Λόγος περί «ψυχισμού» στο έργο του Διονυσίου Σολωμού

2
1028

 

 

 

Του Θανάση Καράβατου.

 

Το 1789, τη χρονιά που γεννήθηκε ο Διονύσιος Σολωμός, δημοσιεύτηκε η ανοικτή επιστολή του Franz Gall (1758-1828) προς τον βαρόνο Retzer, με την οποία εξέθετε τις σκέψεις του σχετικά με τον εγκέφαλο του ανθρώπου και των ζώων∙ όσα δηλαδή δίδασκε στη Βιέννη και θα αποτελέσουν τις βάσεις της Οργανολογίας του που θα αναπτύξει στη Γαλλία, στην αυγή του 19ου αιώνα, και θα καθιερωθεί μετά το 1816 ως Φρενολογία. Τυχαία και άνευ σημασίας, βέβαια, η χρονική αυτή σύμπτωση, πώς όμως να την προσπεράσουμε, γνωρίζοντας ότι ο Σολωμός στη φρενολογία κατέφυγε για να σατιρίσει τον γιατρό Ροΐδη.

Ο Gall έγραφε: «Σκοπός μου είναι να καθορίσω τις λειτουργίες του εγκεφάλου γενικά και αυτές των διαφόρων τμημάτων του ειδικότερα, να αποδείξω ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε διάφορες προδιαθέσεις και φυσικές κλίσεις με τη βοήθεια των εξογκωμάτων και των κοιλωμάτων που βρίσκονται πάνω στο κεφάλι ή στο κρανίο, και να εκθέσω με σαφήνεια τις πιο σημαντικές αλήθειες και συνέπειες που τα παραπάνω συνεπάγονται για την ιατρική τέχνη, την εκπαίδευση, τη νομοθεσία κλπ., και γενικώς για την πιο βαθιά γνώση του ανθρώπου».[i]

Κι ο Σολωμός θα γράψει στο αχρονολόγητο ιταλικό ποίημα Προς την ιδιότυπη ασυγκριτοσύνη του κοσκινισμένου πνεύματος του Δρ Ροΐδη: «Σήμερα του Γκάλλ τ’ αγέρωχα διδάγματα μου δείχνουν μέσα στο κρανίο σου  φουσκαλίδες [tubercoli] γεμάτες πολύτιμα αέρια. / Στριμώχνεται μέσα σε μια φουσκαλίδα άγνωστο πνεύμα δεινό, που δίνει προσάναμα στην ποίηση, ώστε να καούν όλες οι καρδιές / Θάδειχνα την άλλη πως είναι όμοια με του Σόλωνα, αν μπορούσα νάχω το κρανίο για να κάμω την σύγκριση. / […] Χαίρετε τρανές φουσκαλίδες, καλές για κάθε γνώση! Η μια είναι ταμείο των επιστημών, η άλλη των κανόνων. […]

Ανάλογο είναι το χρονολογημένο από τον Πολίτη ποίημα Πρωτοχρονιά (1824): «Ούλοι οι γιατροί του κόσμου / τώρα ας έλθουνε – μα ομπρός μου! – / Νάλθουνε να μ’ ονοράρουνε [καλούνται ονομαστοί γιατροί κι έπειτα συνεχίζει] Signor Gall, μες στσι καρκάλες [μεγάλα κεφάλια] / έσμπλαξες [έπιασες] κανένα Βζιτ ; [ήταν η Μούσα του Ροΐδη, κάτι σα φύσημα που το άκουγε, καθώς έλεγε ο ίδιος, μες στα μυαλά του]».

Ήταν από καιρό γνωστές[ii],[iii] οι σχετικές αναφορές, όταν  σχολίασα τα δύο αυτά ποιήματα στον Πόρφυρα,[iv] προσθέτοντας αργότερα κι ένα δεύτερο άρθρο για την ευκαιριακή και αποσπασματική αναφορά του Κάλβου στη φρενολογία μέσα από τα Μαθήματά του Ιόνιο Ακαδημία.[v] Πρώτη μου διαπίστωση ήταν πως ο Σολωμός και ο Κάλβος μετέχουν στην εισαγωγή του καινοτόμου[vi] όρου «φρενολογία» στα ελληνικά, αρκετά χρόνια πριν την ουσιαστική και εν εκτάσει εισαγωγή της με την Ψυχολογία (1841) του Γυμνασιάρχη της Ερμούπολης Γεωργίου Σερούιου.[vii] Δευτερευόντως, επεσήμαινα και κάποιες λεπτομέρειες που έθετε η μετάφραση της λέξης tubercoli / έπαρμα στο πρώτο ποίημα.

«Φουσκαλίδες» μεταφράζει τα «tubercoli» ο Λίνος Πολίτης, προφανώς, για να ταιριάξει η λέξη με τα «πολύτιμα αέρια / gaz preciosi», το «δεινό πνεύμα / spirtointenso» [αέρα σκέτο, θέλει να πει] που κουβαλάει στο κεφάλι του ο Ροΐδης. Ο Σολωμός όμως γνωρίζει ότι υπάρχουν φρενολογικά επάρματα-tubercoli που δημιούργησαν κατά την συνδιαμόρφωση εγκεφάλου και κρανίου, ανάλογα με την έκταση, το μέγεθος και τη θέση τους, τα «εξογκώματα» του κρανίου, γι’ αυτό και προσθέτει πως θα ’θελε να είχε το κρανίο του Σόλωνα «για να κάνει τη σύγκριση». Να επισημάνω, επίσης, ότι ο Σολωμός θα πρέπει να γνώρισε τις αντιλήψεις του Gall το 1824 ή νωρίτερα, ώστε να μη μείνει «ακάλυπτη» η Πρωτοχρονιά όπου υπάρχει επίσης αναφορά στον Gal. Δηλαδή νωρίτερα από ό,τι υπολόγιζε ο αείμνηστος Βελουδής, παραπέμποντας στο περιοδικό Bibliotheca Italiana, τεύχος Ιουλίου-Σεπτέμβριου 1826, όπου είχε δημοσιευτεί άρθρο σχετικό με τη φρενολογία.[viii] Ανάλογα πρέπει να χρονολογηθεί και το αχρονολόγητο σατιρικό ποίημα του Σολωμού. Εκτός, πάλι, κι αν η χρονολόγηση της Πρωτοχρονιάς δεν είναι ακριβής.

Θεωρώ λοιπόν πως ο Σολωμός θα «γνώρισε» τον Gall στην Ιταλία ή εκ της Ιταλίας, όπου η υποδοχή της φρενολογίας ήταν πρώιμη και επαρκώς ευνοϊκή. ΣτηνΙστορία της φρενολογίας,[ix] o Lanteri-Laura αναφέρει ότι από το 1805 υπήρχαν σχετικές πληροφορίες στις Éphémérides Chimiomédicales του Μιλάνου και ότι ο Fossatiείχε διδάξει φρενολογία στην Ιταλία το 1824. Ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά του τελευταίου προς τον Πρόεδρο της Φρενολογικής Εταιρείας του Εδιμβούργου,[x] όπου περιγράφει τις επαφές του με ομόφρονες ιταλούς καθηγητές και γιατρούς – ανάμεσά τους και κάποιος καθηγητής Μεταξάς (;) με τον οποίο συζητά ένα περιστατικό του από τη σκοπιά της φρενολογίας. Σημειώνεται έτσι η παρουσία μιας πρώιμης και ταχέως ανθηρής διδακτικής, κλινικής και εκδοτικής παρουσίας της φρενολογίας στην Ιταλία,[xi] όπου ξεχωρίζει ο καθηγητής Philippo Uccelli που δίδασκε φρενολογία και εξέδωσε το σύγγραμμα Compedio di anatomia fisiologicocomparata (1825-27).[xii]

 

*

Αυτονόητη λοιπόν η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντός μου για τον Σολωμό όταν, ξεφυλλίζοντας και πάλι το αφιέρωμα της Εστίας για τα 200 χρόνια από τη γέννησή του, στάθηκα στις ακόλουθες δυο επισημάνσεις του Γιάννη Δάλλα: (α) στον «επιστημονισμό»[xiii] του Σολωμού που «μαρτυρείται» στον Κρητικό των Αυτογράφων (1833-34) από το μοτίβο της «πετροκαλαμήθρας» –πρωτόγονη πυξίδα μα και αλεξικέραυνο–, και (β) στο γύρισμα από τα «τεχνολογικά» και «εμπράγματα» στην Ιδέα, στη στροφή «από το πραγματικό στην αλληγορική της σημασίας με τη φεγγαροντυμένη του υπερπραγματικού επιπέδου».[xiv] Το ενδιαφέρον μου ήταν και πάλι επιστημολογικό και ιστορικό, να δω δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη μπορεί να «υπηρετεί» τη λογοτεχνία σε μια δεδομένη εποχή.

Νεοκαντιανή και νεοπλατωνική ιδεοκρατία βλέπει στον Κρητικό ο Δάλλας, επισκοπώντας τις δύο κύριες επισημάνσεις του. Αλλά όχι μόνο, βλέπει και επιστήμες, φυσικές επιστήμες, μαγνητισμό και ηλεκτρισμό ακριβέστερα. Αν το εξειδικεύσουμε περαιτέρω είναι και κάτι παραπέρα: «ψυχολογία» επίσης. Ό,τι με αυτό το όνομα επιχειρεί εκείνο τον καιρό να περιγράψει τον ανθρώπινο «ψυχισμό» και βρίσκεται ακόμα, έστω ως ξεχωριστό κεφάλαιο, εντός της φιλοσοφίας. «Ψυχολογία», πάντως. Ποια ψυχολογία; Τη νεότευκτη, βέβαια, και προοδευτικώς αποσπώμενη από τη φιλοσοφία, ψυχολογία του καιρού του, που αρχίζει να βυθίζεται στα εσώτερα του ατόμου. Ψυχολογία, όμως. Πνευματοκρατική, με θεοσοφιστικές και μυστικιστικές αναμείξεις έστω, αλλά όχι «παραψυχολογία», όπως έχει αναφερθεί. Θα επανέλθω πιο κάτω.

Ο Ερατοσθένης Καψωμένος, διερευνώντας, στο ίδιο αφιέρωμα, το αφηγηματικό σχήμα της «δοκιμασίας», που υφίσταται ο Κρητικός, θα εντοπίσει την καίρια φάση της στην «εσωτερική σύγκρουση αξιών ή καθηκόντων»: από τη μια η διάσωση της αγαπημένης, από την άλλη η «φεγγαροντυμένη μορφή», σα μαγνητικό όραμα ομορφιάς και καλοσύνης που τον αποσπά από την προσπάθεια, σαγηνεύοντάς τον».[xv] Η δοκιμασία τελειώνει, μα η κόρη έχει πεθάνει. «Ένας στίχος που δεν βρήκε θέση στο κείμενο [του Κρητικού] του Πολυλά εξομολογείται: τούτη η ψυχή είναι βαθιά κι εγιόμισε από πόνο». Η επισήμανση είναι του Μαρωνίτη που προσθέτει ενισχυτικά και το ιταλικό αυτόγραφο του Σολωμού: «Η ηθική δύναμη που μπαίνει σε δοκιμασία από τη συφορά, και η άλλη, ντυμένη με μια γοητεία που κάνει στο τέλος πικρότερον το χαμό. Πεδίο δοκιμασίας είναι η ζωή (εδώ πινελιές σύντομες και βαθιές, έτσι που εδώ να φανερώνεται ο δυνατός χαρακτήρας του Κρητικού» [η πλαγιογράφηση δική μου]. Εδώ βλέπει ο Μαρωνίτης το «βάθος του έργου» που «έμεινε τελικά αστιχούργητο – σαν το βυθό που χρωματίζει το νερό της στέρνας».[xvi] Το χρωματικό αυτό φόντο είναι εμφανώς ψυχολογικό.

Άλλοι, αρμοδιότεροι εμού, έχουν ερμηνεύσει τη φεγγαροντυμένη, αναζητώντας και τις πηγές έμπνευσης του Σολωμού, ειδικά εδώ αλλά και γενικότερα. Ο Καψωμένος τυποποιεί τις περισσότερες εκδοχές, εστιάζοντας στον ιταλικό κλασικισμό, τον γερμανικό ρομαντισμό με τις συναφείς θεοσοφικές ιδέες και, συμπληρωματικά, τις ποικίλες διακειμενικές σχέσεις με γνωστά λογοτεχνικά και εικαστικά πρότυπα. Ο ίδιος θα σταθεί «στην ιδιότυπη κοσμοθεωρητική σύνθεση μονισμού και δυϊσμού, πανθεϊσμού και μεταφυσικής που ξεκινά από διπλές αφετηρίες [του Σολωμού], βιβλιακές και βιωματικές […]. Έτσι η σύγκρουση […] δεν είναι ανάμεσα σε δύο ασυμβίβαστους κόσμους, το φυσικό (της ύλης) και το μεταφυσικό (του πνεύματος), αλλά μέσα στο ίδιο Σύμπαν που περιλαμβάνει τις αντίθετες δυνάμεις». Δυνάμεις που μπορούν, «σε συγκεκριμένο επίπεδο, να λειτουργούν αρνητικά ή να έρχονται σε αντίθεση και να δημιουργούν σφοδρά διλήμματα στη συνείδηση του υποκειμένου (σύγκρουση αξιών)», κι άλλοτε μπορούν «να είναι θετικές, σεβαστές, ιερές καθαυτές».[xvii]

Ο Καψωμένος δεν θα παραλείψει να τονίσει ότι το πρότυπο αυτό ανήκει στη ρομαντική φυσική φιλοσοφία. Από τη θέση μου θα επισημάνω ότι το πρότυπο αυτό είναι η εξειδικευμένη έκφρασή του στο χώρο του ψυχισμού. Εξηγούμαι αμέσως, συμπυκνώνοντας αναγκαστικά.

Με την έξαρση των ατομοκρατικών τάσεων της αναγέννησης κατά τον 18ο αιώνα θα παρατηρηθεί μία μετατόπιση των πρακτικό-ηθικών προβλημάτων στο εκ της μεταφυσικής αναδυόμενο νέο ψυχολογικό πεδίο. Ταίριαζε, άλλωστε, και με την βαθύτερη ενασχόληση του ανθρώπου με τον εαυτό του, την αναδίφηση των συναισθημάτων του, που τότε άρχιζε. Το άτομο εντρυφά στο εσωτερικό της ζωής του και «η ατομικότητα απολαμβάνει τον εαυτό της».[xviii] Αλλά σ’ αυτό ακριβώς το πεδίο είναι που αναπτύσσονται κατά τον 19ο αιώνα έως και απόλυτα αντιθετικές αντιλήψεις για το νόημα και τα όρια της υπαγωγής της ψυχικής ζωής στη φυσική γνώση. Στο υλιστικό ρεύμα που τείνει να ταυτίσει την ψυχολογία με την φυσιολογία του εγκεφάλου αντιτίθεται ο ψυχολογισμός της συνείδησης ενώ η θετικιστική απάντηση στην έριδα εξαφανίζει, δια του Auguste Comte, την ψυχολογία από την κατηγορία των επιστημών.[xix]

Σε αυτό το πλαίσιο, η φιλοσοφία της φύσης και ο γερμανικός ρομαντισμός θα ωθήσουν τα ψυχολογικά πράγματα προς νέες μετατοπίσεις. Το έναυσμα βρίσκεται στη διπολικότητα των φαινομένων που προωθεί π.χ. ο Schelling, εναντιούμενος στην μηχανιστική ερμηνεία της φύσης μέσω της ρομαντικής βιταλιστικής[xx] έννοιας του οργανισμού : δίπλα στο δίπολο «Φύση-Πνεύμα» υπάρχει και το δίπολο «συναίσθημα-νόηση». Οι ρομαντικοί επιχειρούν να ξεπεράσουν τον διαφωτιστικό δυϊσμό μέσω ενός βιταλιστικού «μονισμού», από όπου δεν λείπει κάθε δυαδικότητα. Στο πλαίσιο αυτό «θα ανακτήσουν τα δικαιώματά τους, το μυστήριο, η ενόραση, η επιθυμία και το συναίσθημα».[xxi] Ο έλεγχος της νόησης επί των συναισθημάτων, που κρατούσε από τον Αριστοτέλη,[xxii] θα τεθεί σε δεύτερη μοίρα.

Παρά τη σύγκρουση, το νέο φιλοσοφικό ρεύμα θα απορροφήσει το παλιό. Ο διαφωτισμός είχε ανατιμήσει τη φύση, εξ ου και η απαρχή για την αυτονόμηση της ψυχολογίας,[xxiii] αλλά στο κέντρο της ρομαντικής σκέψης δεν θα είναι πλέον το σκεπτόμενο εγώ αλλά η ζωή της φύσης, μόνο που τώρα αυτή δεν μπορεί να αναχθεί στη γεωμετρία και τη μηχανική.[xxiv] Ο ρομαντισμός εγκαταλείπει τον ορθό λόγο και την κοινωνία για να δώσει θέση στο παράλογο και την ατομικότητα. Αναζητώντας τα θεμέλια της φύσης θα ανασκάψει την ανθρώπινη ψυχή για να φτάσει στα μύχια της, τη συναισθηματική ζωή. Γι’ αυτό θα ενθουσιαστούν οι ρομαντικοί με τον μεσμερισμό που τον μεταφράζουν βάσει των δυαδικών τους προδιαγραφών: στη φυσιολογία του ανθρώπου αναγνωρίζονται δυναμικά δίπολα που ανταγωνίζονται και αλληλοσυμπληρώνονται, όπως π.χ. εγρήγορση-ύπνος.[xxv]

Ο Σολωμός είναι ενήμερος για όλα αυτά. Ανεξάντλητη πηγή δεδομένων το βιβλίο Διονύσιος Σολωμός. Ρομαντική ποίηση και ποιητική του αείμνηστου Γιώργου Βελουδή[xxvi] που είχε αναδιφήσει εξαντλητικά τις γερμανικές, κυρίως, πηγές του Σολωμού: Στο επίκεντρο του, ο ρομαντικός μυστικισμός και ο μεσμερισμός με ξεχωριστό υποκεφάλαιο για το παραψυχολογικό υπόστρωμα του σολωμικού έργου που δεν είχαν προσέξει ως τώρα οι μελετητές. Σημαντικό το εύρημά του και ορθώς επισημαίνεται ότι μέσω αυτού θα διαπιστώσουμε και τις ευρύτερα ευρωπαϊκές του επιδράσεις. Κι έχει το δίκαιο με το μέρος του στην σχετική με τον μεσμερισμό αντιπαράθεσή του με τον Στ. Αργυρίου.[xxvii] Μόνο που υπάρχει εδώ ένας επιστημολογικός αναχρονισμός. Εκείνη την εποχή δεν γίνεται λόγος για παραψυχολογία καιπαραψυχολογικά φαινόμενα. Σπεύδω να πω ότι ο μεσμερισμός δεν ήταν η «περιληπτική» ονομασία φαινομένων όπως «η τηλεπάθεια, ο υπνωτισμός, η υπνοβασία, τοdéjà-vu, η παραίσθηση κτλ», καθώς γράφει [τα δύο τελευταία ανήκουν και σήμερα στη νευροψυχιατρική σημειολογία], παρόλο που ορθώς, λίγο πιο κάτω, αναφέρεται είτε στην μετεξέλιξη του μεσμερισμού προς τον τσαρλατανισμό του πνευματισμού, είτε προς την ανάδειξη της σημασίας που έχει η θεραπευτική σχέση γιατρού-ασθενούς που θα αναδείξει ιδιαίτερα ο φροϋδισμός.[xxviii] Όμως λίγο παρακάτω θα αναφερθεί «στο μεσμερισμό και τα συγγενικά του παραψυχολογικά φαινόμενα» [δική μου η πλαγιογράφηση], προσθέτοντας ασάφεια: Ο μεσμερισμός ταυτίζεται πρώτα με την παραψυχολογία, τον πνευματισμό και τα «κινούμενα τραπεζάκια», που έθελξαν επιστήμονες, λογοτέχνες και καλλιτέχνες, στις δύο όχθες του Ατλαντικού – του κλεινού άστεως μη εξαιρουμένου–[xxix] κι έπειτα αναφέρεται ως συγγενής όλων αυτών.

Ανατρέχοντας στην ιστορία του μεσμερισμού[xxx],[xxxi] και της διάδοσής του στην Ελλάδα,[xxxii],[xxxiii],[xxxiv] θα δούμε ότι ο ζωϊκός μαγνητισμός τουMesmer μπορεί να θεωρήθηκε απλώς και μόνο μια «αγυρτεία»,[xxxv] εντούτοις η σύγχρονη επιστημολογία θεωρεί πως αποτελεί στα τέλη του 18ου αιώνα μια σημαντική στροφή στην ιστορία της ιατρικής, των θεραπευτικών πρακτικών ειδικότερα. Διότι, από την πρώτη περίοδο της ακμής του, μεταξύ 1777 και 1785, που αντιστοιχεί στις δραστηριότητες του ίδιου του Μesmer στο Παρίσι, επανέφερε στο προσκήνιο την επίδραση του ψυχολογικού παράγοντα στην υγεία και τη νόσο, Η θεραπευτική του μέθοδος διέθετε ένα, σύμφωνο προς τον διαφωτισμό, ορθολογικό πλαίσιο που όμως δεν αγνοούσε τον μυστικισμό: ο χαρισματικός θεραπευτής αντλούσε θεωρία από τη φυσική –το μαγνητικό ρευστό αναλογεί στη βαρύτητα ή τον ηλεκτρισμό– για να προκαλέσει τη θεραπευτική –ιπποκρατικής έμπνευσης– «κρίση». Η στροφή αυτή θα προωθηθεί περαιτέρω, μετά το θάνατο του Mesmer το 1815, από τον μαρκήσιο de Puyssegurd που θα απομακρυνθεί από την θεωρία του μαγνητικού ρευστού και θα προσθέσει την «κλινική» έννοια του «μαγνητικού ύπνου», της «τεχνητής υπνοβασίας», διανοίγοντας έτσι το δρόμο για την έννοια της «θεραπευτικής σχέσης», ανάμεσα σε θεραπευτή (μαγνητιστή) και θεραπευόμενο (μαγνητιζόμενο). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν εδώ οι απόψεις του πορτογάλου Faria που θεώρησε τον «ζωικό μαγνητισμό» μια ιδιότητα της «ψυχής»: η υπνοβασία είναι ένας μερικός ύπνος, οφειλόμενος στην αυτοσυγκέντρωση του υποκειμένου και τον υποβοηθητικό, συμβολικό όμως, ρόλο του μαγνητιστή, ο οποίος περιορίζεται στο να δώσει τη σχετική εντολή, κάνοντας και κάποιες συμβολικές χειρονομίες, για να «κοιμηθεί» ο θεραπευόμενος.

Μέχρι το 1840 πολλαπλασιάζονται οι σχετικές Εταιρείες και τα αντίστοιχα περιοδικά, αλλά στην δεκαετία 1840-1850 θα επέλθει το «σοκ του πνευματισμού» –κατά την έκφραση του Ellenberger[xxxvi]– δηλαδή η απόλυτη εκτροπή στον τσαρλατανισμό, τη μαγεία και τον αποκρυφισμό. Πλην όμως, στην αρχή αυτής της περιόδου, ο Σκωτσέζος χειρουργός James Braid θα ονομάσει ύπνωση την «τεχνητή υπνοβασία» (1843) και θα μεταφέρει τις σχετικές έρευνες από τον χώρο του ψυχικού στο επίπεδο της ψυχοφυσιολογίας, χρησιμοποιώντας την ύπνωση και ως νάρκωση στη χειρουργική του πρακτική.[xxxvii] Όλη αυτή η μακρόχρονη πορεία της θεωρίας και της πρακτικής του ζωϊκού μαγνητισμού κατέλειπε ένα γόνιμο πεδίο κλινικών και ψυχοπαθολογικών γνώσεων σχετικά με το πανάρχαιο πρόβλημα της υστερίας, απ’ όπου, στα τέλη του 19ου αιώνα, θα αντλήσουν, αρχικά η σχολή του Nancy (Bernheim), η σχολή της Salpêtrière (Charcot) και στη συνέχεια ο Freud.

Παραπλεύρως θα αναπτυχθεί και η παραψυχολογία. Το όνομα θα το δώσει ο γερμανός φιλόσοφος και ψυχολόγος Max Dessoir το 1889, δημοσιεύοντας στο περιοδικό Sphinx την απάντησή του σε κείμενο του Ludwing Brunn όπου επιχειρούσε να ερμηνεύσει ασυνήθη ψυχικά φαινόμενα: Χωρίς να υποτιμώνται οι «επιστημονικές βάσεις φαινομένων όπως η ύπνωση», πρέπει να «προσθέσουμε το πρόθεμα παρά- σε κάθε τι που βρίσκεται στα όρια της κανονικότητας», και –κατ’ αναλογία προς όρους σαν τους παραγένεσηπαραλογισμός, παράνοια, πάρεργον κ.λπ.–, να ορίσουμε ως παραψυχικά όλα τα φαινόμενα που δεν αποτελούν μέρος της συνήθους ψυχικής λειτουργίας και ως παραψυχολογία την επιστήμη που τα μελετά».

Εμπνεόμενος από τη φιλοσοφία της φύσης του Schelling, o Dessoir αρνιόταν, εντούτοις, να δώσει πλήρη πίστη σε κάθε ρομαντική και μυστικιστική ερμηνεία των ειδικών καταστάσεων του ψυχισμού. Γι’ αυτό: (α) θεωρούσε τα παραψυχολογικά φαινόμενα ως προϊόντα μιας δεύτερης –κατώτερης και λειτουργούσας εκτός πραγματικότητας– συνείδησης, όντας δυνατότητα του καθενός, επομένως, αντίθετα προς τον Lombroso, απέρριπτε τον παθολογικό τους χαρακτήρα, (β) απέκλειε από το τομέα της παραψυχολογίας τη θεοσοφία και τον πνευματισμό και (γ) δεν περιελάμβανε εδώ τα «εξαιρετικά φυσικά φαινόμενα», για τα οποία δημιούργησε τον όροπαραφυσικά. Τέλος θα προτείνει τη μετονομασία της παραψυχολογίας σε πειραματική ψυχοπαθολογία, πλησίον της πειραματικής ψυχοφυσιολογίας.[xxxviii]

 

*

Κλείνω με μια παρατήρηση του Στέφανου Ροζάνη: Ο Σολωμός «δεν διάβασε τον Hegel, τον Schiller, τον Milton, τον Shakespeare. Κάποτε τους αντάμωσε στο δρόμο του και βρήκε την καρδιά του μέσα τους. Δεν τους δανείστηκε κι ούτε τους χρησιμοποίησε – τους ανακάλυψε. Και θα πρέπει να ξεχωρίσουμε καλά τι σημαίνει ανακάλυψη για έναν ποιητή. Γιατί πράγματι σημαίνει εξ αρχής δημιουργία, σημαίνει αγωνία που επενδύει, σημαίνει ώρα Αποκάλυψης».[xxxix]

[i] Βλ. Ζορζ Λαντερι-Λορά. Ιστορία της φρενολογίας. Μετάφραση Κώστα Πόταγα. Πρόλογος Θανάση Καράβατου. Αθήνα, Εξάντας 1999, σ. 132.

[ii] Βλ. Γιώργος Βελουδής,  Διονύσιος Σολωμός – Ρομαντική ποίηση και ποιητική. Εκδ. Γνώση, Αθήνα 1989.

[iii] Περικλής Παγκράτης, «Η γυναίκα της Ζάκυνθος – Η αντιστοιχία μορφής και ψυχής». Χρονικά της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών V, Κέρκυρα 1994, σ. 7-23.

[iv] Θανάσης Καράβατος, «Ο Franz Joseph Gall και η φρενολογία του σε δύο ιταλικά ποιήματα του Σολωμού». Πόρφυρας, τχ 107 (2003), σ. 106-110.

[v] Θανάσης Καράβατος, «Και πάλι για τη φρενολογία. Αυτή τη φορά και για τον Κάλβο». Πόρφυρας τχ 111 (2004), σ. 53-58.

[vi] Με τη «χαρτογράφηση» 27 ψυχονοητικών κλίσεων στον επιστημονικά «ανυπόληπτο» ως τότε εγκεφαλικό φλοιό, η φρενολογία του Gall αποτέλεσε το προοίμιο της σύγχρονης νευροψυχολογίας που άρχισε με το έργο του Broca  και του Wernicke για τις αφασίες στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα. Βλ Θανάσης Καράβατος. «Φυλογένεση και οντογένεση της έννοιας αφασία», στο βιβλίο  Συζητήσεις για το Λόγο στο Αιγινήτειο (επιμ. Πόταγας Κ, Ευδοκιμίδης Ι.) Συνάψεις Ι, Αθήνα 2008, σ. 35-52.

[vii] Θανάσης Καράβατος. Τα πρώτα βήματα της ψυχολογίας στην Ελλάδα. Η Ψυχολογία του Γ. Σερούιου (1841). Οδυσσέας / Τρίαψις Λόγος, Αθήνα 1991.

[viii] Γιώργος Βελουδής.  Διονύσιος Σολωμός, ό.π, σ. 244.

[ix] Λαντερί-Λωρά Z, Ιστορία της φρενολογίας. Ό.π. σ. 234-235 & σ. 248

[x] Giovani Fossati, «La phrénologie en Italie – Rapport fait à M. le Président de la Société phrénologique d’Édimbourg», στο βιβλίο Giovani Fossati. Physiologie du cerveau. LibrerieD’Amyot, éditeur, Paris 1869, σ. 133-150.

[xi] Ενδεικτικά, η έκδοση στη Μπολόνια το 1807 του Sul sistema craniologico (με εικόνες) του καθηγητή Moreschi, το Exposition de la doctrine de Gall (παραθέτει τη γαλλική μετάφραση του ιταλικού τίτλου) του γιατρού Mayer στη Νάπολη το 1809 και η δημοσίευση το 1808 από την Εταιρεία για την Ενθάρρυνση των Επιστημών του Μιλάνου, πέντε άρθρων για τις κυριότερες θέσεις που ανέπτυσσε στα μαθήματά του ο Gall.

[xii] Revue εncyclopédique des productions les plus remarquables dans les sciences, les arts indistruelles, la litterature et les beaux arts. Par une réunion des membres  de lInstitut. Paris1828, σ. 151.

[xiii] «Επιστημοσύνη» καλύτερα, προς αποφυγήν πιθανών επιστημολογικών συνειρμών περί παντοδυναμίας της επιστήμης κ.λπ., που επισύρει ο όρος επιστημονισμός, και μάλλον δεν ταιριάζουν στην περίπτωση.

[xiv] Γιάννης Δάλλας, «Εγώ το σίδερο κι αυτή η πετροκαλαμήθρα (από τη γείωση την απογείωση ενός μοτίβου)». Νέα Εστία [αφιέρωμα στον Σολωμό], τχ 1707 (1998), σ. 1248-1288.

[xv] Ερατοσθένης Καψωμένος, «Ο Κρητικός του Σολωμού. Αφηγηματικές και σημασιακές δομές». Νέα Εστία [αφιέρωμα στον Σολωμό], τχ 1707 (1998), 144, σ. 1248-1288.

[xvi] Δ. Ν. Μαρωνίτης. «Οι εποχές του Κρητικού» [1974]. Στο βιβλίο (επιμ. Γ. Κεχαγιόγλου), Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού. Επιλογή κριτικών κειμένων. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης , Ηράκλειο 2003, σ. 215-228.

[xvii] Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος. «Lo spirito terrestre. Η ποιητική εικόνα της φεγγαροντυμένης, η καταγωγή της και η ερμηνεία της από την κριτική»  [1991]. Στο βιβλίο (επιμ. Γ. Κεχαγιόγλου), Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού. Ό.π. σ. 411-427.

[xviii] Wilhelm Windelband & Heinz Heimsoeth, Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας, ΜΙΕΤ Αθήνα 1986, τόμος Β’ σ. 292.

[xix] Wilhelm Windelband & Heinz Heimsoeth, Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας, Ό.π., τόμος Γ΄ (το κεφάλαιο «Η πάλη για την ψυχή»), σ. 140-158).

[xx]  Ως αντίπαλος του μηχανικισμού, ο βιταλισμός ερμηνεύει τη ζωή, όχι μέσω του πνεύματος, αλλά δια της ζωϊκής δύναμης. Μιας δύναμης, ίδιας τάξης με τις άλλες φυσικές η χημικές δυνάμεις της Φύσης, οι οποίες, όμως, δεν ανάγονται σε απλές μηχανικές η φυσικοχημικές διαδικασίες και επομένως δεν υπόκεινται στην πειραματική επιστημονική ανάλυση.

[xxi] Antoine Faivre, «Η φιλοσοφία της φύσης στον γερμανικό ρομαντισμό». Ιστορία της φιλοσοφίας. 19ος αιώνας, ρομαντικοί-κοινωνιολόγοι. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1982, σ. 23-65.

[xxii] Θανάσης Καράβατος, «Οι αρχαιολληνικές ρίζες της ψυχοπαθολογίας», Σύναψις  τχ 15 (2009), σ. 6-11.

[xxiii] Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός. Τόμοι Α & Β. Θεμέλιο, Αθήνα 1987.

[xxiv] Pierre Trotignon, Από τον Γκαίτε στον Schopenhauer. Ιστορία της φιλοσοφίας, ό.π. σ. 11-22.

[xxv] Henri Ellemberger, À la découverte de l’inconscient. Simep – Editions, Villeurbanne France 1974, σ. 168-173.

[xxvi] Γιώργος Βελουδής, Διονύσιος Σολωμός. Ό.π.

[xxvii] Γιώργος Βελουδής, «Σολωμός και « Σολωμιστές»  ή Κριτική της άκριτης κριτικής». Περίπλους  τχ 46-47 (1998), σ. 43-56.

[xxviii] Γιώργος Βελουδής, Διονύσιος Σολωμός,  ό.π., σ. 290-292.

[xxix] Θανάσης Καράβατος, «Από τον ζωικό μαγνητισμό και την ύπνωση στον πνευματισμό». Σύναψις τχ 4α (2006), σ.126-131.

[xxx] Henri Ellenberger, À la découverte de l inconscient. Ό.π., σ. 13.

[xxxi] Jacques Postel, Claude Quetel, Nouvelle histoire de la psychiatrie. Toulouse, Privat, 1983.

[xxxii] Θανάσης Καράβατος, «Ερμής ο Λόγιος: ένα βήμα διαλόγου για τη μετακένωση του ζωϊκού μαγνητισμού» Τα Ιστορικά, τχ 23 (1995), σ. 299-316.

[xxxiii] Θανάσης Καράβατος. «Από τον ζωικό μαγνητισμό και την ύπνωση στον πνευματισμό». Ό.π.

[xxxiv] Θανάσης Καράβατος, «Οι απαρχές της Δυναμικής Ψυχιατρικής στην Ελλάδα». Εντός, εκτός και επί της Ψυχιατρικής, τχ 2 (2002), σ. 11-20.

[xxxv] Νικόλαος Λούρος. Όταν η επιστήμη οδηγεί στην αγυρτείαΑναδρομές. Γρ. Παρισιάνος, Αθήνα 1967, σ. 126-137.

[xxxvi] Henri Ellenberger, όπ., σ. 73.

[xxxvii] Nathan Kravis.  James Braid’s psychophysiology: a turning point in the history of dynamic psychiatry. American Journal of Psychiatry, τχ 10 (1988), σ. 1191-1206.

[xxxviii] Pascal Le Malefan, Les délires spirites, le spiritisme et la métapsychique dans la nosographie psychiatrique française. Thèse pour le Doctorat du 3ème cycle d’anthropologie et écologie humaine. Université Paris-V, 1988, Annexe I.

[xxxix] Στέφανος Ροζάνης. «Το δαιμονιακό ύψιστο» [1974] Στο βιβλίο (επιμ. Γ. Κεχαγιόγλου), Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού. Επιλογή κριτικών κειμένων. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2003, σ. 229-243.

 

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Είδα με καθυστέρηση την απολύτως ορθή παρατήρησή σας για το χρόνο γέννησης του Σολωμού (1798), για την οποία και σας ευχαριστώ. Δυστυχώς η απροσεξία μου βοήθησε τον γνωστό δαίμονα του πληκτρολογίου που αντέστρεψε τους αριθμούς 98 / 89. Μόνο που η σχέση της χρονολογίας αυτής με την επιστολή του Gall παραμένει η ίδια, όσο ασήμαντη κι αν είναι, όπως σημειώνω. Για τον απλούστατο λόγο ότι και η επιστολή του Gall είναι επίσης του 1798, όπως άλλωστε καταγράφεται στην Ιστορία της Φρενολογίας του Ζορλ Λαντερί-Λορά όπου παραπέμπω. Λάθος μου βέβαια να μην την αναφέρω και στο σώμα του κειμένου, οπότε θα εντοπιζόταν εγκαίρως ο «δαίμων».
    Θανάσης Καράβατος, 6/7/2016

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here