Mario Vitti, ο ευρωπαίος (του Αλέξη Πολίτη)

0
247

του Αλέξη Πολίτη (*)

 

Όλοι μας, όποτε διαβάζαμε κάποιο από τα βιβλία του Mario Vitti, όποτε τύχαινε να τον ακούσουμε σε κάποιο συνέδριο, αναρωτιόμασταν αν τελικά ήταν Έλληνας ή Ιταλός. Κι εγώ, εννοείται. Τώρα όμως που χρειάστηκε να ψάξω πιο συστηματικά και τις μελέτες του και τα βιογραφικά του, καταλήγω πως το ίδιο το ερώτημα ήταν λάθος, ούτε Ιταλός ούτε Έλληνας· ο Mario Vitti είναι πάνω απ’ όλα Ευρωπαίος. Ναι, κι από γεννησιμιού του. Γεννήθηκε πριν ενενήντα οκτώ περίπου χρόνια στη άκρη-άκρη της μεσογειακής Ευρώπης, στο Πέραν, σ’ εκείνον τον λόφο της ανατολικής ακτής του Κεράτιου. Άλλοι καιροί τότε, άλλοι κόσμοι, κι ας θεωρούμε εμείς οι μεγαλύτεροι πως ο σεβαστός και αγαπητός Mario Vitti ήταν και σύγχρονός μας – ήταν, αλήθεια, αγέραστος.

Ας ξεκινήσω όμως όπως πρέπει· πολλή μεγάλη τιμή μου έκανε η οργανωτική επιτροπή της συνάντησής μας αναθέτοντάς μου την αρχική ομιλία. Και πέρα από την μεγάλη χαρά να είμαι εδώ ανάμεσα σε φίλους ομιλητές κι ακροατές, ο συστηματικός συγχρωτισμός με το έργο και τα βιβλία ενός από τους κορυφαίους μελετητές του νεότερου ελληνισμού με αναζωογόνησε. Γιατι οι μελέτες του Mario Vitti ερεθίζουν επίμονα το μυαλό σου, εμπλουτίζουν τους προβληματισμούς, ακόμα και στα σημεία που διστάζεις ν’ αποδεχθείς τις προτάσεις του, ακόμα κι εκεί που διαφωνείς. Ο διάλογος μαζί τους είναι υποχρεωτικά ατέρμων· κάθε φορά που τον διαβάζεις, ξαναρχίζεις ν’ αναρωτιέσαι.

Άλλωστε κι ο ίδιος αναρωτιόταν διαρκώς· ο διάλογός του με τις παλιές εργασίες του ήταν κι αυτός ατέρμων. Όλοι μας βέβαια με τον καιρό αλλάζουμε. Ο Mario Vitti, αν και όσο ξέρω δεν άλλαξε ποτέ πολιτικές πεποιθήσεις, ριζικά τουλάχιστον, άλλαξε πολλές φορές τη ματιά του για συγκεκριμένα θέματα. Καθώς τα ξανακοίταγε, τα ξανασκεφτόταν, αμφέβαλλε για την αλήθεια τους· κάποια, νομίζω, τα έκανε πέρα σιωπηρά, άλλα τα τροποποιούσε, όχι απλώς προσθέτοντας τα καινούρια βιβλιογραφικά δεδομένα, παρά τα εκσυγχρόνιζε κυριολεκτικά. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα, η Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδίως τα σχετικά ύστερα κεφάλαιά της.

Ωστόσο πρέπει να εξηγηθώ περισσότερο για το «Ευρωπαίος». Ο Mario Vitti δεν είναι ευρωπαίος επειδή γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ή δεν είναι μόνο γι’ αυτό, παρά κι επειδή οι βασικές του μελέτες για τον Σεφέρη και τον Ελύτη κυκλοφόρησαν εκτός από ιταλικά και στα αγγλικά και στα γαλλικά, και διαβάστηκαν από ποικίλους αναγνώστες. Έχει άλλωστε μεταφράσει και των δύο ποιήματα, όπως έχει κάνει κι άλλες μεταφράσεις, ενώ η εξαντλητική βιβλιογραφία του Ελύτη βοήθησε να στερεωθεί η υποψηφιότητα του ποιητή για το βραβείο Νόμπελ. Και όταν το 1995 η École de Langues Orientales Vivantes του Παρισιού γιόρτασε τα 200 χρόνια της, κι ονόμασε τιμητικά Επίτιμους Διδάκτορες έξι καθηγητές ανατολικών γλωσσών απ’ όλον τον κόσμο, για τη διδασκαλία των νέων ελληνικών ο Henri Tonnet υπέδειξε τον Mario Vitti, που είχε διδάξει εκεί ένα εξάμηνο το 1988. Περισσότερο ίσως από όλα αυτά είναι ευρωπαίος για τη βαθιά ευρωπαϊκή παιδεία του στους χώρους της λογοτεχνίας, που κι αυτή ξεκινάει από τα παιδικά του χρόνια, από τον Φράγκο ξέπαππα που του έκανε γαλλικά και το γαλλικό βιβλιοπωλείο στο Πέραν που «ήταν μια δρασκελιά από το σπίτι».

 

*

Ώρα τώρα να παρουσιάσουμε το θέμα μας. Δηλαδή τον Mario Vitti. Το έργο και το πρόσωπο· θα ξεκινήσουμε βέβαια από το έργο, γιατι χωρίς αυτό, το πρόσωπο δεν θα ενδιέφερε τη σύναξή μας. Θα στηριχθώ κυρίως στα συνθετικά έργα του, ελπίζοντας ετούτη η παρουσίαση να λειτουργήσει ως ομπρέλα ή έστω ως πρόλογος σε όσες θα ακολουθήσουν. Εννοείται ότι αναγκαστικά ένα σωρό πτυχές του έργου δεν θα προλάβουν να φωτιστούν· ευθύνη γι’ αυτό είχε ο ίδιος – ας μην έγραφε τόσα πολλά.

Ίσως θα έπρεπε να ξεκινήσω με τη δίγλωσση Poesia greca del novecento, δηλαδή «Ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα», του 1957· έναν παχουλό τόμο με ωραία λαϊκότροπη κουβερτούρα, μάλλον του Γιάννη Μόραλη, και 380 σελίδες από τις οποίες οι εκατό πρώτες αποτελούν μια αναλυτική συναγωγή. Δυστυχώς τα ιταλικά μου δεν μου το επιτρέπουν· έχουμε ωστόσο μια λεπτομερειακή περιγραφή των περιεχομένων στην εξαιρετική βιβλιογραφία της κυρίας Αμαλίας Κολώνια, απ’ όπου αποκτάμε μια πρώτη εικόνα· κι ας αναφέρουμε πως η ανθολογία ξαναεκδόθηκε το 1966 με κάποιες αλλαγές[1]. Πάντως ο Mario Vitti, στα αυτοβιογραφικά σχόλια που συνοδεύουν τη βιβλιογραφία του, θεωρεί πως ήδη τότε, παρά τη σχετικά μικρή του πείρα στα νεοελληνικά γράμματα, είχε αρκετά συγκροτημένες απόψεις για την πορεία των Νεοελλήνων ποιητών, και πως από τότε αρχίζει να είναι «νεοελληνιστής» κι όχι αορίστως «λόγιος». Άλλωστε, από το 1955 τα φιλολογικά του ενδιαφέροντα μοιάζουν να έχουν στραφεί περισσότερο προς τη νεοελληνική λογοτεχνία, ενώ οι πολύ σημαντικοί, μα και προσωπικοί του φίλοι Ιταλοί ποιητές, ο Ουγκαρέτι, ο Παζολίνι, ο Κουαζίμοντο (βραβείο Νόμπελ 1959), εμφανίζονται ολοένα και σπανιότερα στα δημοσιεύματά του. Είναι όμως ακόμα, ώς και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960, πιο πολύ παρουσιαστής Νεοελλήνων λογοτεχνών στο ιταλικό κοινό, παρά ένας συστηματικός ερευνητής, κι ας έχει, όπως λέει ο ίδιος, μετατραπεί σε «βιβλιοπόντικα» από την εποχή που ετοίμαζε την «Ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα».

Νομίζω ότι ο Mario Vitti κατακτά τη θέση τού διεθνώς αναγνωρισμένου νεοελληνιστή το 1963, με την ανακάλυψη της Ευγένας και το Πηγές για τη βιογραφία του Κάλβου (επιστολές 1813-1820). Θα έκανα και μια ακόμα παρατήρηση, κι ελπίζω να μην πέφτω ολότελα έξω: συνδέεται πιο αποφασιστικά με το κλίμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Όσοι ξέρουν λίγο την ιστορία των φιλολογικών σπουδών στην Ελλάδα και το κλίμα των δύο, τότε, ελληνικών πανεπιστημίων, θα ενέτασσαν τον Mario Vitti από την πρώτη στιγμή στο κλίμα της Θεσσαλονίκης· τα πρώτα του όμως δημοσιεύματα δείχνουν πως αρχικά τον διεκδικούσε και το «Αθήνησι», και του συγχωρούσε, ως ξένου προφανώς, τη χρήση της δημοτικής γλώσσας.

Αν ξεφυλλίσουμε την αναλυτική βιβλιογραφία του από την κυρία Αμαλία Κολώνια που ανέφερα πρωτύτερα, εργαλείο βασικό για τη γνωριμία μας με το έργο του Mario Vitti (αν δεν υπήρχε, δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να καταστρώσω την παρουσίασή μου), θα δούμε ότι ξαφνικά οι εργασίες μειώνονται απότομα το 1967, μόλις δύο, με τη μία να έχει σταλεί αρκετό καιρό νωρίτερα, μηδενίζονται το 1968, το 1969 έχουμε μόνο μια συνέντευξη σε ιταλική εφημερίδα για ένα ιταλικό ζήτημα, και το 1970 μια εργασία στα ιταλικά, ανακοίνωση που είχε γίνει σε συνέδριο νεοελληνιστών στο Πρίνστον. Δεν πρόκειται βέβαια για χρόνια αβελτηρίας· απλώς ο Mario Vitti βάζει μπροστά τη μεγάλη σύνθεση, τη Storia della letteratura neogreca, μια φιλολογική πράξη κατά του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». «Μια πιο γνήσια ερμηνεία της Ελλάδας», σημειώνει ο ίδιος στο πολύτιμο –και τόσο χαριτωμένο– αυτοβιογραφικό αφήγημα που συνοδεύει τη βιβλιογραφία. Και προσθέτει πως δούλευε «πυρετωδώς από τον Ιανουάριο του 1968 έως τον Νοέμβριο του 1969»[2].

Εμείς ωστόσο θα παρακάμψουμε προσωρινά τη Storia, επειδή βρίσκω καλύτερο να εξετάσουμε την αναθεωρημένη μορφή της του 2003. Έτσι περνάμε στο επόμενο συνθετικό του έργο, Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, 1850, 1855, 1880, 1883, 1896, 1934, 1943, εκδόσεις Κείμενα, Μάης 1974 – που κι αυτό θα μας αναδείξει την ατμόσφαιρα της εποχής. Οι οκτώ χρονολογίες είναι οι σημαδούρες στη ροή του χρόνου, κάτι σαν υπαινικτικά περιεχόμενα των διαδοχικών βημάτων: το 1850 δημοσιεύτηκε «Ο αυθέντης του Μωρέως» του Ραγκαβή, το 1855 ο «Θάνος Βλέκας» του Καλλιγά, το 1943 εκδόθηκε Ο Βασίλης ο Αρβανίτης του Στράτη Μυριβήλη. Αντιγράφω και πάλι από τον αυτοβιογραφικό σχολιασμό της βιβλιογραφίας. «Μια μέρα μου τηλεφωνεί ο Φίλιππος Βλάχος, και μου ζητά να συγκεντρώσω τα άρθρα του Βήματος». Φίλιππος Βλάχος είναι, για τους νεότερους, ο εκδότης των Κειμένων, Μαυρομιχάλη 8. «Απάντησα χωρίς δισταγμό ότι θα του έφτιαχνα ένα τόμο ακόμη πιο αποτελεσματικό, με άλλα άρθρα και, προπαντός, με μια κεντρική μελέτη που θα την έγραφα επί τούτου. Η κινητήρια ιδέα του βιβλίου, αυτή που μπορούσε εξάλλου να ενοχλήσει τα αντιδραστικά πνεύματα της δεξιάς πολιτικής παράταξης, είναι ότι η αλήθεια ενοχλεί, είναι εμπρηστική, και η λογοκρισία, με οποιαδήποτε μορφή και αν ασκείται, πιέζοντας απ’ έξω τον συγγραφέα ή από μέσα, αντιμετωπίζει εχθρικά το ρεαλισμό».

Ολοφάνερα τόσο η σκέψη του Φίλιππου Βλάχου όσο κι εκείνη του Mario Vitti ήταν να φτιαχτεί ένα βιβλίο που εκτός από καλή φιλολογία, θα είναι και πολιτική πράξη· δεν ήταν οι μόνοι που σκέφτονταν έτσι εκείνη τη δύσκολη περίοδο. Δεν χρειάζεται να πω πολλά· παίρνω την πρώτη παράγραφο του βιβλίου: «Η ελευθερία αρχίζει από την πληροφόρηση. Και είναι ακριβώς η σχέση του ρεαλισμού με την πληροφόρηση που συντέλεσαν ώστε, όσοι φοβούνται την αδέσμευτη πληροφορία, να θεωρούν και το ρεαλισμό μια δραστηριότητα επιλήψιμη. Αυτό το είδαμε στην προπολεμική Ιταλία, όταν ο φασισμός για να κρατήσει την εξουσία βρέθηκε στην ανάγκη να καταργήσει την ελεύθερη πληροφόρηση, και να πείσει, με το καλό ή με το κακό, τους λογοτέχνες να μην καταγίνονται με τον ρεαλισμό».

Ετούτη η τάχα αθώα ιστορική αναδρομή θα είναι και η ραχοκοκαλιά του βιβλίου. Ο Mario Vitti μας εκθέτει πόσο η κοινωνία των ρομαντικών χρόνων αποστρέφεται τον ρεαλισμό, καθώς και τη δύσκολη κατάκτησή του από τη γενιά του 1880, την πορεία της έως τη γενιά του 1930 και την παλινδρόμηση κατά τη δικτατορία και τη γερμανική Κατοχή.

Δεν θα αναφερθώ αναλυτικά στα όσα μας εξιστορεί το βιβλίο, ούτε βέβαια στο αν η σημερινή έρευνα ή εγώ προσωπικά συμφωνώ με τις προτάσεις του 1974. Δεν τυχαίνει να έχω σημειώσει βιβλιοκρισίες ή παρουσιάσεις· θυμάμαι όμως καλά, πόσο θετικά σχόλια είχαν ειπωθεί. Άλλωστε το βιβλίο έχει δις επανεκδοθεί, επαυξημένο κάθε φορά, το 1980 και το 1991, κι ακολούθησαν φωτομηχανικές επανεκδόσεις. Στην έκδοση του 1991 προστίθεται ένα κεφάλαιο «Τα προβλήματα της ηθογραφίας από τη σκοπιά του 1990»· πριν πω όμως οτιδήποτε άλλο για ετούτη τη θεώρηση, πρέπει να θυμίσω πως το ορμητικό ενδιαφέρον για την παλιά πεζογραφία δεν είχε ακόμα εμφανιστεί το 1974· ξεπρόβαλε τέσσερα-πέντε χρόνια αργότερα. Όταν όμως ξαναπιάνει το θέμα ο Mario Vitti, στα 1990, οι έρευνες για την πεζογραφία του 19ου αιώνα έχουν δεκαπλασιαστεί, και σχεδόν μονοπωλούν το ενδιαφέρον των φιλολόγων. Κείμενα άγνωστα το 1974 έχουν τώρα επανεκδοθεί, στα 1979 αρχίζει να κυκλοφορεί και η σειρά της Νεφέλης «Η πεζογραφική μας παράδοση», με πάνω από δέκα τίτλους κάθε χρονιά, κι οι ποικίλες, μικρές ή μεγάλες συμβολές διαδέχονται η μία την άλλη. Έτσι λοιπόν το συμπληρωματικό κεφάλαιο ήταν κάπως αμήχανο· βιβλίο του 1974 δεν εκσυγχρονιζόταν εύκολα.

Αυτό δεν θα πει καθόλου ότι είχε ή ότι έχει ξεπεραστεί. Διαβάζοντάς το σήμερα, θα το εκτιμήσουμε από τη μια στην ιστορική προοπτική του, καθώς άνοιξε το θέμα της ιδεολογικής αντιμετώπισης των εκδοχών της ηθογραφίας, από την άλλη θα σταθούμε σε πάμπολλες ερμηνευτικές, υφολογικές, μα και πληροφοριακές παρατηρήσεις του, που είτε μας βοηθούν να καταλάβουμε είτε αποσαφηνίζουν το νόημα του κειμένου από μια πλευρά που εγώ τουλάχιστον δεν την είχα σκεφτεί. Λόγου χάρη, μιλώντας για τον Θάνο Βλέκα παρατηρεί: «ο Καλλιγάς αναδεικνύει ήρωες του μυθιστορήματός του δύο πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα σε γεγονότα μεγαλύτερά τους»· ετούτα τα γεγονότα είναι η ληστεία, τα βάσανα των χωρικών, η ανικανότητα του κράτους να προστατέψει τους πολίτες του, «γιατι τα γεγονότα βαραίνουν για τον μυθιστοριογράφο πολύ περισσότερο από τα ίδια τα πρόσωπα, που χρησιμεύουν μονάχα σαν πρόφαση μιας αφηγηματικής πλοκής». Πολύ καίρια παρατήρηση. Ή, ότι προκειμένου να συλλάβει και να κατανοήσει πληρέστερα την κοινωνία που συγγράφει αλλά και διαβάζει τα ηθογραφικά αφηγήματα, ανατρέχει και σ’ ένα άλλου είδους τεκμήριο, στο βιβλίο Εγκόλπιον του εργατικού λαού ή Συμβουλαί προς τους χειρώνακτας, που εκδίδει το 1869 η Εταιρία των Φίλων του Λαού, με στόχο να αποτρέψει τις εργατικές κινητοποιήσεις. Ή, τέλος, θα προσέξουμε κι ένα τρίτο, ακόμα πιο κρυμμένο τεκμήριο, που καταδεικνύει την ολοκληρωτική έλλειψη ανοχής για την όποια κριτική αποτολμούσε ο Τύπος: τον Αύγουστο του 1894 η Ακρόπολις δημοσίευε μια έρευνα για τη Στρατιωτική Αστυνομία· τα όσα γράφονταν εκεί ενόχλησαν πολύ πολλούς αξιωματικούς, οι οποίοι μπούκαραν στα γραφεία της εφημερίδας και τα έκαναν γυαλιά-καρφιά – στη δίκη όμως αθωώθηκαν ως υπερασπιστές της Μεγάλης Ιδέας· ο Mario Vitti παραπέμπει στην «Αγόρευση» ενός υπερασπιστή των αξιωματικών, του δημοσιογράφου Νικόλαου Λεβίδη[3].

 

Περνάμε τώρα σ’ ένα άλλο βιβλίο που και τούτου οι Μοίρες του χάρισαν μακροζωία, το Η Γενιά του Τριάντα. Ιδεολογία και μορφή. Ήταν τα μαθήματα του Mario Vitti στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον χειμώνα του 1975-76, που πρωτοεκδόθηκαν το 1977 κι επανεκδίδονταν έως το 2011, με την έκδοση του 1995 να προσθέτει έναν καινούριο πρόλογο και με διορθώσεις εδώ κι εκεί. Το βιβλίο ίσως χρησιμοποιήθηκε κι από άλλους διδάσκοντες ως «βοήθημα», και θα πέρασε από τα χέρια ατελείωτου αριθμού φοιτητών και φοιτητριών, γιατι πολλά αντίτυπα στο διαδίκτυο σημειώνουν: «με πολλές υπογραμμίσεις».

Και εδώ δεν χρησιμεύει σε τίποτε να παρουσιάσω αναλυτικά τα περιεχόμενα ή να τα σχολιάσω με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο: το βιβλίο παραμένει το αδιαμφισβήτητο εγχειρίδιο για την τόσο κρίσιμη ετούτη περίοδο του λογοτεχνικού μας παρελθόντος, και θα είναι πάντοτε ένα από κύρια τεκμήρια για όποιον προσπαθήσει να καταστρώσει έστω κι ένα απλό σχεδίασμα των διαδρομών της πρόσφατης ιστορίας. Θα σταθώ δηλαδή και πάλι σε ορισμένες ολότελα προσωπικές παρατηρήσεις του Mario Vitti, που αναδεικνύουν τον ασυνήθιστα πλούσιο τρόπο του να σκέφτεται. Το πρώτο παράθεμα ακολουθεί τα πρώτα ποιητικά φανερώματα της γενιάς του ’30, Ράντος, Σεφέρης.

«Σ’ αυτό το σημείο της συζήτησης πρέπει να κάνουμε μια στάση για να εξετάσουμε μια πεποίθηση που απόκτησε κάποτε την ισχύ ενός θεσμού, και που μπορεί, για τη μεγάλη πέραση που είχε στην αρχή του αιώνα, να τιμηθεί με τον όρο “θεωρία”. Πρόκειται για μια θεωρία που επιδρά με πολλούς τρόπους πάνω στην αισθητική της γενιάς, πότε συστηματικά, πότε ακολουθώντας δρόμους που υπολανθάνουν και που μαρτυρούνται μόνο από κάποια επεισοδιακά αποτελέσματα. || Η καθαρή ποίηση και το απόλυτο, η ανάγκη της περιπέτειας, ο εσωτερικός μονόλογος, αργότερα με κάποιον τρόπο ακόμη και ο υπερρεαλισμός είναι μέθοδοι τέχνης που στηρίζονται στο δεδομένο [εδώ εγώ θα έλεγα στη βαθιά πεποίθηση] ότι υπάρχει ένας αόρατος δυναμισμός που κυβερνά τον εσωτερικό κόσμο, και ότι αυτός ο δυναμισμός βρίσκεται σε δυσαρμονία με την εξελικτική καταναγκαστική πορεία του εξωτερικού κόσμου.» […] «Στην παντοδυναμία του αντικειμενικού κόσμου, όπως τον έχει ταξινομήσει ο ιστορικός υλισμός, πολλοί λογοτέχνες της γενιάς του Τριάντα αντιτάσσουν έναν κόσμο που είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από την υλική αναγκαιότητα, τον κόσμο του “πνεύματος”, και σε ένα στρώμα πιο κρυφό, τον εσωτερικό κόσμο του ατόμου». […] «Τον καιρό που σχηματίστηκαν οι πεποιθήσεις συγγραφέων σαν το Σεφέρη και το Θεοτοκά, ο εσωτερικός κόσμος δεν είναι ρυθμισμένος σύμφωνα με τις θεωρίες της ψυχανάλυσης, αλλά κατά τις θεωρίες του Μπερξόν, ή από την απήχησή τους: θεωρίες που αν κάποτε δεν μοιάζουν εντελώς ασυμβίβαστες με το φροϋδισμό, μες στον ελληνικό χώρο δεσπόζανε στη σκέψη των συγγραφέων»[4].

Κανονικά θα έπρεπε να συνεχίσω το παράθεμα ώς τη μεθεπόμενη σελίδα του βιβλίου, γιατι εδώ η γραφίδα του Mario Vitti είναι εξαιρετικά κατατοπιστική όχι μονάχα για τη δύναμη και την επιρροή που είχε ο Μπερξόν στα μέσα της δεκαετίας του ’30 –επιρροή και δύναμη που δεν είχε σβήσει, όσο μπορώ να μαρτυρήσω ούτε μια γενιά αργότερα–, όχι μόνο λοιπόν για την ακριβή αποτύπωση του διανοητικού κλίματος εκείνων των χρόνων, παρά και για τη δύναμη της ενόρασης, της intuition. Δεν συνεχίζω ωστόσο, επειδή δεν είμαστε σε σεμινάριο να τις διαβάσουμε και να τις σχολιάσουμε όλοι μαζί προσεκτικά, παρά σε διάλεξη, και τις σελίδες αυτές τις κάνεις δικές σου διαβάζοντάς τις με το μολύβι στο χέρι.

Δύο, τώρα, μικρά παραθέματα, σχετικά με το γλωσσικό ύφος του Μυριβήλη, που καταλήγουν σε καθαρά αισθητική κρίση. «Δάσκαλός του πραγματικός, αν θέλετε, είναι ο Καρκαβίτσας, με τον πληθωρικό και εξεζητημένο δημοτικισμό του, με την επαναστατημένη του ματιά πάνω στην ελληνική πραγματικότητα […]. Όπως στον Καρκαβίτσα η αντικομφορμιστική διαμαρτυρία συμβαδίζει με την εκζήτηση στη δημοτικιστική εκμετάλλευση [εννοεί τη χρήση του χωριάτικου ιδιώματος], με τον ίδιο τρόπο οι τάσεις αυτές συμβαδίζουν και στο Μυριβήλη. Η φρίκη σαν κινητήριο ελατήριο δεν είναι τυχαίο φαινόμενο στον Καρκαβίτσα (λόγου χάρη στο μυθιστόρημα Ζητιάνος), αλλά απεναντίας αποτελεί το απώτερο αποτέλεσμα, για όποιον ξέρει να βλέπει, της διττής προτίμησης του Καρκαβίτσα προς την κριτική της κοινωνίας και την εκζήτηση στον λόγο». Και ως συνέχεια, «Από το έβδομο [κεφάλαιο του Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια] και πέρα, όταν η σκηνή μεταφέρεται στην αστική Μυτιλήνη, η φρίκη καλλιεργείται πια δίχως το ιδεολογικό της στήριγμα, που είναι η εξέγερση εναντίον του πολέμου, και μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, προχωρώντας έτσι μοιραία προς τον ευτελισμό της»[5].

Και ένα τελευταίο: «Για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε πρέπει να προσθέσω και κάτι αναφορικά με τον τάχα ρεαλισμό μερικών αφηγημάτων. Όσο ωμά και νά ’ναι μερικά επεισόδια, είναι δύσκολο να γίνει λόγος στην κυριολεξία για ρεαλισμό, επειδή κάποιες παραστάσεις που προκαλούν ή την αγανάκτηση, ή τη δυσφορία ή τη φρίκη στον αναγνώστη […] δεν είναι από μόνα τους κιόλας πραγματικός ρεαλισμός: κατά τον ίδιο τρόπο που η δομή ενός βιβλίου πρέπει να ανταποκρίνεται σε μια συνθετική δύναμη που το κάνει να δικαιούται το επίθετο μυθιστόρημα, κατά τρόπο ανάλογο, ο ρεαλισμός για να είναι πραγματικά ρεαλισμός, απαιτεί μια συνθετική δύναμη που να συγκροτεί όλο το υλικό. Ρεαλισμός αντάξιος του ονόματός του δεν υφίσταται δίχως εκείνη τη σύνθεση ιδεών, αντιλήψεων διαλεκτικής που ονομάζεται προβληματισμός»[6].

 

Θα ολοκληρώσω την περιδιάβαση στα συνθετικά έργα του Mario Vitti με μια σύντομη αναφορά στη Storia, και θα στηριχτώ στην τελευταία ελληνική εκδοχή της: Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 2003, που δεν είναι μετάφραση της ιταλικής του 2001, παρά –αντιγράφω από τον πρόλογο– «ξαναγράφηκε ελληνικά από τον ίδιο τον συγγραφέα του, και τούτο επειδή έκρινε» ότι δεν θα ταίριαζε μια μετάφραση, επειδή δεν θα λάβαινε υπόψη της «ότι το βιβλίο προορίζεται για έναν αναγνώστη που έχει το προνόμιο της απ’ ευθείας πρόσβασης στα γεγονότα και τα έργα που αναφέρονται». Σημειώνεται επίσης ότι ο συγγραφέας δεν ήθελε να «χάσει την ευκαιρία που του δινόταν για μια αμεσότερη επικοινωνία με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό». Την είχε πραγματικά ανάγκη, και το χαιρόμαστε διπλά.

Τα πρώτα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που γνωρίζουμε πρέπει να φτιάχτηκαν κάπου εκεί, στο Χίλια μετά Χριστόν. Και η Ιστορία του Mario Vitti εξετάζει ακόμα και κείμενα που γράφτηκαν μετά το 2001. Εννοείται ότι και η πιο συνοπτική ανασκόπηση θα μας ξεστράτιζε ολότελα – περνάμε τις 600 σελίδες· η πρώτη ελληνική μετάφραση της Storia, που εκδόθηκε το 1978 αριθμούσε 470. Είναι νόστιμο το επεισόδιο που αφηγείται στα αυτοβιογραφικά του σχόλια ο Mario Vitti, για το πώς αντέδρασε ο Κ. Θ. Δημαράς όταν πήγε να του ανακοινώσει, «κομπιάζοντας» πως συνέτασσε την Ιστορία· «αρκεί να τη γράψετε με τα δικά σας λόγια». «Ο Πολίτης πάλι» συνεχίζει ο Mario Vitti στην ίδια αφήγηση, «που τον θεωρούσα δάσκαλό μου, πήρε άσχημα την τόλμη μου, προπαντός επειδή έβαζα την κρητική λογοτεχνία κάτω από την ομπρέλα του μπαρόκ»[7]. Λοιπόν, ναι, και με τα δικά του λόγια, απολύτως, είναι γραμμένη η Ιστορία, και η συσχέτιση του ύφους της κρητικής λογοτεχνίας με την εποχή του ιταλικού μπαρόκ είναι ίσως ο πιο ιδιάζων νεοτερισμός της Ιστορίας του: κοιτάμε πια την πιο σημαντική εποχή της νεοελληνικής μας λογοτεχνικής παραγωγής με διαφορετικά μάτια.

Και, βέβαια, κοντά στ’ άλλα, η αναφορά στη λογοτεχνία –και στη λογοτεχνική κριτική– της τελευταίας εικοσαετίας του περασμένου αιώνα έχει το δικό της ενδιαφέρον· η Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία του Roderick Beaton, εκδομένη αγγλικά το 1992 και ελληνικά το 1996, σταματάει το 1990. Και δεν είναι μόνο η εύλογη περιέργεια να δούμε το πώς παρουσιάζει ο καθένας τα χρόνια στα οποία είμαστε οι ίδιοι μάρτυρες, είναι και το ότι ο αριθμός των λογοτεχνών από το 1970 και ύστερα έχει πολλαπλασιαστεί σε μεγάλο βαθμό, και ανάμεσά τους δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές. Πώς τα αντιμετωπίζει ο Mario Vitti ετούτα τα ζητήματα; Νομίζω ότι ξέρει πολύ καλά πως δεν κάνει εδώ ιστορία· κάνει παρουσίαση. Αλλά εγώ ως μάρτυρας, και φιλόλογος μάρτυρας, έμεινα εκστατικός –πιο πολύ εδώ παρά τις 650 προηγούμενες σελίδες– από τα πόσα ξέρει. Πότε πρόλαβε και απέκτησε τόσο λεπτομερειακή εποπτεία; Γιατι προφανώς βοηθήθηκε από βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις, από ανθολογίες και κάθε είδους βιβλιογραφικά δεκανίκια, αλλά υπάρχει πίσω από κάθε διατύπωση μια στιβαρή φωνή. Και όσο μπορώ να καταλάβω, οι αξιολογήσεις του έχουν το βάρος τους.

Και σαν κατακλείδα. Αν κάποια στιγμή, όχι μακρινή, προγραμματιστεί μια καινούρια συνθετική Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που θα έχει βέβαια πια για συντάκτες ομάδα ειδικών, ο καθένας από αυτούς, είτε έχει αναλάβει τη λογοτεχνική πορεία της γενιάς του ’70, ή εκείνη της Κατοχής, ή της εκκλησιαστικής ρητορικής, ή της Κρητικής ακμής, θα πρέπει ανατρέξει στην αρχή της προσπάθειάς του, μα και στο τέλος, να διαβάσει τα αντίστοιχα κεφάλαια του Mario Vitti, γιατι αν δεν το κάνει, θα κινδυνεύει ο αναγνώστης του να πει, «μπα, καλύτερα ν’ ανατρέξω πίσω στον Vitti». Θα σταθώ ειδικά μονάχα σε μια περίπτωση – τρανταχτή όμως. Όσοι αναφέρονται στους δυόμισι αιώνες της ακμής της κρητικής διανόησης, ας πούμε συμβατικά από το 1400 έως το 1669, αναφέρονται ειδικά στη χρήση του τοπικού ιδιώματος· το σχολιάζουν, το συσχετίζουν με τα ανάλογα παραδείγματα της νότιας Ευρώπης – και ποιος από εμάς, ερευνητές ή αναγνώστες, δεν έχουμε κάνει ανάλογες σκέψεις, ποιον δεν έχει απασχολήσει το ζήτημα; Ποιος όμως έχει πλησιάσει, από μακριά έστω, στις απορίες του Mario Vitti; Αντιγράφω: «Έτσι συμβαίνει η επιλογή της γλώσσας στο νησί να παίρνει δύο αντίθετες κατευθύνσεις, ανάλογα με τον προορισμό που κάθε φορά εκπληρώνει· από τη μια οι ιεροκήρυκες της Κρήτης επιμένουν συστηματικά στην υπέρβαση των ορίων της τοπικής διαλέκτου για να αρθρώσουν με την επιβολή κανονιστικών ρυθμίσεων μια γλώσσα κοινή που θα εξυπηρετεί την απρόσκοπτη επικοινωνία με το πανελλήνιο, κι από την άλλη οι ποιητές της Κρήτης», και τα λοιπά[8]. Δεν αρκεί να διαβάσουμε άπαξ την Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Μας χρειάζεται διαρκώς. Και τώρα μάλιστα μού ’ρχεται μια σκέψη· η τελευταία αναθεωρημένη έκδοση της δεύτερης μορφής της ιταλικά γραμμένης Ιστορίας, που είναι κι εκσυγχρονισμένη για την παραγωγή του 21ου αιώνα, αν και αμετάφραστη όσο ξέρω, εκδόθηκε το 2016. Μήπως λοιπόν αυτή ακριβώς είναι που κάνει τους φορείς και τους εκδότες της Ελλάδας να σκέφτονται πως είναι νωρίς για μια καινούρια σύνθεση;

 

*

Ο ίδιος ο Mario Vitti, τώρα. Δεν θα πω πολλά, συναντηθήκαμε λίγες φορές, και ιδίως στα ύστερά του χρόνια. Ένα πλάσμα αεικίνητο, ώς τα ενενηντατόσα του, είτε μέσα στο σπίτι του είτε στην αίθουσα, είτε στην Ύδρα, είτε στο εξοχικό του, λίγο παραέξω από το Βιτέρμπο, μια μεσαιωνική πολιτεία, πανέμορφη, που στο πανεπιστήμιό της δίδασκε τα τελευταία χρόνια, πριν πάρει σύνταξη. Σύνταξη βέβαια, μονάχα από τη διδασκαλία, γιατι ο Mario Vitti σίγουρα θα δούλευε ώς την έσχατη στιγμή. Σωστά άραγε έχω κάπου διαβάσει πως το αρχείο του πέρασε στο πανεπιστήμιο του Prinseton; Όσο έψαξα στο διαδίκτυο δεν βρήκα τίποτε σχετικό· πάντως το πλουσιότατο φωτογραφικό του αρχείο είναι εδώ κοντά μας, στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, και θ’ ακούσουμε γι’ αυτό. Συνεχίζω· δεν ήταν μόνο το κορμί του αεικίνητο, ήταν κι ο ίδιος, έτρεχε από ’δώ, έτρεχε από ’κεί, στην Ελλάδα, την Ιταλία την Ευρώπη, την Αμερική. Κι έτρεχε και τ’ αυτοκίνητό του· το πατούσε ο αφιλότιμος, κι όταν τού ’λεγες, «Ε, δεν βιαζόμαστε», απαντούσε γελαστά –και πονηρά, βέβαια–, «Μα κανονικά πάμε, δεν τρέχουμε».

Τη ζωή του τη χαιρόταν. Όχι μόνο για να ερευνά ασταμάτητα και για να γράφει, μα και να τη ζει στα καθημερινά της. Στα πενηντάχρονα του γάμου τους, ο Μάριο κι η Αλεξάντρα κάλεσαν ένα σωρό φίλους στην Ύδρα, τους φιλοξένησαν μέρες, τους καλοτάισαν. Το ότι ήταν καλοφαγάς φαίνεται σε πολλά σημεία και στο «Αυτοβιογραφικό» του αφήγημα, το γραμμένο όταν άρχιζε να πατάει τα ογδόντα, το τόσο κεφάτο, γελαστό, όπου μας κλείνει συνεχώς πονηρά το μάτι – μη με παίρνετε και τόσο στα σοβαρά, αλλά και δεν πέρασα δα κι ανώφελα από τη Γη σας.

 

Έχοντας διατρέξει ξανά, σε σχετικά μικρά διάστημα αρκετές από τις συνθετικές μελέτες του για τις ανάγκες της σημερινής παρουσίασης πρόσεξα και κάτι που μπορεί να το είχα διαισθανθεί αόριστα, αλλά τώρα έγινε χειροπιαστό: την απίστευτη παρατηρητικότητά του. Διακρίνει και επισημαίνει χωρία από κείμενα που τα έχουν διατρέξει και ξαναδιατρέξει ειδικευμένοι μελετητές, χωρίς να τα έχουν αξιοποιήσει. Ζητώ βέβαια την επιείκειά σας αν το συγκεκριμένο παράδειγμα το έχουν παρατηρήσει κι άλλοι, εμένα αυτός μου το επισήμανε: πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα του Παπαδιαμάντη το 1907 για τη γλώσσα: «Όταν ήμην παιδίον μία γραία μητέρα μοι υπηγόρευε […] γράμμα εις τον σύζυγον της εγγονής της, όστις εταξίδευε […]. –Γράψε, είπεν η γριά Φραγκούλαινα, το Αργυρώ είναι γκαστρωμένη τριών μηνών. Εγώ έγραψα: “το Αργυρώ είναι γκαστρωμένη”. Όταν όμως απήτησε να της ξαναδιαβάσω, πριν το κλείσω, όλον το γράμμα, τότε έκαμε παρατήρησιν: –Μη γράφεις “γκαστρωμένη”, είπεν, δεν το γράφουν έτσι. –Πώς να το γράψω; –Γράψε είναι παραβαρεμένη. Εγώ έσβησα το “γκαστρωμένη”, κι έγραψα. “το Αργυρώ είναι παραβαρεμένη…”. || Το μάθημα υπήρξεν λίαν διδακτικόν. Καίτοι αγράμματη, η γραία μ’ εδίδαξεν ότι εις την ελληνικήν γλώσσαν άλλως νοούμε, άλλως ομιλούμεν και άλλως γράφωμεν. || Ίσως το ενδόμυχον ελατήριον της αρχαϊκής γραίας ήτο μία λεπτοφυεστάτη ανάγκη ευφημισμού»[9].

Δεν νομίζω να ενοχλούσε τον Mario Vitti που τέλειωσα με Παπαδιαμάντη.

[1] Mario Vitti, Γραφείο με θέα, άρθρα και ομιλίες, εργογραφία με αυτοβιογραφικά σχόλια, Αθήνα 2006, 250-252 και 266-268 η επανέκδοση του 1966. Έχει ενδιαφέρον ότι την ίδια ακριβώς χρονιά της πρώτης κυκλοφορίας, ο σχεδόν τριάντα χρόνια μεγαλύτερός του Bruno Lavagnini είχε εκδώσει στην Αθήνα έναν παρόμοιο δίγλωσσο τόμο, Arodafnusa. 32 Poeti Neogreci (1880-1940), όπου όμως δεν περιλαμβάνεται κανένας ποιητής της γενιάς του Τριάντα. Ο Vitti πάντως παρουσίασε την Arodafnusa στο ιταλικό κοινό την επόμενη χρονιά.

[2] Αυτοβιογραφικό σχόλιο, Γραφείο με θέα…, ό.π., 324.

[3] Mario Vitti, Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Αθήνα 1974, 25, 49 και 84· 3Αθήνα 1990, 31-32, 56 και 95· η αγόρευση είναι ορατή από τον δικτυακό τόπο «Ανέμη».

[4] Mario Vitti, Η Γενιά του Τριάντα, Αθήνα 1977, 115-116· 3Αθήνα 1995, 114-115. Σημειώνω εδώ ότι δεν μπόρεσα να δω τη επανέκδοση του 2005, όπου ο πρόλογος του 1995 αντικαταστάθηκε μ’ έναν καινούριο.

[5] Ό.π., Αθήνα 1977, 260-261· 3Αθήνα 1995, 245.

[6] Ό.π., Αθήνα 1977, 268· 3Αθήνα 1995, 252.

[7] Γραφείο με θέα…, ό.π., 325.

[8] Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα 2003, 90.

[9] Ιδεολογική λειτουργία, ό.π., 73-73· για το χωρίο παραπέμπω στο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, Ε΄, Αθήνα 1988, 295·296.

 

(*) Εισαγωγικό στο συνέδριο για τον Μάριο Βίττι

Προηγούμενο άρθροΈφυγε από τη ζωή ο κλασικός φιλόλογος Νικόλαος Μ. Σκουτερόπουλος
Επόμενο άρθροΟ διάβολος δεν υπάρχει, του Χαμαγκούτσι (κινηματογραφική κριτική του Θόδωρου Σούμα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ