Μαντώ Αραβαντινού: οι ποιητικές διαστάσεις του φύλου (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)

0
560

 

της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη

«Δε βρισκόμαστε ποτέ έξω από την σπηλιά, διαρκώς, βγαίνουμε από αυτήν», έγραψε η Σιμόν Βέιλ. Αυτό τον πλατωνικό, ψηλαφιστό βηματισμό ακολουθεί κι η  ποίηση της Αραβαντινού.

Η Μαντώ Αραβαντινού (1926-1998) εκδίδει το πρώτο της βιβλίο ποίησης το 1962 και παραμένει ενεργή δημιουργός για πάνω από τρεις δεκαετίες. Συνεργάτης του Νάνου Βαλαωρίτη, σταθερή συνομιλήτρια του Δημήτρη Μαρωνίτη, γνώστρια και μεταφράστρια του Τζέιμς Τζόυς και μία από τους πρώτους Έλληνες λογοτέχνες που ενέταξαν την σημειωτική (semiotics) και την ανάλυση της Τζούλια Κρίστεβα σε έργα τους, η Αραβαντινού παραμένει είτε άγνωστη είτε δυσπρόσιτη ως εγκεφαλική και διανοητική συγγραφέας.

Πράγματι, ο πειθαρχημένος, γεωμετρικός της  λόγος , ανεπτυγμένος με την δομή ενός θεωρήματος, για να θυμηθούμε τον Ρίλκε, «καρδιοχτυπά με το κεφάλι». Σημεία, κύκλοι, ευθείες, παράλληλοι, σχήματα είναι τα μέσα με τα οποία η Αραβαντινού χτίζει το ποιητικό της αρχιτεκτόνημα.

Πολύ κατατοπιστική για την ποιητική της Αραβαντινού είναι η εισαγωγή που υπογράφει στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της, ο Νάνος Βαλαωρίτης. Το βιβλίο αυτό, «Γραφές Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ» (Εκδ. Μαραθιά 1998), ήταν προφανώς και το πρώτο βήμα στην δική μου αναζήτηση.

Με αφορμή την πρόσκληση που δέχθηκα από το «Με τα λόγια [γίνεται]» και τον Παναγιώτη Ιωαννίδη, για να συμμετέχω μαζί με άλλες έντεκα σύγχρονες Ελληνίδες ποιήτριες στην διαδικτυακή εκδήλωση «4Μ» τον Οκτώβρη που μας πέρασε, όπου κληθήκαμε να μιλήσουμε για τις Μέλπω Αξιώτη, Μαρία Πολυδούρη, Μάτση Χατζηλαζάρου και Μαντώ Αραβαντινού συνδυαστικά, επιλέγοντας τουλάχιστον δύο από τις τέσσερις αυτές ποιήτριες, σε μία προσπάθεια αναψηλάφησης του ποιητικού μας κανόνα [1], είχα την ευκαιρία κι  έναν ακόμη λόγο να ασχοληθώ με μεγαλύτερη επιμέλεια  με το έργο της Αραβαντινού.

Όπως αποδείχθηκε, οι περισσότερες συμμετέχουσες στα ποιητικά ζεύγη που δημιουργήσαμε επιλέξαμε την Μαντώ Αραβαντινού. Αυτή η πλειοψηφική προτίμηση θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως ένας δείκτης τάσεων και νέων αναζητήσεων μίας και το έργο της Αραβαντινού δεν είχε τεθεί σε ευρεία συζήτηση και επανεξέταση προσφάτως.

Θα θεωρήσω το κείμενο αυτό ένα οφειλόμενο encore της πρώτης μου προσέγγισης στο «4Μ»,  όπου πλησίασα την Αραβαντινού αντιθετικά αλλά και συμπληρωματικά ως προς την Μάτση Χατζηλαζάρου.

Στην σύντομη τοποθέτησή μου στην εκδήλωση, μεταξύ άλλων υποστήριξα πως «αν η Αραβαντινού είναι ο οφθαλμός που συνεχώς παρατηρεί, η Χατζηλαζάρου είναι η φλέβα που πάλλεται. Όπου η Χατζηλαζάρου είναι η αδάμαστη μεταβλητή, η Αραβαντινού είναι η λύση μίας λαμπρής εξίσωσης. Κι όπου η Χατζηλαζάρου γεννά αισθαντικότητα, η Αραβαντινού διατηρεί την αυτοτέλεια των αισθήσεων.

Με τις δύο τους μαζί να δημιουργούν μία παράλληλη – αν όχι συμπληρωματική – ποιητική πραγματικότητα που νιώθει και σκέφτεται σε διαφορετικές θερμοκρασίες. Με την παρορμητική Χατζηλαζάρου θερμό σημείο της εκκινούμενης επιθυμίας και την διανοητική Αραβαντινού σημείο ψυχρό μίας επιθυμίας ακυρωμένης, εκφυλισμένης σε μνήμη».

Η μνήμη, σκέφτομαι,  με όρους καρυωτακικής στιχοποιίας  θα μπορούσε να είναι η «βασίλισσα λέξη του [ποιητικού] κόσμου» της Αραβαντινού. Είναι άλλωστε μία έννοια- κλειδί στις αναλύσεις του έργου της. Επιλέγω, όμως, εδώ για το HerStory, κάτι ελαφρώς διαφορετικό. Θα σταθώ στη χωρική διάσταση της μνήμης και τις έμφυλες αποτυπώσεις της.

Μία έμφυλη χωρική προσέγγιση σε ένα ακαδημαϊκό πλαίσιο, θα αφορούσε τη σημασία που έχει το φύλο για το σχεδιασμό, τη διαμόρφωση και την οργάνωση του αστικού χώρου, και αντιστρόφως  τη σημασία που έχει ο αστικός χώρος για την κατασκευή του φύλου.

Η στερεοτυπική  αναπαράσταση του έμφυλου χώρου είναι το παράδειγμα των «χωριστών σφαιρών». Της κυρίαρχης ανδρική σφαίρας της παραγωγής (πόλη) και την δευτερεύουσα ιδιωτική και γυναικεία σφαίρα της αναπαραγωγής (σπίτι).

Στο έργο του Γάλλου νέο-μαρξιστή φιλοσόφου Henri Lefebvre (1901-1999) διαβάζουμε για το δικαίωμα στην πόλη και τη χωρική δικαιοσύνη στον σχεδιασμό του αστικού χώρου. Για τον Lefebvre, η κοινωνική παραγωγή του χώρου πραγματοποιείται μέσω τριών αλληλεξαρτώμενων διαδικασιών.

Την χωρική πρακτική που αφορά τον υλικό ή λειτουργικό χώρο των καθημερινών πρακτικών, δηλαδή το αντιληπτό, τις αναπαραστάσεις του χώρου, όπου  ο χώρος λειτουργεί ως κωδικοποιημένη γλώσσα, δηλαδή το σχεδιασμένο και τέλος τον χώρο όπως αναπαρίσταται μέσω της βιωμένης καθημερινής εμπειρίας, αυτό που αποκαλεί βιωμένο.

Στην Αραβαντινού εντοπίζω πληθώρα στίχων και αποσπασμάτων ολόκληρων με έντονα στοιχεία έμφυλης χωροθεσίας που θα αντιστοιχίσω ενδεικτικά στις κατηγορίες του χωρητικά αντιληπτού, του σχεδιασμένου και του βιωμένου κατά Lefebvre.

Ακολουθούν αποσπάσματα από το έργο της Αραβαντινού:

Το αντιληπτό

«Ο χώρος ηυξήθη σε έκταση, εγώ όμως έχασα τις αληθινές του διαστάσεις»

«Ο άνδρας κερδίζει σε απόσταση, ματαιοδοξία και έπαρση. Χάνει τα ακριβή μέτρα του κύκλου, καλύπτει όλο τον χώρο, ερωτά, απαντά, απαιτεί, εξηγεί, επανέρχεται στην προηγούμενη λέξη, κατακρίνει, διδάσκει, ειρωνεύεται»

«Ικανοποιημένη, ασφαλής και περίπου ισότιμη, απολαμβάνω την ροζ ευδαιμονία του οίκου και την παχειά μυρωδιά της ώριμης φράουλας […] Οι άνδρες σταυρώνουν τα πόδια, σε μία κίνηση ιδιαιτέρως αβρή που πολύ μου αρέσει».

Γραφή Α΄

Το σχεδιασμένο

 «Τα δοθέντα σημεία καθορίζουν την μνήμη, την ευθεία και μένα»

«Κινούμαι στην εγγεγραμμένη της δοθείσης ευθείας. Κινούμαι μόνον στην κεχαραγμένη της δοθείσης ευθείας. Κινούμαι σε εκ των προτέρων καθορισμένα χρονικά όρια μεταξύ των σημείων της δοθείσας ευθείας. Φορώ τριμμένα λευκά υποδήματα».

Γραφή Α΄

Το βιωμένο

 «(Κατοικούμεν λοιπόν, ο γέρων και σοφός υμνογράφος κι εγώ, στας παρυφάς της ανώνυμης πόλεως). Η ανακοίνωσις του γέροντος ήταν σαφής και καθοριστική: «πρόκειται περί παλιοτάτου συγγράμματος γραφέντος διά αγνώστους λόγους εις την μορφή σπουδής». Ο γέρων επιμένει πως κατέχω, όχι επακριβώς, την ακριβή γραφή των κειμένων, αλλά τη μνήμη της γραφής τους κι αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί αυτό το είχα αποκρύψει: υπήρξα παλαιός κάτοικος της περιοχής, πιθανόν και της πόλεως, αφού και πόλις κάποτε υπήρξε, παλιοτάτη.

 […]Αυτές οι επικλήσεις είναι μόνον περιττές και μας απομακρύνουν από το πρόβλημα της γραφής της Πόλεως, του υπενθυμίζω[…]Φέρομαι επί του ταχυτάτου δικύκλου, δώρον του γέροντος προς εμέ. Επιδίδομαι σε ακροβατικά άλματα, επιδεικνύουσα, όσο γίνεται πιο ψηλά, μπούτια και γάμπες, κινούμαι βολίδα επί του ταχυτάτου δικύκλου, όλο και πιο ταχέως, όλο και πιο ασφαλώς, διασχίζουσα διαγώνιες, καθέτους και παραλλήλους. Ενώ το μυαλό μου απασχολούν οι λαμπρές εξισώσεις»

«…Εξαίφνης, στο κέντρο των υπογείων διαβάσεων, όπου περιφέρομαι επί των πολιτών και νηπίων, εφορμά το ευγενές σώμα της Αγροφυλακής και με τη βοήθεια υποκοπάνων, μαστιγίων και άλλων αμβλέων οργάνων κακοποιούν, ξυλοκοπούν και ενίοτε φονεύουν πολίτες και νήπια[…]

[…]Παρόμοια θέματα είναι συχνά στην πόλιν των εξισώσεων και των υπόγειων διαβάσεων. Όμως τελευταίως συνέβη κάτι περίεργο. Λόγω της συχνούς και καθημερινής χρήσεως αλγεβρικών εξισώσεων οι κάτοικοι εξέχασαν εντελώς την χρήσιν του λόγου.»

Τετράδια της Γραφής Β΄

Η χρήση, πάντως, του ποιητικού λόγου της Αραβαντινού και η ιδιομορφία του φαίνεται πως δεν ξεχάστηκαν. Σε συνέντευξη που δίνει το 1983 η Αραβαντινού στην Νατάσα Χατζηδάκι για το περιοδικό Διαβάζω τ. 81, λέει:

«Φαίνεται πως προσπαθώ να απομονώσω, και να περιγράψω και να καταγράψω ακριβώς τη στιγμή που η ποίηση συντελείται[…] Αυτό είναι το καινούργιο σε μένα. Εάν έχω προσφέρει κάτι καινούργιο στον ποιητικό χώρο είναι αυτό: καταγράφω τη στιγμή που η ποίηση δημιουργείται».

Συνεχίζει αποκαλώντας «ανίδεους Αντιοχείς» όσους την κατατάσσουν στους υπερρεαλιστές και παραδέχεται πως η κλίση της για την γεωμέτρηση του ποιητικού χώρου προέρχεται από τον Ανδρέα Κάλβο, τον οποίο και θεωρεί την πλέον βάσιμη επιρροή της.

Παρόλο που η ποιητική της γεωμετρίας και της χωροθεσίας με τα έμφυλα χαρακτηριστικά φθίνει στα επόμενα βιβλία της Αραβαντινού από την Γραφή Γ΄ και έπειτα, δίνοντας χώρο  σε  μία περισσότερο αναγνωρίσιμη  πολιτική γραφή με αναφορές στον γαλλικό Μάη και την Χούντα, η ιδιάζουσα  φωνή της Αραβαντινού μένει αναλλοίωτη.

Ακριβής στην περιγραφή του Τάκη Σινόπουλου. «Η φωνή της Αραβαντινού, λέει σε κριτική του ο Σινόπουλος, ακούγεται σαν ταινία μαγνητοφώνου στο εσωτερικό ενός άδειου χώρου».

«Είναι η γλώσσα αυτή η δική μου νεόκοπη και σ’ αυτήν θα μιλήσω» έγραψε άλλωστε η ίδια αποφασιστικά. Και η γλώσσα αυτή, η δική της, έμεινε αισθητική εξαίρεση και σημείο διακριτό στον χάρτη του μεταϋπερρεαλιστικού ποιητικού τοπίου στην Ελλάδα.

Ενός τοπίου που διαμορφώθηκε και από γυναίκες δημιουργούς με σημαντικότερες την Μάτση Χατζηλαζάρου, την Ελένη Βακαλό και την Μαντώ Αραβαντινού, με τις δύο τελευταίες να παρουσιάζουν ένα έργο προδρομικό και πειραματικό.

Κλείνω με τις εντυπώσεις της Μαρίας Τσάτσου, όπως δημοσιεύθηκαν το 2003 σε άρθρο της στην εφημερίδα Καθημερινή, όπου κάλυψε μία εκδήλωση-αφιέρωμα της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης για τις πρωτοπόρους  Βακαλό και  Αραβαντινού.

«Όλοι συμφώνησαν, γράφει η Τσάτσου, στο ότι το έργο της Αραβαντινού και της Βακαλό δεν έχουν μελετηθεί αρκετά, μιας και υποσκελίσθηκαν από άνδρες ποιητές σύγχρονούς τους, όπως ο Σαχτούρης, ο Σινόπουλος, ο Παπαδίτσας, ο Κακναβάτος και, άλλοι. Οπερ έδει δείξαι…».

 

————————————-

[1] Το υλικό της εκδήλωσης «4Μ» με την συμβολή  των ποιητριών Φοίβη Γιαννίση, Άννα Γρίβα, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ακριβή Κακλαμάνη, Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Θεώνη Κοτίνη, Δήμητρα Κωτούλα, Παυλίνα Μάρβιν, Γιάννα Μπούκοβα, Ιφιγένεια Ντούμη, Όλγα Παπακώστα και Δανάη Σιώζιου. είναι διαθέσιμο στους  παρακάτω συνδέσμους https://www.facebook.com/me.ta.logia.ginetai/ , https://www.youtube.com/metalogiaginetai, και http://metalogiaginetai.blogspot.com/ .

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here