε να μπορώ να συμπληρώσω ή να αλλάξω κάτι από την Ιστορία μου!

Νομίζετε ότι η ελληνική λογοτεχνία παρακολουθεί ισότιμα την παγκόσμια;

Και βέβαια η ελληνική λογοτεχνία (παρ)ακολουθεί ισότιμα, την ίδια ροή με την παγκόσμια. Οι άνθρωποι που γράφουν επαγγελματικά στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι καθόλου απομονωμένοι. Κάθε άλλο, εξάλλου το ίδιο συμβαίνει και με τα παγκόσμια πολιτικά και πολιτισμικά ζητήματα. Από την άλλη πλευρά το ενδιαφέρον των ξένων αναγνωστών για το ελληνικό βιβλίο δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί αν δεν υπήρχε αυτό το ίδιο κλίμα σε παγκόσμιες διαστάσεις.

Υπάρχουν αλλαγές στη σύγχρονη λογοτεχνία που σας ενθουσιάζουν, σας σοκάρουν, σας κάνουν σκεφτικό ή πολύ αισιόδοξο , και ποιες;

Να με ενθουσιάζουν; Λίγο δύσκολο, λόγω χαρακτήρα και λόγω… ηλικίας!

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΤι είναι και τι θέλει η φιλοσοφία της ιστορίας; (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)
Επόμενο άρθρο Σωτήρη Γουνελά, Ιωνάς (της Μαρίας Τσάτσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here