Λίου Ρουί Χονγκ:Ο Κινέζος Λεωνίδας

0
736

Της Έλενας Αβραμίδου.

Λέγεται Λούι Ρουί Χονγκ, όλοι όμως τον γνωρίζουν ως Λεωνίδα, και έτσι τον αποκαλούν. Εδώ και 35 χρόνια υπηρετεί την ελληνική γλώσσα μεταφράζοντας σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στα κινέζικα. Έγινε γνωστός από τις μεταφράσεις του τού Σεφέρη και του Ελύτη. Το 2009 έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης για Το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Έκτοτε, εξακολουθεί να μεταφράζει ακούραστα μη διστάζοντας να αναμετρηθεί με εντελώς διαφορετικά είδη λόγου, αρκεί να του αρέσει το κείμενο.

Γεννήθηκε στη Ναντσίνγκ αλλά μένει στη Σαγκάη, όταν δεν είναι στην… Ελλάδα, η οποία μπήκε στη ζωή του εντελώς τυχαία. Εγγράφηκε στο πανεπιστήμιο το 1978, αφού πέρασε με επιτυχία τις Γενικές εισαγωγικές εξετάσεις εκείνης της χρονιάς, τις πρώτες που διοργανώθηκαν μετά την Πολιτιστική Επανάσταση, κατά τη δεκαετή διάρκεια της οποίας τα πανεπιστήμια είχαν παραμείνει ουσιαστικά κλειστά. Ήταν ήδη 23 ετών και, κατά τη διάρκεια της πιο ριζοσπαστικής περιόδου της κινεζικής ιστορίας, είχε φοιτήσει σε στρατιωτική σχολή, όπου έμαθε τα αγγλικά.  Ωστόσο, όταν έλαβε το ειδοποιητήριο του πανεπιστημίου, τον περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. «Ξαφνιάστηκα, τα έχασα, επειδή το πανεπιστήμιο με ενημέρωνε ότι είχα εισαχθεί στο Νεοελληνικό Τμήμα, κάτι εντελώς άσχετο με τις επιλογές μου, αφού είχα περάσει με άριστα στο Αγγλικό Τμήμα», εξηγεί.

          «Η ελληνική γλώσσα άνοιξε μια νέα σελίδα στη ζωή μου»

Το Τμήμα Νεοελληνικής Γλώσσας είχε μόλις ιδρυθεί και οι πρώτοι φοιτητές είχαν επιλεγεί από το πανεπιστήμιο σύμφωνα με τη βαθμολογία τους στις εισαγωγικές εξετάσεις. Έτσι, βρέθηκε να μαθαίνει ελληνικά, γι’ αυτό χαριτολογώντας λέει: «Η ελληνική γλώσσα με επέλεξε, και όχι εγώ αυτήν. Είναι τύχη ή θείο δώρο; Αν και αυτό το ερώτημα δεν έχει πια σήμερα κανένα νόημα».

Ο Λούι Ρουί Χονγκ μιλάει υπέροχα ελληνικά, σχεδόν ξεχνάς ότι συνομιλείς με έναν… Κινέζο Λεωνίδα. «Η ελληνική γλώσσα άνοιξε μια νέα σελίδα στη ζωή μου, μ’ έκανε να γνωρίσω έναν άλλο τόπο και έναν άλλο λαό, που έχει έναν αρχαίο πολιτισμό εξίσου μεγάλο και λαμπρό με το δικό μου. Ο συνδυασμός αυτός πιστεύω ότι αποτελεί τη μεγαλύτερή μου τύχη. Αλήθεια, πόσοι σ΄ αυτόν τον κόσμο έχουν την τύχη να γνωρίζουν δύο αρχαίες γλώσσες, που η καθεμιά της αντιπροσωπεύει έναν αρχαίο πολιτισμό, ο ένας στη Δύση και ο άλλος στην Ανατολή; Δύο γλώσσες διαρκώς παρούσες, χωρίς καμιά διακοπή στα 5.000 χρόνια ιστορίας τους, και που χρησιμοποιούνται ακόμα σήμερα;!», ρωτάει χαμογελώντας.

Στο πανεπιστήμιο καθηγητές του ήταν ο Τσου Σενγκπένγκ και η Ουάνγκ Σαογίνγκ, πεφωτισμένοι καθηγητές στην Έδρα Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Διεθνών Σπουδών της Σαγκάης, που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσας. Ήταν, επίσης, και μια Ελληνίδα, η Κυριακή Βενετσάνου, που τη θυμάται πάντα με αγάπη. «Άκουσα από τη σιγανή και μελωδική της φωνή, για πρώτη φορά, τόσα πολλά ονόματα, μεγάλα και μικρά, της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από αυτά, με μαγνήτισαν περισσότερο οι ποιητές, όπως ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Καβάφης, ο Σεφέρης και ο Ελύτης», θυμάται.

Τι έκανε μετά το πέρας των σπουδών του; «Το 1982, μετά την αποφοίτησή μου από το Πανεπιστήμιο, διορίστηκα στο Ινστιτούτο Μελετών Ξένης Λογοτεχνίας της Κινεζικής Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών. Στο Ελληνικό Τμήμα ήμασταν  πέντε άτομα, οι τρεις ασχολούνταν με την αρχαία ελληνική γραμματεία και οι δύο με τη νεοελληνική λογοτεχνία. Ανάμεσά τους ήταν λαμπρά ονόματα, όπως ο Λούο Νιανσένγκ και ο Τσεν Χονγκουέν, που μας άφησαν εξαιρετικές μεταφράσεις και πολλές μελέτες για την ελληνική γραμματεία», εξηγεί.

Στη συνέχεια, ήρθε στην Ελλάδα με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση για μεταπτυχιακές σπουδές στο Α.Π.Θ. «Στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής γνώρισα τον αξιόλογο καθηγητή Γιώργο Κεχαγιόγλου και με την καθοδήγησή του κατέληξα στο θέμα της μεταπτυχιακής μου έρευνας, που ήταν η σύγχρονη ελληνική ποίηση», επισημαίνει. Όσο για τη Θεσσαλονίκη, «παραμένει πάντα αξέχαστη, είναι η πόλη όπου σπούδασα και νιώθω πάντα νοσταλγία γι’ αυτήν. Έφτασα το 1983 με την οικογένειά μου και το φυσικό της τοπίο, το φιλικό περιβάλλον και η πολιτιστική της ζωή μας κέρδισαν αμέσως. Ένας περίπατος στο Λευκό Πύργο είναι πάντα το όνειρό μου, και το κάνω κάθε φορά που επισκέπτομαι την πόλη. Δεν διστάζω να πω ότι οι φίλοι μου εκεί είναι περισσότεροι από τους φίλους που έχω στη Σαγκάη· τους έχω πάντα στην καρδιά μου και, από τη μακρινή Κίνα, τους στέλνω τις καλύτερες ευχές μου».

Πότε άρχισε να μεταφράζει; «Οι πρώτες μου δοκιμές στη μετάφραση έγιναν την περίοδο εκείνη και επικεντρώθηκαν στους ποιητές Καβάφη, Σεφέρη και Ελύτη. Σήμερα, που ξανακοιτάζω πίσω, δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο το γεγονός αυτό», προσθέτει. Και σήμερα οι ποιητές που τον ελκύουν περισσότερο είναι ο Καβάφης, ο Σεφέρης και, κυρίως, ο Ελύτης. Τι ξεχωρίζει σ’ αυτούς; «Στον Καβάφη θαυμάζω το θάρρος, την τόλμη και την έξυπνη ειρωνεία του. Ο Σεφέρης έχει μια απίστευτη πνευματική αντοχή, και πολλές φορές αναρωτιέμαι πώς δεν έπεσε ο ίδιος πάνω στα ερείπια όπου στεκόταν ή δεν βούλιαξε με τη δική του Κίχλη. Τον Ελύτη τον αγαπάω ιδιαίτερα, τον έχω μέσα μου, στη σάρκα και στο αίμα μου. Ο μεσογειακός κόσμος που απλώνεται στα πρώτα του ποιήματα είναι ακριβώς αυτός που ονειρευόμουν στην εφηβική μου ηλικία, με τη νεανική αγνότητα, τη διαφάνεια της θάλασσας και του φωτός, και την ομορφιά της φύσης, σε συνδυασμό με το ανθρώπινο σώμα και την ψυχή».

Άξιον Εστί

Πότε άρχισε να μεταφράζει το Άξιον Εστί; «Την άνοιξη του 1988. Μερικά αποσπάσματα από το πρώτο μέρος, τη Γένεση, δημοσιεύτηκαν την ίδια χρονιά στην Παγκόσμια Ανθολογία Νομπελιστών Ποιητών, μια έκδοση του Εκδοτικού Οίκου Τέχνης και Γραμμάτων της Επαρχίας Τζετσιάνγκ».

Ποιες ήταν οι δυσκολίες που συνάντησε; «Αντιμετώπισα απίστευτες δυσκολίες, τόσο σε σχέση με τις θρησκευτικές αναφορές όσο και με τις μυθολογικές και ιστορικές αναφορές που υπάρχουν στο ποίημα. Είχα, επίσης, προβλήματα με την κατανόηση των λέξεων αλλά και με τη σωστή απόδοσή τους στα κινέζικα… Δεν με ικανοποιούσε αυτό που έκανα· ερχόταν στιγμές που με κυρίευε η απόγνωση και έσκιζα ό,τι είχα μεταφράσει». Ωστόσο, δεν αποθαρρύνθηκε, εξακολούθησε να μεταφράζει με πείσμα και υπομονή. «Ο στίχος του Ελύτη Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας! δεν μ’ άφησε ποτέ. Στόχος μου ήταν να τον αποδώσω στα κινέζικα –το στίχο, το ποίημα και τον κόσμο του Ελύτη», διευκρινίζει.

Οι κόποι του αμείφθηκαν με το Βραβείο Μετάφρασης έργου ελληνικής λογοτεχνίας σε ξένη γλώσσα του Υπουργείου Πολιτισμού, στο πλαίσιο των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας το 2009. «Όταν έμαθα το νέο από το ΕΚΕΒΙ ένιωσα μεγάλη έκπληξη λόγω του κύρους και του ειδικού βάρους του βραβείου. Ένιωσα, επίσης, μεγάλη χαρά, σκέφτηκα ότι ένα ακόμη όμορφο λουλούδι βρισκόταν τώρα ανάμεσα στα ωραία άνθη των ελληνοκινεζικών πολιτιστικών σχέσεων. Βέβαια, είναι και μια επιβεβαίωση της σκληρής δουλειάς που έκανα. Μετάφρασα το ποίημα σε δύο χρόνια. Τη βράβευση δεν την περίμενα αλλά, όπως λέει μια κινέζικη παροιμία, όταν υπάρχει η βρύση, το κανάλι θα γίνει».

Ενδιαφέρονται οι κινέζοι αναγνώστες για την ελληνική ποίηση;  «Οι Κινέζοι γνωρίζουν περισσότερο την αρχαία ελληνική ποίηση. Υπάρχουν πολλές μεταφράσεις του Ομήρου, καθώς και των λυρικών και τραγικών ποιητών. Έχουμε, όμως, λίγες μεταφράσεις έργων σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας· και αυτές πρωτοέγιναν από άλλες γλώσσες και μόλις στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ο Ελύτης είναι ο πιο γνωστός, άσκησε μάλιστα μεγάλη επίδραση στους κινέζους ποιητές στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Αλλά ο πιο μεταφρασμένος έλληνας συγγραφέας είναι αναμφίβολα ο Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος επισκέφτηκε δύο φορές την Κίνα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του».

Κατά πόσο ενδιαφέρονται οι Κινέζοι για την Ελλάδα και γιατί; «Τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον των Κινέζων για την Ελλάδα αυξάνεται διαρκώς. Θέλουν να γνωρίσουν αυτή τη χώρα με τις υπέροχες φυσικές ομορφιές, τη λαμπρή ιστορία και την τεράστια προσφορά στον παγκόσμιο πολιτισμό», απαντάει. «Στο πλαίσιο αυτό, εγώ, ως ένας απλός ελληνομαθής, νιώθω το καθήκον και την ηθική υποχρέωση να προσφέρω ό,τι μπορώ. Και πάνω απ’ όλα νιώθω την αγάπη για την Ελλάδα, τον τόπο και το λαό της», προσθέτει εξομολογητικά.

Εκτός από τις μεταφράσεις του Γ. Σεφέρη και του Ο. Ελύτη, που κυκλοφόρησαν το 2008 από τις εκδόσεις Yilin, μεγάλο εκδοτικό οίκο με παράδοση στις μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας, ο Λεωνίδας Λίου μετάφρασε ακόμη, μεταξύ των άλλων, μια Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης, το Ευρώπη μέσω Ελλάδας – Μια καμπή της ευρωπαϊκής αυτοσυνειδησίας 17ος-18ος αι. της Ν. Γιακωβάκη, και  Τα τρία λυκάκια του Ευγ. ΤριβιζάΣυμμετείχε, επίσης, στην Ανθολογία Διηγήματος που κυκλοφόρησε το 2010, στο πλαίσιο της συνεργασίας της Κινεζικής Γενικής Αρχής Τύπου και Εκδόσεων και του Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού με την ευκαιρία της συμμετοχής της Κίνας ως τιμώμενης χώρας στην 7η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Επιμελήθηκε, δε, τα βιογραφικά κείμενα των ελλήνων συγγραφέων στο Μέγα Λεξικό Ξένων Συγγραφέων, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι: Δ. Σολωμός, Α. Σικελιανός, Κ. Παλαμάς, Γ. Ψυχάρης, Η. Βενέζης, Σ. Μυριβήλης, Ν. Καζαντζάκης, Κ. Καβάφης, Γ. Σεφέρης, Γ. Ρίτσος, Ο. Ελύτης και Α. Σαμαράκης. Επίσης, στο Κινεζικό Λεξικό Ξένης Λογοτεχνίας, επιμελήθηκε τα βιογραφικά των: Σαπφώ, Μ. Πολυδούρη, Μυρτώτισσα, Γ. Καζαντζάκη, Ε. Αλεξίου, Λ. Νάκου και Λ. Ιακωβίδη.

Τι επιδιώκει με τις μεταφράσεις του; Όπως ο ίδιος τονίζει, προσπαθεί «οι κινέζοι αναγνώστες να μπορέσουν να γνωρίσουν την ελληνική ποίηση και, διαβάζοντάς την, να ανακαλύψουν τη δική τους αλήθεια. Το γεγονός ότι και αυτοί προέρχονται από μια χώρα με λαμπρή ποιητική παράδοση, συμβάλλει δίχως άλλο σε μια καλύτερη κατανόηση».

Στη μετάφραση τον οδήγησαν η αγάπη του για την ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά γράμματα, αγάπη που τον κάνει να δουλεύει ακούραστα τα κείμενα λέξη προς λέξη για να βρει το ακριβές ανάλογο στην ιδεογράμματη γλώσσα του. Ως προς την επιλογή των βιβλίων που μεταφράζει, ο ίδιος εξηγεί: «Εκτός από το προσωπικό ενδιαφέρον, κοιτάζω το βιβλίο να ενδιαφέρει το αναγνωστικό κοινό και να μπορεί να φέρει πιο κοντά τους λαούς μας. Η εμπορική πλευρά δεν με ενδιαφέρει καθόλου». Ποιο είναι το επόμενο έργο με το οποίο θα αναμετρηθεί; «Διαβάζω τώρα την Εισαγωγή στη Φιλοσοφία του Δημήτρη Παπαδή, ένα βιβλίο που το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον γιατί είναι γραμμένο από τη σκοπιά της συστηματικής φιλοσοφίας και όχι της ιστορίας της φιλοσοφίας, όπως συχνά συμβαίνει με αυτού του είδους τα εγχειρίδια. Θα ήθελα πολύ να το μεταφράσω στα κινέζικα», απαντάει.

Ο Λεωνίδας Λίου έχει συμβάλει, επίσης, τα μεγιστα στην προώθηση των εκπαιδευτικών και πολιτιστικών σχέσεων Ελλάδας-Κίνας. Ειδικότερα, στη συνεργασία πανεπιστημίων, στη διοργάνωση εκθέσεων, στην επαφή ελλήνων και κινέζων συγγραφέων και στη μετάφραση των βιβλίων τους. Έχει συμβάλει, ακόμη, με τις διαλέξεις και τα κείμενά του, καθώς και το έργο του της διερμηνείας που χρόνια ολόκληρα προσφέρει αφιλοκερδώς κατά τις επίσημες συναντήσεις εκπροσώπων των δύο χωρών. Αποτελεί το συνοδό και διερμηνέα των ελλήνων πολιτικών, από τους Α.Παπανδρέου, Κ.Σημίτη, Γ.Παπανδρέου και Κ.Καραμανλή έως τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κ.Παπούλια, και πολλούς υπουργούς που κατά καιρούς επισκέφθηκαν την Κίνα. «Δεν μπορώ να δεχθώ χρήματα από την Ελλάδα, στην οποία οφείλω τόσα πολλά», λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια και απλότητα, και με αποχαιρετάει επαναλαμβάνοντας τους στίχους ενός από τους αγαπημένους του ποιητές: «Εδώ που φτάσαμε, λίγο δεν είναι. Τόσο που κάναμε, μεγάλη δόξα…».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here