Λήθη, μνήμη, φύση στο “Δρολάπι” του Ε.Αυδίκου (της Φανής Κεχαγιά)

0
155

 

της  Φανής Κεχαγιά (*) 

Λαίλαπα κυριολεκτικά σημαίνει άνεμος, θύελλα, ανεμοστρόβιλος. Μεταφορικά, η λέξη αποδίδει οποιοδήποτε καταστροφικό γεγονός. Λαίλαπα, η: ουσιαστικό θηλυκό. Υδρολαίλαπας είναι η ψιλή βροχή με σφοδρό άνεμο. Υδρολαίλαπας, ο: ουσιαστικό αρσενικό. Συναντιέται ιδιωματικά και ως δρόλαπας ή δρολάπι. Δρολάπι, το: ουσιαστικό ουδέτερο. Αυτή την εκδοχή της λέξης, σε γένος ουδέτερο, επιλέγει ο Ευάγγελος Αυδίκος για το μυθιστόρημά του: Δρολάπι. Το εξώφυλλο συνηγορεί στην κυριολεκτική σημασία της λέξης, στο ανεμόδαρτο ψιλόβροχο. Αλλά είναι πράγματι έτσι; Ή μήπως ο τίτλος και το εξώφυλλο λειτουργούν μόνο ως προκάλυμμα κάποιου καταστροφικού γεγονότος που ξετυλίγεται στις σελίδες του βιβλίου; Ή και πολλών;

Η εποχή μας βρίθει από λαίλαπες, μα οι πολλοί περιορίζονται συνήθως σε ρηχές και ανυπόστατες καταστροφολογίες, στην καλύτερη απλώς σιωπούν. Το Δρολάπι δεν σιωπά.  Ο Ευάγγελος Αυδίκος δεν υποκύπτει στη συγγραφική ευκολία των τεχνασμάτων, δεν χρησιμοποιεί φτηνά κόλπα. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Περιγράφει την καταιγίδα, την παλιά πολυθρόνα, τη θάλασσα, το μονότοξο ηπειρώτικο γεφύρι της Πλάκας. Τη ζήλια. Τα νερά του Άραχθου, το κατσικάκι το βετούλι το χρονιάρικο, τις ανεμογεννήτριες. Την αναπηρία, την κλιματική αλλαγή, την απώλεια εργασίας, την αγάπη. Τις ΜΚΟ, τον Αμαζόνιο, το κοράκι με το όνομα Αίσωπος, την αϋπνία, τον φράχτη στον Έβρο, μια οξιά. Την ταυτότητα, τη μνήμη. Ονοματίζει κάθε πράγμα με το όνομά του. Χωρίς ωραιοποιήσεις, περιστροφές. στιλιζαρισμένη γραφή που αποκοιμίζει και φιοριτούρες. Το δρολάπι είναι δρολάπι. Η συντροφικότητα και η αγάπη διαχωρίζονται από την ανάγκη του σώματος για χάδι. Το καθετί είναι διακριτό. Η μνήμη είναι μνήμη και η απώλεια μνήμης είναι απώλεια μνήμης. Η απώλεια είναι απώλεια. Και οι ήρωες του Ευάγγελου Αυδίκου περιδινούνται στο δρολάπι της απώλειας.

Στο Δρολάπι, η αόριστη αίσθηση μιας υπόρρητης απειλής ή μιας επικείμενης τραγωδίας που ενδέχεται να ξεσπάσει οποιαδήποτε στιγμή διατρέχουν τις σελίδες από την αρχή ως το τέλος. Τον έλεο και τον φόβο της αρχαίας τραγωδίας τα βιώνει ο αναγνώστης αυξανόμενα όσο τα τρία ζεύγη των πρωταγωνιστών, ως τραγικοί ήρωες, παρασυρμένοι από περίεργα παιχνίδια της μοίρας, εμπλέκονται σε καταστάσεις πέρα από τις δυνάμεις και τα θέλω τους και, ερήμην τους, αλληλοπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι εξελίξεων. Αναξιοπαθούν μέχρι την τελική αριστοτελική κάθαρση.

Και είναι ακριβώς η συνάρμοση των λέξεων του Ευάγγελου Αυδίκου που, σαν τα άλλοτε κοχλάζοντα και άλλοτε γαληνεμένα νερά του Άραχθου, δίνει το ρυθμό της πλοκής, τα φορτίσιμο και τα πιανίσιμό της. Στο Δρολάπι, οι λέξεις είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές, αφού αυτές συνθέτουν την ορατή δράση της ιστορίας: αυτές που λέγονται, κορυφώνοντας φορτίσεις, συγκρούσεις και εντάσεις, και ακόμη περισσότερο αυτές που δεν λέγονται, αλλά υπονοούνται, λειτουργώντας ως φορείς τρομακτικών αληθειών που υφέρπουν κάτω από την τραχιά επιφάνεια της ιστορίας.

Τρία ζευγάρια στο κέντρο της ιστορίας: Αρσινόη και Λυσίμαχος-Μάχος, Κώστας και Ιρένε-Ρήνα, Μίκα και Κριστ. Η κυριολεκτική αναπηρία του Μάχου μπροστά, η συναισθηματική αναπηρία των υπόλοιπων στο φόντο. Περιφερειακά, άλλο ένα ζευγάρι με διαφορετική διαχείριση της αναπηρίας, ο Αποστόλης και η Θάλεια. Η διπλή αναφορά  του Ευάγγελου Αυδίκου στην αναπηρία (του Μάχου και της Θάλειας) δεν συνιστά μόνο προφανές και αιχμηρό κοινωνικό σχόλιο. Παρά τις λεπτότατες αποχρώσεις με τις οποίες αποδίδεται ο αθέατος για τους περισσότερους από εμάς Γολγοθάς των αναπήρων και των ανθρώπων που στέκονται δίπλα τους, η αναπηρία στο Δρολάπι λειτουργεί ως σύμβολο – όπως και πολλά άλλα, άλλωστε, εφόσον το βιβλίο είναι γεμάτο τόσο από σύμβολα και συμβολισμούς όσο και από κοινωνικά σχόλια.

Ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν την αναπηρία τους ο Λυσίμαχος και η Θάλεια δύναται να αναγνωστεί εκ παραλλήλου: ο οργισμένος τρόπος του Λυσίμαχου –που συχνά ρέπει προς την εγκατάλειψη– ως διαχρονική αναπηρία κάποιων ανθρώπων να ξεπεράσουν δυσκολίες και να γιατρευτούν από «τα ανεμόβροχα της ψυχής» (φράση παρμένη από το τίτλο του 6ου κεφαλαίου του βιβλίου)· ο μαχητικός τρόπος της Θάλειας ως η μανιασμένη προσπάθεια του ανθρώπου να γαντζωθεί από τη φωτεινή πλευρά της ζωής. Εν γένει, η σωματική αναπηρία στο Δρολάπι μπορεί άνετα να υπαινίσσεται την ψυχική, πνευματική και συναισθηματική αναπηρία του σύγχρονου ανθρώπου να διαχειριστεί συνολικά την καθημερινότητα ή μεμονωμένες πλευρές της. Επομένως, σύμβολο η αναπηρία, αλλά σύμβολα και ο Λυσίμαχος και η Θάλεια. Και, κατ’ επέκταση, και οι σύντροφοί τους, Αποστόλης και Αρσινόη.

Το νερό, να άλλο ένα σύμβολο που φανερώνεται εξαρχής από τον τίτλο: υδρολαίλαπας. Το νερό σχεδόν σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς, στους μύθους και στις θρησκείες έχει βαθύ συμβολικό νόημα και το Δρολάπι του Ευάγγελου Αυδίκου είναι ξέχειλο από νερό που διατρέχει τις σελίδες σε κάθε μορφή και με διάφορους συμβολισμούς: εμφανίζεται ως τα αγριεμένα κύματα που ξεπλένουν τους δισταγμούς της Αρσινόης· ως οργισμένο θολό ποτάμι που παρασύρει το παραδοσιακό πέτρινο γεφύρι· γίνεται αφέψημα που με μέλι καταπραΰνει, γίνεται δάκρυα –του βωβού Μάχου–, γίνεται λαίλαπα που σαρώνει συνειδήσεις, αποφάσεις, παρελθόν και μνήμη, γίνεται μπάνιο εξαγνιστικό, εμφανίζεται βρομισμένο, γίνεται λεκές που λερώνει καθαρά πατώματα, αποκτά όνομα –Άραχθος και Αμαζόνιος και παραλία Θεσσαλονίκης και Μεγάλη Πρέσπα–, αναζωογονεί ένα διψασμένο κοράκι, γίνεται επικίνδυνη ομίχλη και πηχτή υγρασία… Το νερό, αλμυρό και γλυκό, πλημμυρίζει το Δρολάπι με όλους τους υπόκωφους συμβολισμούς του και, αναπόφευκτα, παρασέρνει με τη μεταμορφωτική του δύναμη τον αναγνώστη σε βαθύτερες ερμηνείες.  

Το κοινωνικό σχόλιο βοά στο Δρολάπι: κλιματική αλλαγή (ένας υδρολαίλαπας προκαλεί την κατάρρευση του μονότοξου γεφυριού της Πλάκας, που συνέβη το 2015), άστεγοι, ανεργία, αστικοποίηση, μετανάστευση, ΜΚΟ, τουρισμός και αισχροκέρδεια, Marfin Bank, ανεμογεννήτριες στη θέση αιωνόβιων δασών, η ερήμωση της Μεγάλης Πρέσπας, η περιθωριοποίηση του Έβρου, διμοιρίες των ΜΑΤ εναντίον διαδηλωτών, ο υπερφίαλος καταναλωτισμός, τα δημοσιογραφικά ρουσφέτια, όλα ζοφερός χάρτης και ρεαλιστική αποτύπωση μιας Ελλάδας που δεν απώλεσε τη μνήμη της ερήμην της και ακαριαία, όπως η Αρσινόη και ο Μάχος, αλλά τη χάνει σταγόνα σταγόνα κάθε μέρα εν γνώση της.

Ο Ευάγγελος Αυδίκος δεν σιωπά. Τα λέει έξω από τα δόντια, μα χωρίς τυμπανοκρουσίες και δριμεία κατηγορώ, δίχως διόλου να κουνά το δάχτυλο με διδακτισμό. Δεν μέμφεται, δεν καταγγέλλει. Απλώς τοποθετεί την κεντρική του ιστορία και τις μικρότερες που την πλαισιώνουν στο αληθινό σκηνικό της σύγχρονης Ελλάδας, κάτι που καθιστά αδύνατο να την αφήσει αμπόλιαστη από ρεαλιστικές καταγραφές που συνθέτουν την πραγματικότητα. Εντέλει, τα λέει όλα. Όλα τα ξεσκεπάζει. Απογυμνώνει την Ελλάδα χαμηλόφωνα, κουβεντιαστά, με αγάπη μα και με παράπονο.

Λιτοί και δωρικοί –κυρίως, άρθρο συν ουσιαστικό–, είναι οι τίτλοι και των δέκα κεφαλαίων του βιβλίου. «Η Ρήνα». «Το σύθαμπο». «Το χαρτόκουτο». «Το τριζόνι». «Το λουκέτο». «Η μπίμτσα». Η μπίμτσα, εκτός από τίτλος του 7ου κεφαλαίου, αποτελεί και ένα ελάχιστο δείγμα της γοητευτικής ηπειρώτικης ιδιόγλωσσας με την οποία διανθίζει την ιστορία του ο Ευάγγελος Αυδίκος. Σύμφωνα με την Ειρήνη Χατζοπούλου, «οι γεωγραφικές ιδιόλεκτοι έχουν μια εκφραστική δύναμη κι έναν σημασιακό πλούτο συμπυκνωμένο με σύντομη λακωνικότερη κι ευθύβολη διατύπωση. Πολλές λέξεις ηχοποιητικά φτιαγμένες αποκαλύπτουν τη στενή βιωμένη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, με τα έμβια αλλά και άψυχα στοιχεία της, δίνουν ακριβείς γλωσσικές αναπαραστάσεις και σημασιακούς χυμούς που δεν μπορεί να αποτυπώσει η επίσημη εκδοχή της τυποποιημένης γλώσσας». Κανούτα, βετούλι, μαντανία, τσέργα, στρέχα, λόζιο, όχτος, γρέκι, αγκούσα, λέξεις ηχοποιητικές διάσπαρτες, κρατούν στιβαρό τον εσωτερικό παλμό του βιβλίου: «Όπου να ’ναι θα βγει η ψυχή της γέφυρας, δεν την ακουρμάς;»

Στην ιστορία είναι κεντημένη, με σεμνότητα που δείχνει συγγραφική μαεστρία, και πληθώρα λογοτεχνικών και διακειμενικών αναφορών. Ο James Joyce, που αναφέρθηκε. Η Σαπφώ με το δίστιχο «Ο όμορφος είναι όμορφος όσο μπροστά σου στέκει. Μα ο αγαθός είν’ όμορφος κι αργότερα και πάντα». Ο Οιδίπους επί Κολωνώ. Ο Ερωτόκριτος. Ο μύθος με την Αφροδίτη, τον Άρη και τον Ήφαιστο. Ο Τάσος και η Γκόλφω. Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες. Ο Αίσωπος και το κοράκι του. Κονδύλης, Σεφέρης, Θωμάς Γκόρπας, Βιζυηνός, Μητσάκης, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, Θεοτόκης, Καβάφης. Ο Οκτάβιο Παζ, ο Τέλλος Άγρας και ο Σαχτούρης. Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε. Η Πόλυ Χατζημανωλάκη. Ο Επίκτητος. Ο Μόμπι Ντικ.

Κι έπειτα, είναι και οι ήχοι. Η «Συμφωνία της Χαράς» του Μπετόβεν. Η βοή των αφηνιασμένων θαλασσινών κυμάτων και του αφρισμένου Άραχθου. Το δημοτικό «Αρχοντογιός». Οι φαγάνες των συνεργείων που ξηλώνουν δέντρα, για να φυτέψουν ανεμογεννήτριες. Τα μουγκρητά του Μάχου. Αναστεναγμοί. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Το τιτίβισμα του σπουργιτιού. Θυμωμένες φωνές, του Κώστα, της Ρήνας, του Κριστ.

Άλλο ένα χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι η κινητικότητα των ηρώων, μια κινητικότητα που θυμίζει τη διαρκή ροή και την ευελιξία του νερού. Σαν κυνηγημένοι από εσωτερικούς δαίμονες, οι ήρωες στο Δρολάπι, πρωταγωνιστές και δευτερεύοντες, κινούνται διαρκώς, αλλάζουν τόπο κατοικίας, ταξιδεύουν, μετακινούνται ανέστιοι, ανίκανοι να βγάλουν ρίζες όπως τα δέντρα που τους περιβάλλουν, μετακυλούν και μετατοπίζονται αλλάζοντας μορφή, σαν το νερό. Η Αρσινόη και ο Μάχος από τη Θεσαλονίκη, όπου αρχικά κατοικούν μετά το ατύχημα, μετακομίζουν στο Κανάλι, στην Πρέβεζα. Η Ρήνα και ο Κώστας εγκαταλείπουν την Αθήνα για να ζήσουν στα Τζουμέρκα. Η Μίκα κινείται μεταξύ Βραζιλίας και παντού στον κόσμο και ο Αμερικάνος Κριστ έχει ξανάρθει πολλές φορές στην Ελλάδα. Ο Αποστόλης και η Θάλεια σκαρφαλώνουν βουνά, ο Γερμανός βοτανολόγος Μπερτ ταξιδεύει για να μελετά τα φυτά του.

Γι’ αυτό και, μαζί με τους ανθρώπους, πρωταγωνιστές γίνονται και οι τόποι. Πόλεις (Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κομοτηνή, Ιωάννινα, Πρέβεζα), περιοχές ευρύτερες (Έβρος, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Πρέσπες), χώρες (Αμερική, Γερμανία, Νορβηγία, Βραζιλία), ποτάμια φυσικά (ο Άραχθος, ο Λούρος, ο Αμαζόνιος), βουνά, χωριά, βρύσες, βουνοκορφές, γεφύρια, όλα μέσα από την ικανή γραφίδα του Ευάγγελου Αυδίκου στήνουν το κινηματογραφικό σκηνικό και το γεωφυσικό ανάγλυφο πάνω στο οποίο κάποιοι ήρωες παλεύουν να ριζώσουν ή άλλοι, ακριβώς το αντίθετο, να μη ριζώσουν.

Αλλά, αναγνώστη, μη γελαστείς. Μπορεί φαινομενικά πρωταγωνιστές στο Δρολάπι να είναι οι άνθρωποι, αλλά στην ουσία ο πρωταγωνιστής είναι ένας: η φύση. Το ίδιο το δρολάπι, η θάλασσα, ο Άραχθος, το νερό, η οξιά, η βελανιδιά, η κουμαριά, η κατσικούλα του Κώστα, το κοράκι της Αρσινόης, ένα σπουργίτι, τα βότανα του Μπερτ, η λαμπηδόνα, τα σκόρδα του Χυρσοναλάντη, τα φασόλια των Πρεσπών, φλοιοί δέντρων, πουρνάρια, κούτσουρα και ρίζες γίνονται κέντρο αναφοράς στο Δρολάπι, αφού χωρίς τη φύση, έξω από τη φύση, «Παραπαίουμε και κλυδωνιζόμαστε στο ελαφρό αεράκι στο μεσοπέλαγο». Η φύση πρωτοστατεί στο Δρολάπι, γίνεται μητρική αγκαλιά στην οποία οι ήρωες ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους, μα μπορεί να γίνει και θηρίο. «Η φύση καραδοκεί, ξέρει να κάνει υπομονή, γνωρίζει πως οι άνθρωποι είναι αλαζόνες», σκέφτεται η Αρσινόη. Και, «Τελικά, όλα μπορούν να σε ξεγελάσουν, αν περιοριστείς σ’ αυτό που φαίνεται».

(*) H Φανή Κεχαγιά είναι συγγραφέας, φιλόλογος

Ευάγγελος Αυδίκος, Δρολάπι, Βιβλιοπωλείον τη Εστίας 

Προηγούμενο άρθροΚατερίνα Ευαγγελάτου, «The Doctor»  και η «κουτσομπόλα ανθρωποφάγα ηθική»(της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΗμέρες πιάνου – Ο Σάκης Παπαδημητρίου με τον φακό του Αν. Ζαχαράτου (του Γιάννη Μουγγολιά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ