Μario Vitti: ένας κοσμοπολίτης γεφυροποιός δύο λογοτεχνιών (του Ευριπίδη Γαραντούδη)

0
1053

του Ευριπίδη Γαραντούδη (*)

 

Ο Mario Vitti μου ήταν βιβλιογραφικά γνωστός ήδη στη διάρκεια των σπουδών μου, τις χρονιές 1982-1986, στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κυρίως λόγω της μεταφρασμένης στην ελληνική γλώσσα Ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τότε είχα την ευκαιρία να τον δω πρώτη φορά και να τον ακούσω να δίνει διάλεξη σ’ ένα μεγάλο κατάμεστο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής Σχολής. Έμεινα εντυπωσιασμένος, όπως κι όλοι σχεδόν οι τότε συμφοιτητές και συμφοιτήτριές μου, όχι μόνο από την επικοινωνιακή του χάρη –ήταν πνευματώδης, χαμογελαστός, αεικίνητος και αφοπλιστικά οικείος, σε αντίθεση, σκέφτομαι εκ των υστέρων, με αρκετούς καθηγητές εκείνου του καλού και δημοκρατικού Πανεπιστημίου– αλλά και από το γεγονός ότι μιλούσε άριστα τα νέα ελληνικά, αυτός, ένας Ιταλός, όπως οι περισσότεροι φοιτητές, όντας αδαείς, πιστεύαμε τότε. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν νέος πτυχιούχος εργαζόμουν στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, κάποια στιγμή, συζητώντας με έγκριτο ιταλό νεοελληνιστή, σχολίασα, ίσως αφελώς, ότι ο Vitti μιλούσε άψογα την ελληνική γλώσσα. Τότε ο ιταλός νεοελληνιστής μου είπε: «Μα γιατί σου κάνει εντύπωση; Ο Vitti δεν είναι Ιταλός, είναι Έλληνας. Όταν θα μάθεις καλά τα ιταλικά, ίσως αντιληφθείς ότι ο Vitti δεν μιλάει πολύ καλά τα ιταλικά». Ανέτρεξα μνημονικά στις δύο αυτές, κάπως ανεκδοτολογικές, μαρτυρίες, επειδή μου φαίνεται ότι προδιέγραφαν, από τη σκοπιά της εμπειρίας, κάτι που έμαθα ωριμάζοντας και μελετώντας το έργο του Vitti: είτε τον θεωρήσουμε ελληνοϊταλό είτε ιταλοέλληνα, ο Vitti αναμφίβολα υπήρξε και παραμένει ένας κοσμοπολίτης του πνεύματος και της επιστήμης που λειτούργησε ως γεφυροποιός, όπως έγραψε ο Κ.Θ. Δημαράς για τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ανάμεσα σε δύο λογοτεχνίες και γενικότερα δύο σύγχρονους πολιτισμούς, τον ελληνικό και τον ιταλικό. Στην πορεία του χρόνου, από τη δεκαετία του 1980 και στη συνέχεια, είχα την ευκαιρία να συναντήσω τον Vitti και ως έναν βαθμό να τον συναναστραφώ σε διάφορες περιστάσεις, ακαδημαϊκές κυρίως, όπως τα συνέδρια. Πάντα μου έκανε πολύ θετική εντύπωση η ανθρώπινη ευγένειά του, σε συνδυασμό με την παρρησία του και το ακαταμάχητο χιούμορ του, συχνά με τη μορφή του αυτοσαρκασμού. Σε ένα συνέδριο στο Ρέθυμνο, το 2011, πριν σχεδόν 10 χρόνια, μου πρότεινε να αναλάβω την επιμέλεια ενός βιβλίου όπου θα αποτυπωνόταν η κριτική πρόσληψη της Ιστορίας του της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δέχτηκα με χαρά. Φυσικά το μεγαλύτερο μέρος του υλικού θα μου το παραχωρούσε ο ίδιος από το αρχείο του. Λυπάμαι που εκείνο το όμορφο σχέδιο ναυάγησε, εξαιτίας της άρνησης κάποιου εκδοτικού φορέα να καλύψει τα έξοδα παραγωγής του βιβλίου.

Ο κοσμοπολιτισμός ενός επιστήμονα, εκτός από ιδεολογική αποδοχή της οικουμενικότητας και της ισότητας των ανθρώπων, σημαίνει και την ηθική στάση που ελέγχει τη σχέση του με το γνωστικό πεδίο του∙ αυτή η στάση δεν μπορεί παρά να είναι η δίχως προκαταλήψεις και στεγανά θεώρηση τόσο των απόψεων των άλλων όσο και των δικών του. Πιστεύω ότι στην περίπτωση του Vitti η ηθική στάση του κοσμοπολιτισμού του επαληθεύεται από το γεγονός ότι λειτούργησε, από το 1946 μέχρι σήμερα, ως ένας κριτικός λογοτεχνίας, μεταφραστής, νεοελληνιστής και ιστορικός λογοτεχνίας που ιστορείται ο ίδιος· κάνει, με άλλα λόγια, τις κατά καιρούς εργασίες και απόψεις του αντικείμενο προσεκτικής εξέτασης, κρίσης και αναθεώρησης. Κι αυτή η στάση φανερώνει την ευρύτητα του πνεύματος η οποία σταθερά διέκρινε τον Vitti. Αυτή η στάση ισχύει για το σύνολο του φιλολογικού και κριτικού έργου του, αλλά θα έλεγα ότι κορυφώνεται στις Ιστορίες του της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μάλιστα ο Vitti είναι ο μοναδικός ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας που συστηματικά ξαναέγραψε και αναθεώρησε την Ιστορία του, σε τέτοιο βαθμό ώστε ουσιαστικά να μιλούμε για δύο Ιστορίες του.

Είναι πλέον κοινά παραδεκτό ότι η πρώτη εκδοχή της Iστορίας του Vitti (τόσο η ιταλική έκδοση, το 1971, όσο και η ελληνική μετάφρασή της, το 1978) συνέβαλε καίρια στην πρόοδο του κλάδου της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, λόγω των πρωτοποριακών για την εποχή της απόψεων και επιλογών της. Έχει σημασία να ανακαλέσουμε σήμερα πώς αποτίμησε ο ίδιος ο Vitti από την απόσταση σχεδόν 35 χρόνων, στο κείμενό του «Αυτοβιογραφικό σχόλιο στην εργογραφία», γραμμένο το 2005, την πρώτη εκδοχή της Ιστορίας του. Ανατρέχοντας στον χρόνο της γραφής της, τις χρονιές 1968 και 1969, συνέδεσε την Ιστορία του ευθέως με την «παραχάραξη της ελληνικής πραγματικότητας» από το τότε δικτατορικό καθεστώς και την αποτίμησε ως μια πράξη με ιδεολογικοπολιτική στόχευση: «Ένιωσα να ωριμάζει μέσα μου», γράφει, «η πρόθεση να δώσω μια πιο γνήσια ερμηνεία της Ελλάδας». Αν αυτό ήταν το επίκαιρο κίνητρο του μαχητικού ιδεολόγου, του αριστερού, σε μια εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν αυτή η έννοια εξακολουθούσε να έχει σημασία και ως επιλογή να επιφέρει συνέπειες, ως επί το πλείστον αρνητικές, ποια ήταν η πρόθεση του επιστήμονα νεοελληνιστή, με πρόδηλο σημείο αναφοράς και σύγκρισης τις προηγούμενες Ιστορίες, εκείνες του Κ.Θ. Δημαρά (1948-1949) και του Λίνου Πολίτη (1968, η συνοπτική μορφή, και 1978, η οριστική ανεπτυγμένη μορφή); Ο Vitti, λοιπόν, αποτίμησε ευθέως και με παρρησία τη σημασία της Ιστορίας του σε σύγκριση με εκείνες των Δημαρά και Πολίτη: «Στην εισαγωγή της Ιστορίας εκτίνω την οφειλή μου στον Δημαρά και τον Λίνο Πολίτη αναγνωρίζοντας το ρόλο της διδαχής τους, αλλά ταυτόχρονα διεκδικώ την ανεξαρτησία των αντιλήψεών μου. Όταν είχα πληροφορήσει τον Δημαρά, κομπιάζοντας, ότι γράφω μια ιστορία, μου είχε πει σκωπτικά το εξής νόστιμο: “Αρκεί να τη γράψετε με τα δικά σας λόγια”. Αυτό πίστευα ότι το είχα κατορθώσει· ότι δηλαδή η δική μου ιστορία είναι της δικής μου μεταπολεμικής γενιάς και κάθε άλλο παρά επανάληψη των γνωστών πραγμάτων, κι ακόμα λιγότερο μίμηση ενός αποκυήματος της γενιάς του Είκοσι, όπως είναι στην πραγματικότητα η ιστορία του Δημαρά. Ο Πολίτης πάλι, που τον θεωρούσα δάσκαλό μου, πήρε άσχημα την τόλμη μου, προπαντός επειδή έβαζα την κρητική λογοτεχνία κάτω από την ομπρέλα του μπαρόκ».

Η αντίθεση του Vitti με τους προηγούμενους ιστορικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι αξεδιάλυτα μεθοδολογική και ιδεολογική. Αναμφίβολα η όψιμη κρίση του, του 2005, μαρτυρεί τη σταθερή πεποίθησή του ότι η όποια απόπειρα να αρθρώσει κάποιος σ’ ένα συνθετικό αφήγημα τη λογοτεχνική ιστορία δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει μέσα σ’ ένα πεδίο κριτικής αναθεώρησης ή και αντιπαράθεσης. Πόσο δεκτική ήταν η κοινότητα της νεοελληνικής φιλολογίας σε μια τέτοια αναθεώρηση; Ο Vitti δεν μάσησε τα λόγια του, και πολύ καλά έκανε, όταν σχολίασε χαρακτηριστικά, το 2005, την αρχική αρνητική δεξίωση της ιταλόγλωσσης Ιστορίας του από το ελληνικό ακαδημαϊκό περιβάλλον: «Έναν καλό λόγο, σχετικά, που θυμάμαι για την Ιστορία, ίσως γιατί ήταν και ο μοναδικός από ελληνικής πλευράς όταν πρωτοβγήκε το βιβλίο, είναι αυτός που άκουσα από τον Νίκο Παναγιωτάκη. Είχαμε καθίσει δίπλα δίπλα, στα καθίσματα λεωφορείου κατά τη διάρκεια ενός από τα πρώτα κρητολογικά συνέδρια. “Είναι ρηξικέλευθο”, είπε για το βιβλίο μου σκύβοντας προς εμένα».

Ωστόσο, παρά την αρχική αγνόηση της Ιστορίας του από τους έλληνες συναδέλφους ή μάλλον και εξαιτίας της, ο Vitti ως ιστορικός της λογοτεχνίας επέλεξε τη στάση να ιστορείται, ενημερώνοντας και αλλάζοντας σε αρκετά σημεία την ελληνική μετάφραση του 1978 στη δεύτερη έκδοσή της το 1987, ενώ συνέχιζε να αντιμετωπίζει την ίδια εποχή την επιφύλαξη από το ελληνικό ακαδημαϊκό περιβάλλον, με εξαίρεση τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου και εκείνην του Πανεπιστημίου Κρήτης. Αλλά η δραστική αναθεώρηση της Ιστορίας ήρθε σχεδόν 15 χρόνια αργότερα, αρχικά με την έκδοση της νέας ιταλόγλωσσης Storia della letteratura neogreca, το 2001 στη Ρώμη, και δύο χρόνια μετά, το 2003, με την κυκλοφορία της ελληνικής εκδοχής της στην Αθήνα, όχι μετάφρασης, αφού το ιταλικό κείμενο αποδόθηκε στην ελληνική έκδοση αναμορφωμένο από τον ίδιο τον Vitti.

Η νέα μορφή της Ιστορίας, συγκρινόμενη με την παλιά, μαρτυρεί αφενός την ωρίμανση της ιστορικογραμματολογικής ματιάς του συγγραφέα της, αφετέρου τη θεαματική ανάπτυξη της νεοελληνικής φιλολογίας στη μεταπολίτευση. Ίσως αυτό είναι και το σημαντικότερο, ότι η νέα μορφή συνιστά έργο ενός νεοελληνιστή όχι μόνο της μεταπολεμικής γενιάς αλλά και της μεταπολιτευτικής συνέχειάς της. Η κατανομή της ύλης της Ιστορίας ευνοεί ολοφάνερα, κι ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι στην παλιά μορφή, τη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, κυρίως εκείνη του 20ού αιώνα, ενώ η κατάτμηση της λογοτεχνικής ιστορίας σε περιόδους-κεφάλαια και η επιλογή λογοτεχνών και έργων βασίζονται, όπως και στην παλαιότερη μορφή της Iστορίας, στην επισήμανση των ιδεολογικών τάσεων κάθε εποχής, καθώς και της στάσης συγγραφέων και έργων ως προς τις εκάστοτε πολιτικοκοινωνικές συνθήκες. Mε βάση αυτό το γενικό μεθοδολογικό σχήμα, πριμοδοτούνται συγγραφείς που κρίνονται αντιπροσωπευτικοί και πρωτοπόροι/καινοτόμοι σε σχέση με τις αισθητικές τάσεις και τις ιδεολογικές ζυμώσεις της νεοελληνικής κοινωνίας κάθε εποχής.

Στο σύνολο της νέας μορφής της Iστορίας διαπιστώνεται η ριζική αναδιάρθρωση και η μερική αναθεώρηση της ύλης της παλαιότερης εκδοχής της, όπως επιβαλλόταν από την υψηλή ποσότητα και ποιότητα της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής της τριακονταετίας που μεσολάβησε. Σε σύγκριση, όμως, με την παλιά μορφή της Iστορίας διαπιστώνεται μια καίρια ποιοτική διαφορά: ο Vitti, αξιοποιώντας τη μακρά ερευνητική πείρα του, όπως, προφανώς, και τις χρήσιμες υποδείξεις της κριτικής για την παλιά μορφή της Iστορίας του, πυκνώνει τη νέα μορφή με παρατηρήσεις ενδοκειμενικού χαρακτήρα, αναφερόμενες στη μορφή και στην τεχνοτροπία των λογοτεχνικών έργων, και εμπλουτίζει σε μεγάλο βαθμό τις σημειώσεις των κεφαλαίων· με άλλα λόγια, εστιάζει, με πιο ισορροπημένο πλέον τρόπο, τόσο στα κείμενα όσο και στο ιδεολογικό πλαίσιό τους. Ως συνέπεια, ο έντονα δοκιμιακός χαρακτήρας ορισμένων μερών της παλαιότερης Iστορίας του αμβλύνθηκε αισθητά, ενώ οι καθαρά υποκειμενικές κρίσεις παραχώρησαν τη θέση τους σε πιο νηφάλιες και περισσότερο αιτιολογημένες θεωρήσεις. H σημαντική πύκνωση επίσης των σημειώσεων, που στη μεγάλη πλειονότητά τους παραπέμπουν στη φιλολογική βιβλιογραφία των προηγούμενων τριών δεκαετιών, μαρτυρεί αφενός την ερευνητική εγρήγορση του Vitti, αφετέρου την πρόθεσή του να διαλεχθεί με τα εντελώς πρόσφατα (από τη σκοπιά των αρχών της δεκαετίας του 2000) πορίσματα ή υποθέσεις εργασίας της νεοελληνικής φιλολογικής επιστήμης, κάνοντας μάλιστα επιμέρους εύστοχες παρατηρήσεις και γόνιμες προτάσεις έρευνας. Mέσω των σημειώσεων, ο Vitti διαλέγεται με τρεις γενιές νεοελληνιστών, πριμοδοτεί όμως φανερά την ηλικιακά νεότερή του γενιά που συνθηματικά θα αποκαλούσαμε “γενιά των σαραντάρηδων” (τώρα πλέον πενηντάρηδων και άνω). Ιδιαίτερη σημασία έχει το τελευταίο κεφάλαιο της νέας εκδοχής της Iστορίας, με τον τίτλο «Ένα τέλος για ένα σύντομο αιώνα», επειδή αναφέρεται στην ελληνική λογοτεχνία από τη μεταπολίτευση και εξής. Σκέφτομαι ότι παρά τις αδυναμίες αυτού του κεφαλαίου, ευεξήγητες και δικαιολογήσιμες, αφού το κριτικοφιλολογικό κενό στη μελέτη της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής παραμένει αρκετά μεγάλο, αυτό το κεφάλαιο μπορεί να λειτουργήσει ως κριτήριο επαίνου του Vitti, ακριβώς επειδή ως ιστορικός της λογοτεχνίας τόλμησε να μηδενίσει την απόσταση ανάμεσα στον ιστορικό και το αντικείμενο της ιστόρησής του. Θεωρημένη από τη σκοπιά της σχέσης ανάμεσα στον παλαιότερο και τους νεότερους μελετητές, η νέα εκδοχή της Ιστορίας λειτούργησε ως μια αμφίδρομη αναγνώριση οφειλής, τόσο του Vitti προς τους νεότερους μελετητές, όσο και των νεότερων μελετητών προς τον Vitti: η επιστήμη προωθείται αναθεωρώντας το παρελθόν της. Τέλος, και για τις δύο εκδοχές της Ιστορίας του ισχύει η διαπίστωση ότι η μέθοδος του Vitti συγκροτήθηκε μέσα από μια συνδυαστική λογική όπου η ιστορία της λογοτεχνίας σταθμίζει τη σχέση της με τη γενική ιστορία, τη συγκριτική γραμματολογία, την κοινωνιολογία της λογοτεχνίας, αλλά και την κριτική των λογοτεχνικών κειμένων ως μνημειακών έργων.

Πέρα από τις Ιστορίες του, το υπόλοιπο έργο του Vitti στο πεδίο της νεοελληνικής φιλολογίας κρίνεται εντυπωσιακό ως προς την εμβέλεια και τη διασπορά των αντικειμένων του και πολύ ανθεκτικό μέσα στον χρόνο ως προς την εγκυρότητα των ερμηνευτικών και εκδοτικών προτάσεών του. Σκέφτομαι πόσο γόνιμο εξακολουθεί να είναι το βιβλίο Η γενιά του Τριάντα. Ιδεολογία και μορφή (1977), παρά την τόσο συστηματική ενασχόλησή μας με τη γενιά του 1930. Ο Vitti υπήρξε και παραμένει ένας ακαταπόνητος κριτικός, φιλολογικός εκδότης και μελετητής ίσως επειδή η σχέση του με τα πολυποίκιλα αντικείμενά του φαίνεται να υπαγορεύτηκε πολύ λιγότερο από τη θεμιτή φιλοδοξία της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας και πολύ περισσότερο από τη σταθερή αγάπη για τη λογοτεχνία. Μια τέτοια άποψη νομίζω ότι υποστηρίζεται, αν ανατρέξουμε, εδώ κατ’ ανάγκην εν συντομία, στη συγγραφική πορεία του Vitti μέσα στον χρόνο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μπορούμε να συγκεντρώσουμε και να ανασυνθέσουμε με βάση την εργογραφία του, έτσι όπως καταγράφηκε από την Αμαλία Κολώνια, με γνώμονα το αρχείο του, στο βιβλίο Γραφείο με θέα (2006), και χάρη στο κείμενό του «Αυτοβιογραφικό σχόλιο στην εργογραφία» στο ίδιο βιβλίο, διαπιστώνουμε ότι η συγγραφική δραστηριότητά του από τη στιγμή που εμφανίστηκε (1946) μέχρι την έναρξη της δικτατορίας (1967) συγκροτεί την εικόνα ενός ιταλόγλωσσου κριτικού και μεταφραστή με ενδιαφέρον για τη σύγχρονή του ιταλική και γαλλική λογοτεχνία και, επίσης, για την ελληνική λογοτεχνία και, συν τω χρόνω, για τις νεοελληνικές φιλολογικές σπουδές. Συγκεκριμένα, στο σύνολο των 188 πάσης φύσεως δημοσιευμάτων αυτής της περιόδου – ανάμεσά τους υπάρχουν αρκετές μεταφράσεις τόσο ιταλών ποιητών στα ελληνικά όσο και ελλήνων ποιητών στα ιταλικά, τα γραμμένα στην ιταλική γλώσσα δημοσιεύματα είναι 156 (σ’ αυτά περιλαμβάνω και ελάχιστα δημοσιεύματα στη γαλλική και τη γερμανική γλώσσα, που προέρχονται από μεταφράσεις κειμένων γραμμένων στα ιταλικά), ενώ τα γραμμένα στην ελληνική γλώσσα δημοσιεύματα είναι μόλις 32 (μεταξύ τους ξεχωρίζουν, στο διάστημα από το 1960 και εξής, τα αναφερόμενα στον Ανδρέα Κάλβο). Στο αρκετά ευρύ σύνολο θεμάτων γύρω από την ελληνική λογοτεχνία, αρχικά την πεζογραφία και την ποίηση του 20ού αιώνα και, στη συνέχεια, την ποίηση του 19ου αιώνα (ιδίως τον Κάλβο) και το δημοτικό τραγούδι, ξεχωρίζει η επιλογή μεταφράσεων από την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, το 1952, επιλογή πολλαπλά τολμηρή, με βασικό κριτήριο τον πρώιμο χρόνο της εκδήλωσής της. Η Storia della letteratura neogreca (1971) λειτούργησε ως ορόσημο στη φιλολογική πορεία του Vitti, όχι μόνο επειδή στερέωσε το αμιγώς φιλολογικό έργο του, αλλά και επειδή αποτέλεσε την αρχή της στροφής του προς το ελληνικό περιβάλλον. Αν την περίοδο 1946-1967 ο Vitti ήταν ένας, κατά κύριο λόγο, ιταλός λογοτεχνικός κριτικός και μεταφραστής με έντονο ενδιαφέρον για τη σύγχρονή του ελληνική λογοτεχνία, τα χρόνια μετά το 1971 έγινε ο, πολύ γνωστός μας στην Ελλάδα, ελληνοϊταλός νεοελληνιστής. Συγκεκριμένα, στο διάστημα από το 1969 μέχρι το 2005 ο Vitti δημοσίευσε 173 ποικίλης έκτασης δημοσιεύματα. Από αυτά τα 36 είναι στην ιταλική γλώσσα, άλλα 10 σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (τέσσερα στα αγγλικά, τέσσερα στα γαλλικά, ένα στα γερμανικά κι ένα στα ρωσικά), ενώ η μεγάλη πλειονότητά τους, τα 127, είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα. Μάλιστα στον αριθμό των 36 δημοσιευμάτων στην ιταλική γλώσσα περιλαμβάνονται και τα αρκετά βιβλία όπου ο Vitti μεταφράζει στα ιταλικά έλληνες ποιητές, όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Από την άλλη πλευρά, στα γραμμένα στην ελληνική γλώσσα δημοσιεύματα περιλαμβάνονται όλα τα φιλολογικά βιβλία του Vitti, εκδεδομένα στην Αθήνα, εκτός από τη δεύτερη μορφή της Storia della letteratura neogreca (2001). Επίσης η μεγάλη πλειονότητα των 127 ελληνόγλωσσων γραπτών του Vitti δημοσιεύτηκαν σε ελληνικά έντυπα. Ενδεικτική και μάλλον υποστηρικτική της στροφής του από το ιταλικό στο ελληνικό περιβάλλον ήταν και η συνεργασία του, από το 1972 και εξής, με αθηναϊκές εφημερίδες, ιδίως Το Βήμα, όπου δημοσίευσε φιλολογικές επιφυλλίδες και μερικές βιβλιοκρισίες.

Ύστερα, λοιπόν, από την έκδοση της πρώτης Storia della letteratura neogreca ο Vitti γράφει κυρίως στην ελληνική γλώσσα, ειδικεύεται ολοένα και περισσότερο στη μελέτη της ελληνικής λογοτεχνίας και η σύνδεση του με το ελληνικό πεδίο αναφοράς (την πανεπιστημιακή φιλολογική κοινότητα, τους εκδοτικούς οίκους, τις εφημερίδες και τα περιοδικά) γίνεται πολύ στενότερη. Ο Vitti, λοιπόν, σταδιοδρόμησε ακαδημαϊκά στην Ιταλία, αλλά έστρεψε την προσοχή του στην Ελλάδα, πολύ περισσότερο από τους σύγχρονούς του ιταλούς νεοελληνιστές. Στην αρχή, πάντως, αυτής της στροφής αξιοποίησε τη Storia του ως εργαλείο προβολής και προώθησης της ελληνικής λογοτεχνίας στην Ευρώπη, μέσω της μετάφρασής της στη γερμανική γλώσσα το 1972. Στη συνέχεια, και ιδίως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η εξωστρέφειά του φανερώθηκε σταθερά και πολλαπλά, με σταθερό ορίζοντα εκδήλωσης την Ελλάδα.

Ο Mario Vitti υπήρξε αναμφισβήτητα μία από τις σημαντικότερες μορφές της ανανέωσης της νεοελληνικής φιλολογίας τη μεταπολεμική εποχή και στα χρόνια της  μεταπολίτευσης. Πλευρές του έργου του μας επιτρέπουν να τον χαρακτηρίσουμε πρωτοπόρο. Πάντως, αν κάτι τον διακρίνει από άλλες αναγνωρισμένες ως σημαντικές φυσιογνωμίες του ίδιου επιστημονικού πεδίου την ίδια μακρά περίοδο, νομίζω ότι είναι ο κοσμοπολιτισμός του για τον οποίο μίλησα στην αρχή αυτής της ομιλίας. Απόδειξη του κοσμοπολιτισμού του ήταν το γεγονός ότι ο Vitti ανέπτυξε φιλική σχέση με τρεις νομπελίστες ποιητές, τον Ιταλό Σαλβατόρε Κουαζίμοντο και τους Έλληνες Γιώργο Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη. Αν είχε τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ και ο Τζιουζέπε Ουνγκαρέττι τότε θα ήταν τέσσερις. Ποιος άλλος νεοελληνιστής φημίζεται για τόσες και τέτοιες γνωριμίες; Μάλιστα ο Vitti ενέπνεε τόση εμπιστοσύνη στους έλληνες και ιταλούς λογοτέχνες που γνώριζε, ώστε αυτοί του επέτρεπαν να ασκεί μία από τις αγαπημένες ασχολίες του, να τους φωτογραφίζει. Χάρη σε αυτή τη συνήθειά του, αποκτήσαμε μία από τις καλύτερες φωτογραφικές συλλογές ελλήνων και ιταλών λογοτεχνών. Η ποιότητα του έργου του, συνδυασμένη με τον κοσμοπολιτισμό του, μας επιτρέπουν να πούμε ότι ο Mario Vitti είναι ο τελευταίος μιας εποχής. Αλλά εξακολουθεί να είναι αειθαλής και ακατάβλητος. Ας του ευχηθούμε, λοιπόν, ολόψυχα υγεία και μακροζωΐα και ας του στείλουμε τις πιο εγκάρδιες ευχές και ευχαριστίες μας.

 

(*) Ομιλία στην τελετή για τον Μάριο Βίτι που οργάνωσε ο Δήμος Ύδρας. Εγκαινιάστηκε η έκθεση «Γραφείο με θέα. Φωτογραφίες 1948 – 1981» του Μάριο Βίττι, ενώ στον ίδιο χώρο θέγινε η  ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη Ύδρας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here