Μα τους τράβηξε ο Άντλερ…

0
345

της Ελένης Χοντολίδου.

 

Ο δάσκαλός μου στην Ψυχανάλυση -και όχι μόνον- Θανάσης Τζαβάρας μου πρότεινε να συμμετάσχω πέρσι τον Νοέμβριο στην παρουσίαση του βιβλίου της Ιωάννας Παπαγιάννη με τίτλο: “Mα τους τράβηξε ο ´Αντλερ: η πορεία της ατομικής ψυχολογίας στην Ελλαδα”, Εκδόσεις Πλεθρον. Αν και κάπως σαν τον Υδραίο στη Λάρισα παρέα με τα ιερά τέρατα της Ψυχανάλυσης Θανάση Τζαβάρα και Δημήτρη Πλουμπίδη, μια παιδαγωγός η ίδια με λοξή ματιά και ελλιπή γνώση στην Ψυχολογία, δέχτηκα από σεβασμό στον δάσκαλο και από περιέργεια για το αν θα τα καταφέρω…

 

Διαβάζοντας το πολύ καλογραμμένο βιβλίο της κ. Παπαγιάννη, το οποίο κάθε άλλο παρά διατριβή είναι. Εννοώ ότι δεν είναι ένα βαρετό επιστημονικό κείμενο, σύμφωνα με τις προδιαγραφές μιας διατριβής (γιατί οι διατριβές είναι συνήθως απίστευτα φλύαρες) αλλά ένα εξαιρετικά ζωντανό κείμενο που διαβάζεται με ενδιαφέρον από ειδικούς και μη. Το βιβλίο εντάσσεται στον χώρο της ιστορίας των ιδεών και των επιστημών, ευρύτερα της Ψυχολογίας, έναν χώρο που δεν έχει ούτως ή άλλως καλλιεργηθεί αρκετά στη χώρα μας. Το βιβλίο συνθέτει το puzzle της ιστορίας της Ψυχανάλυσης, μιας ιστορίας που όπως πάντα “γράφουν οι παρέες”. Εξηγεί τους λόγους για τους οποίους στην Ελλάδα δεν υπερίσχυσε όπως παντού αλλού ο Φρόυντ και οι επίγονοι αλλά ο Άντλερ. Προσωπικά έκανα το ανιστορικό ερώτημα: “τι θα είχε γίνει εάν…” δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι με προεξάρχοντα τον Ασπιώτη.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο δεν μπορεί κανείς παρά να στοχαστεί πάνω στα όρια και τις σχέσεις Ψυχολογίας και Παιδαγωγικής, πάνω στην επιστημολογική ουσία της αναπλαισίωσης των εννοιών και των ιδεών τους στην εκπαίδευση. Η Ιωάννα Παπαγιάννη εξετάζει διεξοδικά την ιστορία της πρόσληψης της θεωρίας του Άντλερ στην Ελλάδα, καθώς και την αναπλαισίωση και παιδαγωγικοποίησή της, με άλλα λόγια, ανοίγει με συστηματικό τρόπο τα όρια της εκπαιδευτικής σχέσης.

 

Η αλλοπρόσαλλη εκδοτική πρακτική στην Ελλάδα, ουσιαστικά η έλλειψη πολιτικής και η τυχαία έκδοση βιβλίων χωρίς πρόγραμμα, επί σειρά ετών συνετέλεσε ώστε να έχουμε μια ατελείωτη σειρά βιβλίων Ψυχολογίας δευτερεύουσας σημασίας. ´Άπαντα του Φρομ, αλλά καθόλου Φρόυντ, Άντλερ, Γιουνγκ… Και πολλή εκλαϊκευμένη πρακτική Ψυχολογία κακοχωνεμένη και με πολλές παρανοήσεις.

 

Το βιβλίο, λοιπόν, καλύπτει ένα μεγάλο κενό, με επιστημονικό τρόπο, μεθοδικότητα και ευκρίνεια, που στο μάτι του έμπειρου αναγνώστη σημαίνει ότι η συγγραφέας είναι έμπειρη εκπαιδευτικός με γνήσιο ενδιαφέρον για το παιδαγωγικό ζεύγος.

 

Το μεγάλο και θεμελιώδες για την παιδαγωγική σχέση ερώτημα είναι: πόσο μπορούν να ψυχολογίζουν χωρίς εποπτεία οι εκπαιδευτικοί; Δηλαδή, πόσο μπορούν να χρησιμοποιούν τις θεωρίες της Ψυχολογίας με την όποια κατανόηση και πρόσληψή τους; Προσωπικά δεν το ενθαρρύνω στη διδασκαλία μου και τρομάζω από την αμφίθυμη επιθυμία μου να επηρεάζω τον τρόπο σκέψης των φοιτητριών και φοιτητών μου.

 

Το βιβλίο της κ. Παπαγιάννη πρέπει να μπει στη βιβλιοθήκη όλων των Τμημάτων Ψυχολογίας και Παιδαγωγικής, όλων όσοι θεραπεύουν αυτές τις πειθαρχίες και όλων των εκπαιδευτικών.

 

Και μία πρόταση μετά το τέλος: σε ενδεχόμενη δεύτερη έκδοση θα ήταν παραπάνω από καλοδεχούμενη η ύπαρξη ευρετηρίου ονομάτων.

 

Τα κατάφερα, άραγε;

Προηγούμενο άρθροΕυρωπαϊκό βραβείο για τον Μάκη Τσίτα
Επόμενο άρθροΟι εργαζόμενοι στις εκδόσεις

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ