Μανχάταν, Σελίδες μικρού χρονικού…6, 7 (του Χρήστου Τσιάμη)

0
193
A tourist crosses the 7th Avenue at Times Square on March 13, 2020 in New York City. (Photo by Johannes EISELE / AFP) (Photo by JOHANNES EISELE/AFP via Getty Images)

Χρήστος  Τσιάμης

 

 

VΙ

 

Ενα άσπρο τετράγωνο έξω από τον Κόκκινο Κύκλο

 

Είχα επίγνωση ότι ο κυβερνήτης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, πoυ δεν μου ήταν ποτέ συμπαθής αλλά ανάμεσα στους πρώτους που φάνηκε άξιος των περιστάσεων,

είχα επίγνωση, λέω, ότι είχε ανακηρύξει μια περιοχή πλησίον του σπιτιού μας ως το επίκεντρο, αρχή αρχή, της πανδημίας του κορωνοϊού στην πολιτεία.  Κήρυξαν, λοιπόν, την περιοχή σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, κι έστειλαν την Εθνοφρουρά, άκουσα, για να επιβάλλει μια τάξη, κυρίως έναν περιορισμό στην διακίνηση των κατοίκων.

Η περιοχή, Νιού Ροσέλ, ένα από τα βόρεια προάστεια της πόλης της Νέας Υόρκης,  είπαν ότι υπήρξε το πρώτο μεγάλο ομαδικό κρούσμα του ιού όταν κάποιος εκεί, που μόλις είχε επιστρέψει από το Ισραήλ με τον ϊό, τον μετέδωσε στους δικούς του και, όταν πήγε στη συναγωγή του, μετέδωσε τον ϊό και σε αρκετούς από τους ομοθρήσκους του.  Ετυχε τότε επίσης να διαβάσω, στον ελληνικόν ηλεκτρονικό τύπο, για το πρώτο ομαδικό κρούσμα στην Ελλάδα, στην περιοχή της γενέτειρας μου της Πάτρας, σε μια ομάδα πιστών που είχαν τότε κι αυτοί επισκεφθεί το Ισραήλ για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους.  Με τη σύμπτωση αυτή, είχα αρχίσει να αισθάνομαι μια περίεργη προσωπική σχέση με την κρίση…

Ηξερα την περιοχή της συναγωγής, στο Νιού Ροσέλ, αλλά δεν περνούσα συχνά από εκείνη την περιοχή, δυο τρείς φορές τον χρόνο το πολύ.   Είπα, όμως, ας ρίξω μια ματιά στο διδίκτυο ούτως ή άλλως πρίν πάω στο σπίτι στο προάστειο.  Να πάρω μια ιδέα, να είμαι προετοιμασμένος, μήπως αυτοί οι νέοι περιορισμοί θα αφορούσαν κι εμένα, τις οδικές μου κινήσεις, δηλαδή, στην περιοχή.

Και είδα κάτι που δεν το περίμενα.  Φαίνεται ότι είχαν βάλει την μύτη του διαβήτη στη συναγωγή, επάνω σε έναν γκουγκλοχάρτη, και είχαν γράψει έναν κύκλο, με χρώμα του αίματος κόκκινο βαθύ, που είχε διάμετρο ένα μίλι.  Το μάτι μου άρχισε να περιεργάζεται όλη την περιοχή, να εντοπίζει πρώτα τους μεγάλους δημόσιους δρόμους, λιμνούλες, πάρκα.  Και μετά άρχισε να μυγιάζεται ότι ίσως δεν είμαστε και τόσο μακρυά από το μάτι της θύελλας.  Μεγένθυνα ακόμα περισσότερο τον χάρτη στην οθόνη και, ακολουθώντας τον δρόμο California Road σιγά σιγά μέχρι εκεί που στρίβει και γίνεται ο μεγάλος δρόμος New Rochelle Road, κοντά στη γειτονιά μου , άρχισα να μετρώ τα οικοδομικά τετράγωνα, κάθε τετράγωνο στον χάρτη ένα λευκό διάγραμμα, ώσπου, έκπληκτος, διαπίστωσα ότι το σπίτι μας ήταν μόνο ένα άσπρο τετράγωνο έξω απ’ τον κόκκινο κύκλο που ήταν το επίκεντρο!

Κι όμως, όταν έφτασα εκεί δεν είδα σημεία εκτάκτου ανάγκης, στρατό ή αστυνομία (η αλήθεια είναι ότι ανάμεσα στο σπίτι και στο επίκεντρο δεν υπήρχε απευθείας σύνδεση οδική, λόγω των δημοσίων οδών και δασικών περιοχών).  Είδα μόνο τον φίλο μου τον Χάρλυ, ξαπλωμένον φαρδύ πλατύ στο χορτάρι απέναντι απ’ το σπίτι μου.  Παλιά ερχόταν τρέχοντας να τον χαϊδέψω, ένα πελώριο, πανέμορφο και πανάγαθο Λαμπραντόρ.  Αλλά έχει γεράσει ο καημένος, κι έτσι ξεκίνησα να πάω εγώ προς το μέρος του.  Μα ξαφνικά θυμήθηκα τις οδηγίες περί κοινωνικών αποστάσεων, ακόμα και για τα κατοικίδια (καθώς ακόμα για τον κορωνοϊό ξέρουμε τόσα λίγα…)  Θυμήθηκα επίσης ότι ο Χάρλυ θέλει πάντα παρέα δίπλα του όταν λιάζεται.  Και πράγματι, στη σκιά του ανοιχτού γκαράζ είδα του Χάρλυ το αφεντικό, τον γείτονα μας τον Πωλ, να διαβάζει την εφημερίδα.  Σηκώθηκε ο Πώλ,  έδωσε εκ μέρους μου ένα χάδι στον σκύλο και,  αντικριστά, με το ασφαλές διάστημα της οδού  μεταξύ μας, για κάμποσην ώρα, ανταλλάξαμε πληροφορίες περί του ιού, να δούμε πού θα μας πάει τελικά η τύχη μας.   Γιατί τώρα, όποιες και να ήταν οι πολιτικές πεποιθήσεις μας, είμαστε όλοι μαζί σε αυτόν τον αγώνα.

 

… (Εκτακτο)

  

 

VII

 

 

Ενας Απρίλης σκληρός

 

 

Παρασκευή,  Απρίλη τρείς.  Αυτός ο μήνας μπήκε σκληρός.   Χωρίς να σμίγει μνήμες κι επιθυμίες, όπως τον θέλει ο ποιητής.   Απλώς, είναι ένας μήνας που μαστίζει.

Διακόπτω τον ειρμό στο ιστορικό που έχω αρχίσει.  Ο θάνατος είναι ανιστόρητος.  Χτύπησε δυό φορές κοντά κοντά μέσα σ’ ένα εικοσιτετράωρο.  Ο ιός βγήκει από την γενική αοριστία των αριθμών κι έγινε στο τσάκα τσάκα, στη ζωή μου, μια φυσική παρουσία, ξεδιπλώνοντας μπροστά μου σκηνικά θανάτου.  Θα σας πώ.

Χθές μεσημέρι έχουμε συνεδρία, τηλεφωνικώς.  Είκοσι άτομα περίπου από διαφορετικές ομάδες που πρέπει να συντονιστούν για το έργο που βρίσκεται εν εξελίξει σ’ ένα μακρύ, μολυσμένο κανάλι του Μπρούκλυν.  Συζητούμε για τη δυσχέρεια των εργασιών, λόγω των τελευταίων περιορισμών, για την ασφάλεια των εργατών και ποιά μέτρα λαμβάνονται, τί επί πλέον μέτρα πρέπει να ληφθούν.  Τελειώνει η συνεδρία και σύντομα εμπλέκομαι σε μιαν άλλη.  Κι ενώ είμαι στο τηλέφωνο ακούω το κουδουνάκι τού υπολογιστή.  Μήνυμα εισερχόμενο.  Το ανοίγω.  «Μπορούμε να σου τηλεφωνήσουμε αμέσως;»  Απαγκιστρώνομαι από τη συνεδρία και πιάνω γραμμή με αυτόν που μου έστειλε το μήνυμα.  «Ενας τεχνικός που εργαζόταν στο κανάλι υπέκυψε στον κορωνοϊό.»  Μένω άναυδος.  Ηξερα ότι υπήρχε πρωτόκολλο για την ασφάλεια των εργατών και ότι τηρούνται όλες οι οδηγίες των τελευταίων περιορισμών.  Θέλω να μάθω όλο το ιατρικό ιστορικό.   Ποιά είναι οι κατάσταση των άλλων εργατών στην ομάδα του και ό,τι άλλο σχετικό.  Καταγράφω μανιωδώς.  Οχι πως τίποτα κάνω, αλλά μάλλον είναι ο τρόπος μου για να υπερβώ το σόκ.  Η τελευταία μου ερώτηση: «πόσων χρονών ήταν».  Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, και δεν ξέρω για πόση ώρα είχα βουλιάξει στην πολυθρόνα, σώμα και σκέψεις μια αμετακίνητη κοτρόνα.

Ξύπνησα σήμερα και είδα ότι είχε συννεφιά.  Τράβηξα την κουρτίνα δίπλα απ’ το κρεβάτι και κοίταξα στων γειτόνων απέναντι να δώ άν είχε έρθει η εφημερίδα.  Ειμαστε οι μόνοι στο δρομάκι που διαβάζουμε τους Τάϊμς και απ’ το παράθυρο αυτό δεν έχω θέα εκεί που πετάει το δικό μου πακέτο ο διανομέας.  Η γειτόνισσα είναι μια ευγενική κυρία απ’ την Τουρκία, λίγο πολύ της ίδιας ηλικίας, που ήρθε αμέσως να μου συστηθεί όταν είχαν μετακομίσει πέρυσι.  Από το μπαλκονάκι της πάντα με χαιρετά καθώς καπνίζει το τσιγαράκι της.  Πριν λίγες μέρες πλησίασα προς το σπίτι της και πιάσαμε κουβέντα.  «Θα σε καλούσα νάρθεις μέσα», μου είπε, «αλλά πρέπει να τηρούμε τα μέτρα…Ακόμα κι ο άντρας μου κι εγώ κρατάμε έναν διαχωρισμό…γιατί είναι γιατρός.»

Είχα πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, στον υπολογιστή, όταν άκουσα από το γραμματοκιβώτιο δίπλα στην πόρτα έναν ήχο σαν από κάτι βαρύ.  Α! Είπα.  Είχα παραγγείλει ένα βιβλίο των οχτακοσίων σελίδων, ό,τι πείς αυτές τις μέρες για να περνάει η ώρα.  Σηκώθηκα με κάποιο ίχνος χαράς και άνοιξα την εξώπορτα.  Δεν ήμουν προετοιμασμένος γι αυτό που αντιμετώπισα.

Ενα αθενοφόρο με τα φώτα αναμμένα.  Βγαίνουν τέσσερις κι αρχίζουνμε νευρώδη ταχύτητα να φορούν γαλάζιες πλαστικές ρόμπες πάνω από τα ρούχα, γαλάζιες μάσκες και γαλάζια πλαστικά γάντια.  Οι τρείς αρπάζουν μια μπουκάλα οξυγόνου και άλλα εργαλεία και περπατούν στο μακρόστενο πλακόστρωτο που οδηγεί στην πόρτα της γειτόνισσας απ’ την Τουρκία.  Με διατρέχει μια ανεξέλεγκτη ανησυχία.  Πηγαινοέρχομαι ανάμεσα στο κομπιούτερ της δουλειάς και το μεγάλο παράθυρο που βλέπει στο δρόμο μπροστά.  Ο τέταρτος της ομάδας ατενίζει το σπίτι της κρίσης περιμένοντας.  Εχουν κλείσει επάνω στην κορυφή τον δρόμο.  Κατεβαίνουν δυο ακόμα έγκλειστοι σε γκρίζο πλαστικό, από τα νύχια ως τον λαιμό, και μια διάφανη μάσκα από σκληρό πλαστικό σαν των συγκολλητών.  Μπαίνουν κι αυτοί στο σπίτι της κρίσης.  Ξαναπάω στο κομπιούτερ.  Αλλά… γίνεται να δουλέψω;  Ρίχνω πάλι μια ματιά έξω.  Δυό αστυνομικοί στέκονται στο στρογγυλό του αδιεξόδου.  Ερχονται δυο τρείς, προφανώς συγγενείς, και τους σταματούν οι αστυνομικοί.  Απέναντι, από τη τζαμαρία του σπιτιού του βλέπω τον Χάρλυ τον σκύλο και τα αφεντικά του να στέκονται με προφανή ανησυχία γι αυτό που συνέβαινε στους διπλανούς τους.  Μια ολόκληρη ώρα απραξίας.  Κάπου εκεί βλέπω (μαύρο παντελόνι, μαύρη μπλούζα) τη γειτόνισσα (παίρνω μια ανάσα) να μιλάει από απόσταση στον τέταρτο της ιατρικής ομάδας.  Μετά από λίγο βγαίνουν οι τρείς στα γαλάζια, βγάζουν τα πλαστικά τους ενδύματα και τα πετούν σε μια κόκκινη πλαστική σακούλα που κρατάει ανοιχτή ο συνάδελφος τους.  Το ασθενοφόρο οπισθοδρομεί στον ανήφορο.  Πάω πάλι στο κομπιούτερ να διεκπεραιώσω ό,τι καινούργιο ήρθε.  Αδύνατον να συγκεντρωθώ.  Γυρίζω στο παράθυρο.  Βλέπω μια μαύρη νεκροφόρα με την πίσω πόρτα «υποδοχής» ανοιχτή βλέποντας προς του σπιτιού της γειτόνισσας την είσοδο.  Δύο σπρώχνουν ένα φορείο με έναν μακρύ πλαστικόν σάκκο (body bag) γεμάτον.  Είναι της γειτόνισσας ο σύζυγος, ο γιατρός…

 

Επίλογος

Ο χρόνος είναι ένας ξεχαρβαλωμένος μηχανισμός.  Οχι μια μηχανή που μετράει επακριβώς κάποια ποσότητα με ένα τικ τοκ, ούτε μια ευθεία γραμμή, ούτε ένας τέλειος κύκλος.  Ο χρόνος είναι κάτι σαν τον καιρό.  Πότε λαμπρός, πότε μουντός, πότε αγριεμένος, κυβερνάει πάνω από ένα συνάθροισμα στιγμών.  Κάποτε τις αφήνει στον κανονικό τους ρυθμό, που μοιάζει πιό πολύ με της καρδιάς το τικ τακ, και κάποτε τις σαρώνει,  και τις σηκώνει ψηλά όπως ο άνεμος τα φύλλα, και ό,τι άλλο ευάλωτο, σε μιαν ανεμοθύελλα, και τις επανατοποθετεί σε έναν καινούργιο σχηματισμό κατόπιν.

Κάπως έτσι τον βιώνω σήμερα τον χρόνο: ο ασθενής νόυμερο ένα του κορονωϊού στην Ιταλία, λένε, εντοπίσθηκε στην μικρή πόλη Πιατσέντσα.  Δυό καλοκαίρια πρίν αυτή ήταν η πόλη που είχα επισκεφθεί για μια εβδομάδα.  Αν δεν το έφερναν οι περιστάσεις, κοιτάζοντας της χώρα αυτής τον χάρτη αυτή δεν θα ήταν για ταξίδι η πρώτη μου επιλογή.  Στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, χτύπησε ο κορωνοϊός την πρώτη μεγάλη ομάδα κατοίκων σε ένα προάστειο βορείως του Μανχάτταν.  Το σπίτι μου τυχαίνει να στέκει ακριβώς απέξω από την περιοχή που αρχικά την χαρακτηρίζουν το επίκεντρο.  Μαθαίνω ταυτοχρόνως ότι στην πατρίδα μου, στην Πάτρα, εμφανίζεται το πρώτο ομαδικό κρούσμα στην Ελλάδα.  Και, πρόσφατα, το επίκεντρο εδώ μετατοπίζεται, με μένος, εκεί όπου δουλεύω και ζώ όταν οι καιροί είναι κανονικοί.  Κάπως έτσι τον βιώνω σήμερα τον χρόνο.  Εσείς;

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here