Μανχάταν, Μικρές ανάσες και μετά …σιωπή, 8-11 (του Χρήστου Τσιάμη)

0
206

Χρήστος  Τσιάμης

 

  

VIII

 

Απέξω, ψυχή…Μέσα ήλιος και μουσική

 

Σάββατο πρωί.  Απέξω, ψυχή…  Κρύο αεράκι.  Παίρνω την εφημερίδα, στην μπλέ πλαστική της σακούλα πεταμένη απ’ τον διανομέα στο χορτάρι, και σπεύδω να επαναλάβω βήματα αντίστροφα προς του σπιτιού τη ζεστασιά.  Απ’ τα πέντε παράθυρα του καθιστικού, ο ήλιος μπογιατίζει άφθονα τα πράγματα (το πιάνο, τις πολυθρόνες, την άρπα, πάνω απ’ το τζάκι τις εικόνες) με χρώμα που συνεχώς αλλοιώνεται, πορτοκαλί, κίτρινο, χρυσό – τα ίδια χρώματα που αντιμετωπίζω τώρα στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας, τρείς μεγάλους, τρίστηλους χάρτες των Ηνωμένων Πολιτειών που απεικονίζουν πώς μπορεί να μας αλώσει ο ιός.  Στο ράδιο, ο σταθμός απ’ τα φοιτητικά μου χρόνια παίζει πανέμορφη μουσική reggae, με το κοινωνικο-πολιτικό της περιεχόμενο, τόσο όμορφα ντυμένο με της μουσικής αυτής τις γλυκιές μελωδίες και τον οικείο ρυθμό, οικείο και ανακουφιστικό μια ολόκληρη ζωή.  Ακούω αυτή τη σιγμή

 

“Let my people know…what to do about poverty…inequality…let my people know”

 

(Ασε τον λαό μου να μάθει…τι μπορεί να κάνει για τη φτώχεια…για την ανισότητα…άσε τον λαό μου να μάθει)

 

που είναι παραλλαγή του παλιού νέγρικου σπιρίτσουαλ

 

“Go down Moses/ way down in Egypt’s land/ tell ole Pharoah/ to let my people go”

 

(Μωϋσή, να πάς/ κάτω μακριά στης Αιγύπτου τη χώρα / να πείς στον γερο-Φαραώ/ να αφήσει τον λαό μου ελεύθερο)

 

Πετάω στον καναπέ την εφημερίδα, γεμάτη ειδήσεις και φωτογραφίες φόβου, που κάνουν τον γύρο του κόσμου, και με απελπισία για την πανδημία.  Θέλω μέσα μου να δοξάσω, όσο διαρκεί ετούτο το πρωί, τον ήλιο που με αγκαλιάζει ζεστά και αυτή την ωραιότατη μουσική πόνου και ελπίδας.

 

 

 

 

IX

 

Σενάρια εξόδου

 

Διαβάζω στην εφημερίδα σήμερα (21 Μαρτίου, 2020) τα άρθρα τα επικήδεια.  Πάει, μια νεαρή, 39 χρονών (και πόσων άραγε χροιών που θα χαθούν για πάντα μαζί της;) ποιήτρια.  Το θέλησε έτσι.  Ισως αργότερα να έχω να πώ περισσότερα γι αυτήν.  Πέθανε και το βαρύτονο σαξόφωνο από την μπάντα τζαζ του Σαν Ρα (την Sun Ra Arkestra) διαβάζω.  Ενθουσίαζε πολύ έναν αγαπημένον μου ξαδερφό, κι όλο έλεγα ότι θα πάω μαζί του μια των ημερών να τους δώ.   Πάνε δεκαετίες τώρα…Πάει και ο ξαδερφός

 

Στη χώρα των μύθων

 

για τον Γιάννη Καρμοκόλια, εις μνήμην

Ι

 

Καβάλλα πάει στη μηχανή.

Το θάρρος στα δυό του μάτια ανάβει.

Σαν προβολείς απόστασης αυτά

γκρεμίζουν σωρηδόν τοίχους

προοπτικής στο στατικό σκοτάδι.

 

Καβάλλα αυτός στη μηχανή.

Στην άκρη οι ακίνητοι πεζοί.

Στην άσφαλτο δίνετ’ η μάχη.

Στήθος το στήθος με τον άνεμο,

κι ο άνεμος συνεχώς υποχωρεί.

 

Καβάλλα πάει αυτός στη μηχανή.

Κι ο Θάνατος ξοπίσω (πολύ πίσω)

επάνω στο άλογο αγκομαχεί, μήπως

και τον προκάνει σε κάποιο φανάρι.

Στο σταυροδρόμι της τύχης του, εκεί

 

μαρσάρει θριαμβευτικά η ψυχή

και παίρνει ύψος, παίρνει ύψος

με την αξιοπρέπεια μιάς ζωής

που δεν κοιτάζει ποτέ της πίσω.

Κατεύθυνση η χώρα των μύθων.

 

 

 

 

ΙΙ

 

Ο Θάνατος σταματάει σ’ ένα συνοικιακό μπάρ

γιά μιά σφήνα, και για να σκεφτεί το συμβάν.

Κοιτάει την τηλεόραση που τον κοιτάει από ψηλά.

Κοιτάει τους βουλιαγμένους θαμώνες περιμετρικά.

Είναι μαννούλα στου κλάδου του τα λογιστικά.

 

Βλέπει πως, και τώρα ακόμα, βγαίνει κερδισμένος.

Με τόσους ζωντανούς νεκρούς περιτριγυρισμένος!

Το γκαρσόν τον βγάζει από τη χίμαιρα, ‘Κερνάει ο νέος.’

Κι εκεί που του δείχνει, άκρη-άκρη στου μπαρ τον πάγκο,

βλέπει μόνο το ανοιχτό πορτοφόλι, και δίπλα το κράνος.

 

14-19 Ιουλίου, 2009

 

 

O Danny Ray Thompson, δεξιά και ο Marshall Allen της Sun Ra Arkestra σε συναυλία στην Ν. Υόρκη το 2018.

Το βαρύτονο σαξόφωνο της Σαν Ρα Αρκεστρα πέθανε στις 12 Μαρτίου, 2020, γρέφει η εφημερίδα, στην Φιλαδέλφεια.  Αρχές του μήνα, είχα δεί την ανακοίνωση στις εφημερίδες για μια συναυλία τους (στις 4 Μαρτίου, συγκεκριμένα) στο Τάουν Χόλ τού Μανχάτταν.  Είχα σκεφτεί να πάω.  Και μετά έμπλεξα…

Απ’ το επικήδειο άρθρο μαθαίνω ότι ο Ντάνι Ρέϊ Τόμσον, παρόλα τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε «…βρήκε ό,τι δύναμη είχε και συμμετείχε» σ’ εκείνη τη συναυλία.  «Ηταν η τελευταία του δημόσια παράσταση» κατέληγε η εφημερίδα.  Ναί, η τελευταία για παράσταση δημόσια.  Γιατί είμαι σίγουρος ότι θα τον ακούω, ξανά και ξανά, να παίζει με αυτή την ιδιόμορφη ορχήστρα, πίνοντας ρούμι Φλόρ ντε Κάνια, και με τον ξαδερφό μου τον Γιάννη παρεϊτσα.

 

 

Χ

 

Ειδυλλιακή εκδρομή στο Μανχάτταν

 

Σηκώνομαι μουδιασμένα και τραβάω την κουρτίνα πέρα ως πέρα.  Ο ουρανός μού επιφυλάσσει μια καθαρή, γαλάζια καλημέρα.  Κι αμέσως μου μπαίνει στο μυαλό η ιδέα για μια τσάρκα, με το αυτοκίνητο, στο Μανχάτταν να δώ την οικογένεια!  Ακόμα και στον τομέα της κυκλοφορίας, σκέφτηκα, προβλέπεται αιθρία.  Γιατί, συνήθως, Σάββατον ημέρα, η κάθε αρτηρία που ακολουθώ γεμίζει με εκείνους που έχουν ημερήσιο προορισμό τους το Μανχάτταν από το διπλανό Νιού Τζέρζεϋ, και απ’ το Κονέτικατ και τα βόρεια προάστεια.  Ομως, πού να πάνε τώρα που είναι κλειστά τα πάντα!

 

Μπήκα στη «δημοσιά» και ήταν σαν να είχα μπεί στη δεκαετία του ’50, τότε που είχαν ξεδιπλώσει για πρώτη φορά σε όλη την Αμερική το δίκτυο των  περίφημων ‘highways’, για άνεση και ταχύτητα για εκείνης της εποχής την πυκνότητα από αυτοκίνητα που (σχεδόν) στην κάθε οικογένεια ανήκε ένα, όχι σαν και σήμερα που ανήκει από ένα στον καθένα, σε κάθε μέλος εκτός από τα κατοικίδια…Πράγματι, οδηγούσα με άπλετο χώρο τριγύρω κι έτσι μπορούσα να απολαύσω το τοπίο.  Σαν άρχισα να πλησιάζω την τεράστια κρεμαστή γέφυρα Γουάσινγκτον, πάνω από τον ποταμό Χάτσον, διαπίστωσα ότι μπορούσα να μετρήσω τ’ αυτοκίνητα όπως την διέσχιζαν αραιά αραιά, “να πάρει κι αυτή η φουκαριάρα μιαν ανάσα!” σκέφτηκα.

(Και πράγματι, μέρες αργότερα διάβαζα στις εφημερίδες ότι στους σεισμογράφους, που καταγράφουν κάθε μικρό και μεγάλο ταρακούνημα της γής, ανά την υφήλιο είχε παρατηρηθεί μείωση του ‘θορύβου’, του μικρού τρέμουλου δηλαδή της γής, που είναι αποτέλεσμα της οδικής κυκλοφορίας και κάθε άλλης δράσης βαριάς κρούσης απ’ τις δραστηριότητες του βιομηχανικού μας πολιτισμού.)

Το τοπίο ήταν ανοιχτό και λαμπρό καθώς έτρεχαν οι ρόδες μου δίπλα στον πλατύ, ευθύ ποταμό.  Περπατούσε, έτρεχε, ή ποδηλατοδρομούσε, κόσμος πολύς στο τεχνητό μονοπάτι δίπλα από το ποτάμι, καθ’ όλο το μήκος της διαδρομής, εμφανώς τηρουμένων των αποστάσεων όπως οι αρχές είχαν υποδείξει.  Στα μικρά τα πάρκα αρκετοί έπαιζαν σπόρτ, προπαντός μπάσκετ.  Φαίνεται πως αυτοί δεν είχαν κάνει τον συσχετισμό ότι η ανταλλαγή της μπάλας μηδενίζει την απόσταση, ή ότι μια στιμγιαία πρόσκρουση μπορεί να είναι αρκετή για να μεταδώσουν τον ιό.  Σίγουρα αυτοί…ηγόραζαν αγρόν.

Αυτή η οδική εκδρομή είχε όλα τα εξωτερικά στοιχεία να είναι ειδυλλιακή.   Η άπλα του νερού, η γαλάζια γαλήνη του ουρανού, τα δέντρα ακόμα γυμνά μα τυλιγμένα με μια φωτεινή διάφανη γάζα αιθέρα, και το χαρούμενο εκείνο κοσμολόϊ εν κινήσει σε ευθεία γραμμή δίπλα στου ποταμού την κίνηση.  Κι όμως, μέσα μου κάτι είχε αρχίσει να με ενοχλεί, να έρπει απ’ τα σωθικά πρός την κεφαλή.  Σκέφτηκα, “αυτή είναι η τελευταία κραυγή πρίν την καταστολή”.  Απ’ αύριο άρχιζαν οι περιορισμοί.  Οσο για τη φύση, υπήρχε η επιφύλαξη μιας ολικής παράδοσης στην ομορφιά της… Οι λόγοι γι αυτό μου έγιναν πιό συνειδητοί μέρες μετά, όταν διάβασα κάτι που είχε πεί ο Βέρνερ Χέρτζογκ, ο σύγχρονος Γερμανός σκηνοθέτης.  Είχε αναφέρει, λοιπόν, σε μια συνέντευξη, την “μνημειώδη αδιαφορία” της φύσης.  “Σας συμβουλεύω”, είχε πεί, “να βγείτε μια νύχτα καθαρή στο ύπαιθρο και να κοιτάξτε πέρα στο σύμπαν βαθιά.  Φαίνεται εντελώς αδιάφορο για το τί κάνουμε εμείς….Ετσι λοιπόν η προσωπική μου ερμηνεία της φύσης πηγάζει από μια γρήγορη ματιά στ’ αστέρια.”  Ηταν αυτή η αδιαφορία της φύσης, σε όλη της την ομορφιά, σήμερα, η αδιαφορία της για τα δικά μας δεινά, που είχε υπεισχωρήσει στην ψυχή μου και υπέσκαπτε αυτό το ειδυλλιακό μου ταξίδι.  Κάποτε την είχα σταμπάρει αυτή της φύσης την αδιαφορία, ίσως ασυνείδητα, σε κάποιους στίχους μου που τώρα θυμήθηκα: “Απέναντι δυο βουνά ακίνητα/ και αδιάφορα για τον καιρό./ Στην παραλία που στέκομαι εδώ/ Ενα λιγνό αρμυρίκι, που λυγίζει/ κάθε φορά στου ανέμου τη μήνι.”

 Βγήκα απ’ το Γουέστ Σάϊντ Χαϊγουέϊ και διέσχισα από δύση προς ανατολή την οδό Σπρίνγκ.  Εξω απ’ του Εμπόρου του Τζό το μαγαζί ουρά, ένας ένας, δυό δυό, κάθε δυο μέτρα.  Τα μπαρ, τα εστιατόρια της γειτονιάς κλειστά.  Προσπερνάω τόσες και τόσες θέσεις για παρκάρισμα.  Παρκάρω στην πολυκατοικία μπροστά.  Αδεια από κόσμο η Σάλλιβαν.  Στο ηλιοβασίλεμμα, τη στολίζουν ένδοξα εκατέρωθεν οι δυο πύργοι.  Αυτός που υψώθηκε στα ερείπια στων Δίδυμων, νότια, ο Πύργος της Ελευθερίας, και από την άλλη ο πύργος που παραμένει της πόλης αυτής το σύμβολο, απ’ τον καιρό της Χολλυγουντιανής επίθεσης του Κίνγκ Κόνγκ μέχρι το χτύπημα των τρομοκρατών και συνεχίζοντας…  Σε γνωρίζω από την όψη, θα του τραγουδώ, όταν θα στρίβω στου σπιτιού μου την οδό, καθώς θα επιστρέφω στο μέλλον, ξανά, απ’ τη δουλειά, και θα τον αντικρύζω στου δύοντος ηλίου τα χρώματα τα γλυκά (μελί ανοιχτό, μελί βαθύ, κι αναμεταξύ) στολισμένον και τώρα, όπως όλα αυτά τα χρόνια.

 

 

 

ΧΙ

 

 

Επιστροφή στο σκοτάδι

 

 

Τίποτα δεν είναι το ίδιο.  Η High Line που ήταν μια έξοδος για τους ‘Μανχατανάδες’  ( Νίκολας Κάλας είπεν) στα ανοιχτά, πρίν την αλώσουν οι τουρίστες, στέκει αυτή τη βραδιά όπως ήταν στην αρχή: μια υπερυψωμένη, άσχημη σιδηροτροχιά.  Απέναντι, οι αποβάθρες της περιοχής Τσέλσι δεν είναι πιά οι χώροι  αναψυχής και ανάπλασης του σώματος και της ψυχής που εισπνέουν/εκπνέουν ζωηρές ανθρώπινες μορφές.  Εχουν ξαναγίνει σκέτες άδειες αποθήκες.  Μόνο εκείνο το ασουλούπωτο, σχήματος αχαρακτηρίστως χαρακτηριστικού, αρχιτεκτόνημα του Φράνκ Γκέρρυ στέκει, εσαεί βουβό και ψυχρά φωτεινό, δίπλα ακριβώς στο χάϊγουεϊ.

 

Με διατρέχει κάτι το ονειρικό καθώς τρέχω ανενόχλητος, χωρίς κανέναν μπροστά μου ή πίσω για ένα τουλάχιστον χιλιόμετρο, στο δυτικό πλευρό του Μανχάτταν που ησυχάζει υπό το βλέμμα τού κύρη του (ποιός είναι άραγες τώρα αυτός;), απλωμένο στα πόδια του, σαν ένα υπάκουο κατοικίδιο.  Καθώς υπερυψώνεται ο δρόμος, στα δεξιά μου, προσπερνώ έναν τοίχο πελώριων κτιρίων, που φράσσουν την απλωσιά του μακρόστενου νησιού με τη ραχοκοκκαλιά των ουρανοξυστών στη μέση.  Ενα ακόμη έγκλημα, οικολογικό, εκείνου που βαφτίζει στο όνομά του τεράστιους πύργους χωρίς αιδώ.  Εκανε την αρχή και ακολούθησαν του χρήματος οι πιστοί.

 

Αυτοαποκαλείται «Η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ».  Παραμένει ακόμα άϋπνη φαίνεται.  Ομως, η αϋπνία της σήμερα έχει άλλη μορφή.  Παλιά, περιφερόταν σαν τρελλή σε μπάρ, σε αίθουσες χορού, στους δρόμους πεζή και φωνακλού  ή σε αυτοκίνητα με μπούμ-μπόξ,  στους χώρους υποδοχής ξενοδοχείων χλιδής και σε ξενοδοχεία τής μιας νύχτας.  Σήμερα η αϋπνία της πόλης είναι κατάκλειστη σε διαμερίσματα, καταπεσμένη, σε μια αργόσυρτη μελαγχολία.  Κοιτάω τα κτίρια που προσπερνώ.  Παλιά, έμοιαζαν σαν μια τεράστια σκακιέρα.  Ενα παράθυρο άσπρο φωτεινό, το δίπλα στο σκοτάδι μαύρο.  Ενα ασπρόμαυρο ταμπλό τετραγώνων μικρών.  Απόψε, όλα τα κτίρια είναι λαμπαδιασμένα, σαν από υψηλό πυρετό.

 

Περνάω το Χάρλεμ, τα Κλόϊστερς, τη γέφυρα που με περνάει στο Ρίβερντεϊλ απ’ το Μανχάτταν.  Ολη την ώρα σχεδόν μοναχός στην άσφαλτο σε αυτή την τσάρκα.  Ωσπου μπαίνω στους δρόμους που διασχίζουν τα προάστεια.  Εδώ η κυκλοφορία είναι αυξημένη αισθητά.  Σκέφτομαι ότι ίσως έχει να κάνει με το πού τοποθετείται ο κόσμος εδώ πολιτικά.  Γιατί είχα διαβάσει ότι, σε έναν μεγάλο βαθμό, η στάση του καθενός απέναντι στην πανδημία, σχετιζόταν με το πολιτικό του πιστεύω.  Επειδή είχαν κυκλοφορήσει φήμες στο διαδίκτυο ότι ο ιός ήταν μια πλεκτάνη για να χάσει τις εκλογές ο νύν προεδρεύων!  Κι έτσι, ο φόβος των πιστών του για τον κορωνοϊό, καταγραφόταν στις δημοσκοπήσεις ως περίπου ο μισός από τον φόβο ορθολογικώς σκεπτόμενων ανθρώπων.

 

Τα φώτα αραιώνουν όλο και περισσότερο.  Απομένει λίγος χρόνος για την έξοδο. Αυτό το βράδυ κάποιου ανεβαίνει επικίνδυνα ο πυρετός.  Κυλάνε οι ρόδες αργά καθώς πλησιάζω το γκαράζ.  Φαίνεται ότι κι εδώ απόψε κάμποσοι παραμένουν άϋπνοι.  Πολλοί όμως κοιμήθηκαν αφού πρώτα προσευχήθηκαν η χώρα αυτή να γίνει πάλι μεγάλη.  Κατέβασαν τον διακόπτη,  έσβησαν τη σκέψη, κι  επέστρεψαν στο σκοτάδι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here