Louise Gluck , Μια παλιά αγάπη (του Χρήστου Τσιάμη)

1
445

 

 

του Χρήστου Τσιάμη (ανταπόκριση- Μανχάταν)

 

Έγραφα για την Γκλύκ, τοn Φεβρουάριο του  1987, στο λογοτεχνικό περιοδικό «η Λέξη»: «Η Louise Gluck είναι μια από τις σημαντικότερες φωνές της αμερικάνικης ποίησης όπως διαμορφώνεται σήμερα.  Η ποίηση της διακρίνεται για την αυστηρότητα της έκφρασης και τη γλωσσική της λιτότητα, τη διεισδυτικότητα των αναζητήσεων της και την τόλμη στη διατύπωση της ποιητικής ιδέας κι ενατένισης.

Τα θέματα της είναι μια σειρά προσεγγίσεων στην ουσία της ύπαρξης σε μια επίμονη προσπάθεια για διαφάνεια: σχέσεις, αγάπη, απώλεια, βία, θάνατος.  Ένας κριτικός, αναφερόμενος στην ποιητική διόραση της Gluck, παρατηρεί πως ‘είναι μεσογειακή ως προς το διαυγές περίγραμμά της, την αίσθηση του χρόνου και την εκφραστική της έμφαση στο φως σαν προϋπόθεση της ύπαρξης.’  Η ίδια η ποιήτρια εξ άλλου μας μιλάει για τη μονομανία της με τους ελληνικούς μύθους σε νεανική ηλικία και για τον ποιητή «των ταξιδιών της», αργότερα, τον Καβάφη.

Ταυτόχρονα όμως η ποίηση της Gluck έχει έναν χαρακτήρα ατόφια αμερικάνικο μιλώντας με τον τρόπο που συνόψισε ο William Carlos Williams: «οι ιδέες υπάρχουν μόνο στα πράγματα» (no ideas but in things).  Αρχίζει να διαφαίνεται πως με τη Louise Gluck έχουμε την καινούργια έκφανση της παράδοσης που οροθετείται από τον William Carlos Williams, τον Robert Lowell, την Elizabeth Bishop.

………………………………………………………………………………»

Την εποχή που τα έγραφα αυτά η Γκλύκ είχε εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές.  Σήμερα που έχει δεκατέσσερις δημιουργίες (δώδεκα συλλογές ποιημάτων και δύο τόμους δοκιμίων) δεν έχω πάρα πολλά να προσθέσω.  Εκτός από κάτι που μου έγινε γνωστό αφότου η ποιήτρια με κατεύθυνε στα δοκίμια της, χρόνια αργότερα.  Συγκεκριμένα, στην πηγή του έντονου ψυχολογικού χαρακτήρα των ποιημάτων της.  Στο δοκίμιο της «Παιδεία του Ποιητή», γράφει: «Η ανάλυση [η ψυχανάλυση, δηλαδή] με έμαθε να σκέφτομαι.  Με έμαθε να χρησιμοποιώ την τάση μου να διαφωνώ με ιδέες που εκφράζονταν για τις δικές μου ιδέες, με έμαθε να χρησιμοποιώ την αμφιβολία, να εξετάζω τον δικό μου λόγο για τις αποφυγές του και τις περικοπές του.  Μου έδωσε ένα πνευματικό πόνημα ικανό να μεταμορφώνει την παράλυση – που είναι η ακραία έκφραση της αυτοαμφιβολίας – σε διεισδυτικότητα.»  Όπως περιγράφει στο ίδιο δοκίμιο, είχε αρχίσει την ψυχανάλυση στην τελευταία τάξη του λυκείου και είχε διαρκέσει εφτά ολόκληρα χρόνια.   Μετά από αυτή την περίοδο, και την ταυτόχρονη σχεδόν παρακολούθηση μαθημάτων ποιητικής γραφής στο τμήμα Γενικών Σπουδών του πανεπιστημίου Κολούμπια υπό την καθοδήγηση, κυρίως, του ποιητή Stanley Kunitz, η Γκλύκ εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή, «Firstborn» («Πρωτότοκη»), το 1968.

Στο ίδιο δοκίμιο επίσης, του 1989, η ποιήτρια αναφέρει και το εξής: «Έχω την εντύπωση ότι η επιθυμία να κάνεις τέχνη παράγει μια συνεχή εμπειρία πόθου, μιαν ανησυχία που μερικές φορές, αλλά όχι αναπόφευκτα, εκφράζεται ρομαντικά, ή σεξουαλικά.»  Αυτή η παραπομπή και η παραπάνω, πιστεύω, θα ρίξουν κάποιο φως κατά την ανάγνωση των ποιημάτων που παρουσιάζονται εδώ.

Τα πέντε πρώτα ποιήματα είναι από την έβδομη συλλογή της Γκλύκ, «Meadowlands» (Περιοχή Λιβαδιών) του 1996, όπου με τον γνωστό της τρόπο συνδυάζει την ομηρική ιστορία του Οδυσσέα και της Πηνελόπης με το ιστορικό της κρίσης του δικού της γάμου.  Πέραν του εμφανούς, η ονομασία επίσης αναφέρεται, σκοπίμως, και στην ονομασία του γηπέδου της ομάδας αμερικάνικου φουτμπόλ ‘Οι Γίγαντες της Νέας Υόρκης’ (The New York Giants) στην πολιτεία Νιού Τζέρσυ, ακριβώς απέναντι απ’ το Μανχάταν.  Η ποίηση της Γκλυκ στο βιβλίο αυτό φαίνεται να κατεβάζει πράγματα απ’ τον αιθέρα της ψυχής και των μύθων κάτω στη λάσπη του σταδίου και στον σώμα με σώμα ανταγωνισμό.

Τα υπόλοιπα ποιήματα είναι από τις πρώτες συλλογές της ποιήτριας με τις οποίες έχω έναν νοσταλγικό δεσμό.  Κατά σειρά, δύο από την «Κατερχόμενη Μορφή» (‘Descending Figure’), δύο από το «Το Σπίτι στον Βάλτο» (‘The House on Marshland’), και το τελευταίο από τη συλλογή του 1985 «Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα» (‘The Triumph of Achilles’).

 Σε ένα γράμμα της, τον Φεβρουάριο του 198, η σαραντατριάχρονη, τότε, ποιήτρια αποφασίζει να μου δώσει μια λίστα από “τα δικά μου αγαπημένα” ποιήματα (των πρώτων τεσσάρων συλλογών της) “σε περίπτωση που ποτέ θελήσεις να τολμήσεις να πας παραπέρα…”

Ανάμεσα τους περιλαμβάνονται και τα ποιήματα ‘Ο Κήπος’, ‘Ο Καθρέφτης’, ‘Οι μικροί μαθητές’, ‘Αγγελιοφόροι’, και ‘Μαραθώνας’, σε μετάφραση παρακάτω.  Και συνεχίζοντας με προειδοποιεί: Favorites do change”.  Οι προτιμήσεις αλλάζουν βέβαια.

Όσο για τη μετάφραση των ποιημάτων της στα Ελληνικά, είχε γράψει: ‘…θα με ευχαριστούσε απείρως αν τα ποιήματα αυτά εύρισκαν ένα κοινό στην Ελλάδα – επί χρόνια, ο ποιητής με τον οποίον ταξίδευα μαζί ήταν ο Καβάφης.’

 Ας ταξιδέψουμε κι εμείς μαζί της τώρα!

 

 

Δέκα Ποιήματα

 

Μετάφραση:  Χρήστος Τσιάμης

 

Τελετή 

Έπαψαν να μου αρέσουν οι αγκινάρες όταν έπαψα να τρώω

βούτυρο.  Ο μάραθος

δεν μου άρεσε ποτέ.

 

Ενα πράγμα που πάντα μισούσα

σ’ εσένα: το μισώ που αρνήσαι

να έχουμε κόσμο στο σπίτι.  Ο Φλωμπέρ

είχε περισσότερους φίλους κι ο Φλωμπέρ

ήταν ένας ερημίτης.

 

Ο Φλωμπέρ ήταν τρελός: ζούσε

με τη μητέρα του.

 

Το να ζώ μ’ εσένα είναι σαν να ζώ

σε οικοτροφείο :

κοτόπουλο τη Δευτέρα, την Τρίτη ψάρι.

 

Έχω βαθιές φιλίες.

Έχω φιλίες

με άλλους ερημίτες.

 

Γιατί το αποκαλείς ακαμψία;

Δεν το λές καλύτερα μεράκι

για τελετή;  Ή η πείνα σου για το ωραίον

ικανοποιείται πλήρως από εσένα τον ίδιον;

 

Και κάτι άλλο: ονόμασε μου ένα άλλο άτομο

που δεν έχει έπιπλα.

 

Έχουμε ψάρια την Τρίτη

γιατί είναι η φρέσκια Τρίτη.  Αν οδηγούσα

θα ήταν δυνατόν να τα είχαμε άλλες μέρες.

 

Αν έχεις τόση ανάγκη

για προηγούμενο, δοκίμασε

τον Στήβενς.  Ο Στήβενς

δεν ταξίδεψε ποτέ του.  Μ’ αυτό δεν σημαίνει

ότι δεν ήξερε από ευχαρίστηση.

 

Ευχαρίστηση ίσως αλλά όχι

χαρά.  Όταν κάνεις αγκινάρες,

να τις κάνεις για τον εαυτό σου.

 

Η αποσύνδεση του Τηλέμαχου

 

Σαν ήμουν παιδί και κοίταγα

τις ζωές των γονιών μου, ξέρεις

τι σκεφτόμουνα;  Σκεφτόμουνα

σπαραχτκές.  Τώρα σκέφτομαι

σπαραχτικές, μα επίσης

παράλογες.  Επίσης

πολύ αστείες.

 

 

Η παραβολή του τέρατος

 

Η γάτα κάνει κύκλους στην κουζίνα

με ένα ψόφιο πουλί,

το καινούργιο της απόκτημα.

 

Κάποιος θα πρέπει να κάνει συζήτηση

με τη γάτα περί ηθικής καθώς αυτή

περιεργάζεται το πλαδαρό πουλί:

 

δεν τη ζούμε

τη θέληση έτσι

στο σπίτι αυτό εδώ.

 

Να το πείς αυτό στο ζώο,

με τα δόντια του ήδη βαθιά

σ’ ενός άλλου ζώου τη σάρκα.

 

.

 

Επέτειος

 

Είπα να κουβαριαστείς επάνω μου.  Αυτό όμως δεν σημαίνει

τα κρύα ποδάρια σου φαρδυά πλατιά στο πέος μου επάνω.

 

Θα πρέπει κάποιος να σου μάθει τι να κάνεις στο κρεβάτι.

Εκείνο που νομίζω όμως είναι ότι θα πρέπει

να μαζεύεις τα άκρα σου στη δική σου μεριά.

 

Κοίτα τι έκανες –

έκανες τη γάτα να μετακινηθεί.

 

Μα δεν τόθελα το χέρι σου εκεί.

Εδώ το ήθελα το χέρι σου.

 

Καλά θα κάνεις τα πόδια μου να τα προσέξεις.

Καλά θα κάνεις να τα φανταστείς

την άλλη φορά που θα δείς μια δεκαπεντάχρονη μανούλι.

Γιατί από κεί πούρχονται τα πόδια αυτά έχει πιό πολύ πράγμα.

 

 

Το τραγούδι της Πηνελόπης

 

Μικρή μου ψυχή, μικρή μου εσύ μόνιμα γδυτή,

τώρα να κάνεις ό,τι σου ορίσω, να σκαρφαλώσεις

στου έλατου τα ράφια τα κλαριά,

να περιμένεις στην κορφή, προσεχτική σαν να

φυλάς σκοπιά η να κρατάς τσίλιες. Οπου νάναι θα γυρίσει.

Αρμόζει να είσαι

γενναιόδωρη.  Γιατί και του λόγου σου δεν ήσουν

τέλεια απολύτως.  Με το κορμί σου μπελά

έχεις κάνει πράγματα που δεν θα πρέπει

να τα συζητάς στα ποιήματα.  Γι αυτό

κάλεσέ τον πάνω απ’ το απέραντο νερό, το αστραφτερό,

με το τραγούδι σου το σκοτεινό, με το αφύσικο

τραγούδι σου που γραπώνει – με πάθος πολύ,

σαν την Μαρία Κάλλας.  Ποιός

δεν θα σ’ ήθελε εσένα;  Σε τίνος την πιό δαιμονική όρεξη

θα αποτύχαινες να δώσεις απάντηση εσύ;  Οπου νάναι

θα γυρίσει απ’ οπουδήποτε πάει εν τω μεταξύ,

ηλιοκαμμένος από τα χρόνια του μακριά, θέλοντας

το ψητό του κοτόπουλο.  Α, θα πρέπει να τον υποδεχτείς,

θα πρέπει να τινάξεις του δέντρου τα κλαδιά

για να του τραβήξεις την προσοχή,

όμως προσεχτικά, προσεχτικά, μήπως και

το όμορφο πρόσωπο του στραπατσαριστεί

απ’ τις βελόνες, αν πέσουν κάτω βροχή.

 

 

Ο καθρέφτης

 

Σε κοιτάζω στον καθρέφτη κι αναρωτιέμαι

τι να σημαίνει άραγε να είσαι τόσο ωραίος

και πώς και δεν αγαπάς τον εαυτό σου

μα τον κόβεις, έτσι που ξυρίζεσαι

σαν τυφλός.  Φαίνεται πως μ’ αφήνεις να κοιτάζω

για να στραφείς κατά του εαυτού σου

με μεγαλύτερη βία,

από ανάγκη να μου δείξεις ότι γδέρνεις τη σάρκα

με περιφρόνηση και χωρίς δισταγμό

ώσπου να σε δώ σωστά,

σαν άντρα που ματώνει, και όχι

την αντανάκλαση που επιθυμώ.

 

Ο κήπος 

 

Ο κήπος σε θαυμάζει.

Για χάρη σου αλείφεται με πράσινο χρώμα,

και με το εκστατικό κόκκινο των ρόδων,

για νάρθεις στο πλευρό του με τους εραστές σου.

 

Και οι ιτιές –

Κοίταξε πως τις έχει σχηματίσει αυτές τις πράσινες

τέντες της σιωπής.  Κι όμως,

χρειάζεσαι ακόμα κάτι,

το σώμα σου τόσο τρυφερό, ολοζώντανο ανάμεσα στα πέτρινα ζώα.

Παράδέξου το, είναι φριχτό να είσαι σαν κι αυτά,

άτρωτη.

 

Οι μικροί μαθητές

 

Τα παιδιά προχωρούν με τα μικρά τους σακίδια.

Και όλη μέρα οι μαννάδες πασχίζουν

να μαζέψουν τα όψιμα μήλα, κόκκινα και χρυσά,

σαν λέξεις μιας άλλης γλώσσας.

 

Και στην άλλη όχθη είναι αυτοί

που περιμένουν πίσω από τα μεγάλα θρανία

να δεχτούν αυτά τα πρόσφορα.

 

Με τι τάξη βαλμένα – τα καρφιά

όπου κρεμάνε οι μαθητές

τα πανωφόρια από γαλάζιο ή κίτρινο μαλλί.

 

Και οι δάσκαλοι θα τα διδάσκουν σιωπηλά,

και οι μανάδες θα παστρεύουν τους δεντρώνες για διέξοδο,

τραβώντας τα γκρίζα κλαδιά των δέντρων με τα φρούτα

που έχουν να προσφέρουν τόσα ελάχιστα πολεμοφόδια.

 

Αγγελιαφόροι

 

Περίμενε και θα σε βρουν.

Οι χήνες που πετάν χαμηλά πάνω απ’ τους βάλτους

Κι αστράφτουνε στα μαύρα νερά.

Σε βρίσκουν.

 

Και τα ελάφια –

Τι όμορφα!

σαν να μην είναι εμπόδιο το σώμα.

Φεύγουν αργά στο ξέφωτο

μες’ από μπρούτζινα επίπεδα στο φώς του ήλιου.

 

Γιατί να στέκονταν σε τέτοια ακινησία,

αν δεν περίμεναν;

Σχεδόν μαρμαρωμένα, μέχρι που σκουριάζουν

τα κλουβιά, στον άνεμο οι θάμνοι τρέμουν,

μαζεμένοι, δίχως φύλλα.

 

Άφησέ τη λοιπόν να βγει εκείνη την κραυγή

– λύτρωση, λύτρωση – σαν το φεγγάρι

που αποσπάται από τη γη κι ανεβαίνει

ολόγιομο σ’ έναν κύκλο από βέλη

 

ώσπου φτάνουν μπροστά σου

σαν νεκρά αντικείμενα, τη σάρκα φορτωμένα

και σύ ανώτερή τους, πληγωμένη και δεσπόζουσα.

 

Μαραθώνας

 

 

  1. Τραγούδι για Εμπόδια

 

Όταν με αγγίζει ο εραστής μου, αυτό που νιώθω στο σώμα

μοιάζει με την πρώτη κίνηση ενός παγετώνα πάνω στη γή,

καθώς μετακινείται ο πάγος και μετατοπίζει τεράστιους ογκόλιθους,

λόφους από βράχους κατηφείς: έτσι στα δάση τα ξεριζωμένα δέντρα

γίνονται μια θάλασσα από μέλη αποσυνδεδεμένα –

Και, όπου υπάρχουν πόλεις, λειώνουν κι αυτές,

οι κήποι που αναστενάζουν, όλες οι κοπελιές

που τρώνε σοκολάτες στις αυλές, και αργά

σκορπάνε τα χρωματιστά αλουμινόχαρτα: τότε, εκεί που ήταν η πόλη,

το ορυκτό, τα ξεθαμμένα μυστήρια:  κι έτσι βλέπω πως

ο πάγος είναι πιο δυνατός από τον βράχο, από τη σκέτη αντίσταση-

 

Έτσι, λοιπόν, για μας, στο μονοπάτι του, ο χρόνος δεν περνά,

ούτε μια ώρα.

 

(από το περιοδικό Η Λέξη, τεύχος 68, 1987)

Σημ Τα ποιήματα της Λουίζ Γκλυκ μεταφράζονται από τον Χάρη Βλαβιανό και τη Δήμητρα Κωτούλα και θα κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις Στερέωμα

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Θα ήθελα να κάνω μια διευκρίνιση:

    Από τις μεταφράσεις που παρουσιάζονται εδώ, μόνο το ποίημα “Αγγελιοφόροι” είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό “η λέξη” το 1987. Οι υπόλοιπες μεταφράσεις είναι μεταγενέστρες, όπως ίσως είναι εμφανές, μιας και η συλλογή Meadowlands εκδόθηκε το 1996.

    Χρήστος Τσιάμης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here