Λίγο Εικοσιένα ακόμη, σε 30+1 βιβλία (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
779
έργο του Θεόδωρου Παπαγιάννη

 

του Σπύρου Κακουριώτη

Κατά τους πρώτους μήνες του επετειακού έτους της δισεκατονταετηρίδας της Ελληνικής Επανάστασης, ενημέρωσα φίλο ιστορικό που ασχολείται με την περίοδο για την πρόθεσή μου να κάνω στον Αναγνώστη ένα αφιέρωμα στις καινούργιες ιστορικές μελέτες για το’21 μέσα από 21 βιβλία. Η απάντηση που πήρα ήταν η απορία: «Θα βρεις;» Δύο χρόνια μετά, και έχοντας παρουσιάσει από αυτές εδώ τις στήλες σχεδόν 150 βιβλία, συγκροτώντας έτσι έναν αντιπροσωπευτικό βιβλιογραφικό οδηγό, η απορία του φίλου ιστορικού έχει, εκ των πραγμάτων, λυθεί. Πόσο μάλλον που δύο χρόνια μετά η έκδοση νέων έργων για την Ελληνική Επανάσταση συνεχίζεται με αξιοσημείωτους ρυθμούς, υποδεικνύοντας, ίσως, και μια μετατόπιση του ιστοριογραφικού και του αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Όπως και αν έχει, με το σημερινό σημείωμα, έβδομο κατά σειρά, ολοκληρώνουμε την έως τώρα καταγραφή, παρουσιάζοντας, αναγκαστικά συντομευμένα, πρόσφατες εκδόσεις –μερικές εκ των οποίων από τις σημαντικότερες που κυκλοφόρησαν αυτά τα δυο χρόνια– καθώς και ορισμένες αξιοσημείωτες συμβολές οι οποίες δεν είχαν αναφερθεί στα προηγούμενα.

 

Χρήστος Λούκος, Μια σύντομη ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Θεμέλιο

Ο συγγραφέας, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, θεωρείται ένας από τους βασικότερους μελετητές της Επανάστασης του 1821 και δη της καποδιστριακής περιόδου· πολύ περισσότερο, είναι ένας από τους ευάριθμους ιστορικούς που, σε δύσκολους καιρούς, όταν η έρευνα για την Επανάσταση είχε περιπέσει στα αζήτητα, ενθάρρυνε τους φοιτητές του να εκπονήσουν διδακτορικές διατριβές με σχετικά θέματα – κάποιες από αυτές, μάλιστα, παρουσιάστηκαν με ιδιαίτερη επιτυχία κατά την περίοδο των εορτασμών της δισεκατονταετηρίδας. Έτσι, είναι ένας από τους πλέον κατάλληλους προκειμένου να συντάξει μια σύντομη επιτομή της ιστορίας της Επανάστασης, προσιτής στο ευρύ κοινό αλλά χωρίς οποιονδήποτε συμβιβασμό όσον αφορά τις ακαδημαϊκές απαιτήσεις, ακόμα και των πλέον ειδικών. Αφού συζητήσει τους όρους με τους οποίους αναφερόμαστε στο ’21, τα χρονικά όρια της περιόδου αλλά και τα στερεότυπα γύρω από αυτήν, ο συγγραφέας εξετάζει συνοπτικά το πώς φτάσαμε στην Επανάσταση, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες κατά την έναρξή της, την πολιτική της οργάνωση και τις πολιτικές εξελίξεις γύρω από αυτήν, τα οικονομικά της Επανάστασης, την κρίση στην οποία βυθίζεται μετά την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Ακόμη, εξετάζεται η Επανάσταση ως ευρωπαϊκό ζήτημα, ενώ ένα κεφάλαιο («Ζώντας μέσα στην Επανάσταση») αφιερώνεται στην κοινωνική ιστορία της περιόδου και ένα ακόμη στο «καποδιστριακό πείραμα» και όσα ακολούθησαν τη δολοφονία του Κυβερνήτη. Η πραγμάτευση ολοκληρώνεται με μια επισκόπηση της παρουσίας του 1821 στη νεοελληνική ιδεολογία, στους δύο αιώνες που μεσολάβησαν, ενώ η κατακλείδα επιχειρεί μια πρώτη κριτική αποτίμηση της επετείου των 200 χρόνων. Ο τόμος ολοκληρώνεται με ένα ιδιαίτερα χρήσιμο και αναλυτικό χρονολόγιο της περιόδου, αποτελώντας έτσι ένα μοναδικό εισαγωγικό εγχειρίδιο, που έλειπε από την πρόσφατη βιβλιογραφία.

 

Αδαμάντιος Κοραής, Υπόμνημα για την παρούσα κατάσταση του πολιτισμού στην Ελλάδα, Αμολγός

Ένα καταστατικό κείμενο της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας, γνωστό για χρόνια στους έλληνες αναγνώστες μόνο από περιγραφές και αναφορές σε αυτό, είναι πλέον διαθέσιμο και στη γλώσσα μας, σε μια σύγχρονη μετάφραση, που οφείλουμε στον Βάιο Ντάφο, των εκδόσεων Αμολγός. Γραμμένο στα γαλλικά, το Υπόμνημα αναγνώστηκε από τον Κοραή στα μέλη της «Εταιρείας των Ανθρωποτηρητών», της οποίας ήταν μέλος και ο ίδιος, τα Χριστούγεννα του 1802. Με αυτό το προγραμματικού χαρακτήρα πολιτικό κείμενο, ο Κοραής αυτοσυστήνεται στο λόγιο κοινό του Παρισιού ως ο πιο αξιόπιστος διαμεσολαβητής των ελληνικών πραγμάτων στη Δύση και, ταυτόχρονα, ο εμπνευστής της φωτισμένης ευρωπαϊκής ταυτότητας του νέου ελληνισμού. Πρόκειται, κυριολεκτικά, για ένα «μανιφέστο του νέου ελληνισμού», στο οποίο παρουσιάζεται συμπυκνωμένη η κοραϊκή σκέψη και επιχειρηματολογία σχετικά με την αναγέννηση του νεοελληνικού πολιτισμού, στο πλαίσιο των Φώτων, όπως θα παρουσιαστεί αναλυτικότερα στη συνέχεια, στα Προλεγόμενα και στα άλλα έργα του. Τη μετάφραση του Υπομνήματος πλαισιώνουν τρία κείμενα γραμμένα από μελετητές της περιόδου και του κοραϊκού έργου, φιλόλογους και ιστορικούς. Ο Νίκος Κοκκομέλης εξετάζει το ευρύτερο διανοητικό και ιστορικό πλαίσιο της συμμετοχής του Αδαμάντιου Κοραή στην «Εταιρεία των Ανθρωποτηρητών», στο κείμενό του με τίτλο «Ατομικές τροχιές, συλλογικές δυναμικές, παλαιοί και νέοι τόποι γνώσης την επαύριο της Γαλλικής Επανάστασης». Από τη μεριά του, ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, στο κείμενό του «“Πήρα την πένα, πατρίδα μου…”. Πατριωτισμός και Διαφωτισμός στο Υπόμνημα του Αδαμάντιου Κοραή», σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός πνευματικού ανθρώπου που δρα σαν άνθρωπος της σκέψης και σκέπτεται σαν άνθρωπος της δράσης, επιδιώκοντας να εμβαθύνει, με αφορμή την ανά χείρας μετάφραση, την έρευνα γύρω από τον πολιτικό Κοραή. Τέλος, ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, στο κείμενό του «Οι διαδρομές ενός Μανιφέστου: το Υπόμνημα του Αδαμάντιου Κοραή εν κινήσει (1803-1853)» μελετά τις τύχες του κοραϊκού κειμένου μετά την παρουσίασή του στους Ανθρωποτηρητές και τις προσπάθειες του ίδιου για την αποστολή του στο ευρύ δίκτυο Ελλήνων με τους οποίους επικοινωνούσε.

 

Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Ένα από τα χαρακτηριστικά του ιστοριογραφικού διαλόγου που πυροδότησε η διακοσιοστή επέτειος της Ελληνικής Επανάστασης είναι και η ένταξή της στο ευρύτερο πλαίσιο της Εποχής των Επαναστάσεων, εποχή που άνοιξε και εν πολλοίς διαμόρφωσε, τρεις δεκαετίες νωρίτερα, η Γαλλική Επανάσταση. Η τρίτη αναθεωρημένη έκδοση της μονογραφίας του ακαδημαϊκού Πασχάλη Κιτρομηλίδη σχετικά με την υποδοχή των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη έρχεται να συμβάλει ακριβώς σε αυτόν τον διάλογο και να συνδέσει, τρόπον τινά, την δισεκατονταετηρίδα του 1821 με εκείνην του 1789, με την ευκαιρία της οποίας είχε γραφτεί και πρωτοκυκλοφορήσει η παρούσα μελέτη. Ο συγγραφέας επιδιώκει να αναπαραστήσει τη λειτουργία των πολιτικών ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης στο κοινωνικό περιβάλλον των βαλκανικών χωρών και να ανιχνεύσει τους τρόπους υποδοχής τους, όπως αυτοί καταγράφονται στη σφυρηλάτηση της επαναστατικής νοοτροπίας, στη φιλελεύθερη κριτική της Γαλλικής Επανάστασης και στην ανέλιξη του βαλκανικού ριζοσπαστισμού, από την επαναστατική πρωτοβουλία του Ρήγα Βελεστινλή μέχρι τις ρουμανικές εξεγέρσεις του 1848. Παράλληλα, πρόθεση της παρούσας αναθεωρημένης έκδοσης είναι ο συσχετισμός των ιστοριογραφικών αναζητήσεων και των ερμηνευτικών σχημάτων που προκάλεσε η δισεκατονταετηρίδα του 1789 με τη θεώρηση της ιστορικής εμπειρίας των λαών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης κατά την εποχή των επαναστάσεων, προσθέτοντας μία ακόμη πολύτιμη ψηφίδα σε αυτό το πολύμορφο μωσαϊκό.

 

Άντα Διάλλα, Η Ρωσική Αυτοκρατορία και ο ελληνικός κόσμος, Αλεξάνδρεια

Την Ελληνική Επανάσταση ως τοπικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γεγονός εξετάζει η ανά χείρας μελέτη, εντάσσοντας αποφασιστικά το 1821 στο χρονικό συνεχές της Εποχής των Επαναστάσεων, κατανοώντας όμως, ταυτόχρονα, ότι ο ιστορικός χρόνος της περιόδου ήταν τόσο πυκνός ώστε τα χρόνια πριν και αμέσως μετά το 1814 και την ήττα του Ναπολέοντα να μη συνθέτουν ακριβώς την ίδια εποχή. Η συγγραφέας επιλέγει να εξετάσει την Επανάσταση στη συνάφειά της με ένα ευρύτερο χωρικό πλαίσιο, το οποίο συνήθως παραβλέπεται, προς όφελος της συνηθισμένης δυτικοκεντρικής οπτικής, και δεν είναι άλλο από το ρωσικό/ευρασιατικό, από τον ρωσοελληνικό πολιτικό και διανοητικό χώρο. Ακολουθώντας το μπρωντελιανό παράδειγμα, η μελέτη αποτελείται από τρία μέρη, το καθένα με τις δικές του χωρικές και χρονικές αναφορές: η μεγάλη διάρκεια και η Μεσόγειος, η μέση διάρκεια και η Ευρώπη, τέλος, η συγκυρία στη Βεσσαραβία και την Πελοπόννησο. Το πρώτο μέρος, με τίτλο «Πριν από την Επανάσταση», εξετάζει την πρώτη ρωσική ναυτική εκστρατεία στο Αιγαίο (1770) που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1768-1774) και των Ορλοφικών, όπου η Μεσόγειος αντιμετωπίζεται ως «ζώνη επαφής». Στη συνέχεια, εξετάζοντας την περίοδο «Από το Συνέδριο της Βιέννης στο νέο επαναστατικό κύμα της δεκαετίας του 1820», περνά στη μέση διάρκεια και εστιάζει στην κρίσιμη εξαετία πριν από την Επανάσταση, εξετάζοντας τις πολιτικές διαδικασίες και τις έννοιες που διαμορφώνουν, μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων, το πολιτικό φαντασιακό των ιστορικών δρώντων, καθώς θεωρεί ότι σε αυτήν την περίοδο διαμορφώνονται τα εννοιολογικά εργαλεία που θα συνθέσουν τα αφηγήματα τα οποία θα νομιμοποιούν την ελληνική «αποστασία» τόσο στο εσωτερικό των επαναστατημένων όσο και στο διεθνές περιβάλλον. Τέλος, στο τρίτο μέρος, με τίτλο «Η βασανιστική ασάφεια: Συγκυρία και πολιτικές του βραχέος χρόνου», μελετά τις δυναμικές που αναπτύσσονται στον βραχύ χρόνο κατά το πρώτο έτος της επανάστασης, εστιάζοντας στην τοπική διάσταση στην Πελοπόννησο, προκειμένου να αναλύσει τους τρόπους με τους οποίους καθιερώθηκε στη συγκυρία το νόημα της επανάστασης που διατυπώθηκε στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και στις περισσότερες «δηλώσεις» των επαναστατημένων προς την Ευρώπη ως ενός εθνικού πολέμου που στοχεύει στην απελευθέρωση από τον «αλλόθρησκο ζυγό».

 

Χρύσα Μαλτέζου, Ύλη Ιστορίας του βενετοκρατούμενου ελληνισμού, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Αν η Επανάσταση του 1821 είναι αδύνατον να μελετηθεί χωρίς γνώση της περιόδου που προηγήθηκε, δηλαδή της οθωμανικής κυριαρχίας, το ίδιο ισχύει και για την ιστορία των ελληνικών τόπων που δεν γνώρισαν (ή δεν γνώρισαν εξίσου) την οθωμανική κατάκτηση – και αυτή δεν είναι άλλη από την ιστορία του βενετοκρατούμενου χώρου, της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. Η ακαδημαϊκός και πρώην διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας, στο παρόν έργο της φιλοδοξεί να προσφέρει με εύληπτο τρόπο μια σύνθεση των βασικών γνώσεων για την περίοδο αυτή, φιλοδοξώντας αυτό να λειτουργήσει ως πρόκληση για την προώθηση της έρευνας των ζητημάτων τα οποία αφορούν την περίοδο της βενετοκρατίας στον ελληνικό χώρο. Η πραγμάτευσή της εκκινεί από τις σχέσεις «αγάπης και μίσους» ανάμεσα στη Βενετία, η οποία υπήρξε διαδοχικά επαρχία, σύμμαχος, ανταγωνίστρια και, τέλος, κυρίαρχη του Βυζαντίου, και την Κωνσταντινούπολη. Στη συνέχεια περνά στο 1204 και την κατάληψη της πρωτεύουσας της βυζαντινής αυτοκρατορίας από Φράγκους και Βενετούς, κατά την Δ’ Σταυροφορία, όταν, αφού λεηλάτησαν με μανία την πλουσιότερη πολιτεία του μεσαιωνικού μεσογειακού κόσμου και κατέλυσαν τη βυζαντινή έννομη τάξη, μοίρασαν τα εδάφη της Ρωμανίας, εγκαινιάζοντας ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της ευρωπαϊκής ιστορίας, τη διείσδυση της Δύσης στην Ανατολή. Αφού εξετάσει λεπτομερώς τις κατά τόπους κυριαρχίες (Πελοπόννησος, Κρήτη, Κύπρος, νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου), η συγγραφέας επισημαίνει την προσαρμοστικότητα στις θεσμικές αλλαγές που επιδεικνύει το ελληνορθόδοξο στοιχείο, με αποτέλεσμα την οικονομική εξίσωσή του με τους ξένους και, παράλληλα, την πολιτισμική αντοχή και ευρωστία που του επιτρέπει τη γόνιμη επικοινωνία με τους δυτικούς και, εντέλει, την παραγωγή νέας πολιτισμικής έκφρασης.

 

Ηλίας Κολοβός – Κώστας Κωστής (επιμ.), Κατανοώντας τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, Πατάκης

Πρακτικά ενός συνεδρίου που… σκόνταψε στην πανδημία αποτελούν τα κείμενα που συγκεντρώνονται στον ανά χείρας τόμο, στα οποία, θεματολογικά, αποτυπώνονται κάποιες από τις βασικές ιστοριογραφικές τάσεις που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της επετείου. Επιχειρώντας να κατανοήσουν τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας –όρος που προκρίνεται έναντι του όρου Επανάσταση, χωρίς επαρκή θεμελίωση όμως– οι περισσότεροι συγγραφείς στις συμβολές τους εντάσσουν την Επανάσταση στο εκάστοτε διεθνές πλαίσιό της, όχι μόνο το ευρωπαϊκό, όπως κάνει ο Σωτήρης Ριζάς, συζητώντας κριτικά τα στερεότυπα για τη στάση της Ρωσίας και της Αγγλίας, αλλά, κυρίως, το οθωμανικό. Ο Κώστας Κωστής εντάσσει τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας στο πλαίσιο των ευρύτερων εκσυγχρονιστικών μετασχηματισμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ο Μοχαμάντ Σχαριάτ-Παναχί εξετάζει τα πολεμικά γεγονότα σε συνάφεια με τον ιρανο-οθωμανικό πόλεμο του 1821-1823. Πάντα στον χώρο της Ανατολής, ο Ιωάννης Γρηγοριάδης μελετά την απήχηση των επαναστατικών γεγονότων στους αραβόφωνους Ρωμιούς της Συρίας και της Παλαιστίνης, ενώ οι Ηλίας Κολοβός και Λεωνίδας Μοίρας παρουσιάζουν και μελετούν τη μετάφραση της Διακήρυξης της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στα οθωμανικά τουρκικά, αναλύοντας τους μετασχηματισμούς του πολιτικού λεξιλογίου· σε αντίστιξη, ο Αριστείδης Χατζής μελετά τις μεταφράσεις του Συντάγματος της Επιδαύρου στα αγγλικά και την παρουσία τους στον βρετανικό Τύπο. Ακόμη, ο Λεωνίδας Μοίρας εξετάζει την αντιμετώπιση του Πατριαρχείου από τις οθωμανικές αρχές, ενώ ο Yusuf Ziya Karabıçak μελετά, με βάση ελληνικές και οθωμανικές πηγές, τους προκρίτους της προεπαναστατικής Πελοποννήσου μέσα από τη  παρουσία των αντιπροσώπων τους στην Κωνσταντινούπολη, όπου διαμορφώνουν την ιδέα μιας κοινής πατρίδας. Τέλος, η Βάσω Σειρηνίδου και ο Θανάσης Μπαρλαγιάννης εξετάζουν την Επανάσταση μέσα από δύο νέες ερευνητικές οπτικές, που ξεπερνούν τη γεγονοτολογική ιστορία, εστιάζοντας, αφενός, στη βία, το έγκλημα και την ποινική δικαιοσύνη στην επαναστατημένη Ελλάδα, μέσα από τα αρχεία του Μινιστερίου της Αστυνομίας και, αφετέρου, στις υγειονομικές διαστάσεις της Επανάστασης και τις επιπτώσεις της στην υγεία των πληθυσμών κατά τη διάρκεια της πολεμικής δεκαετίας.

 

Αντώνης Λιάκος (επιμ.), 1821. Διακόσια χρόνια ιστορίας: Η δημοκρατική παράδοση, Θεμέλιο

Στις σελίδες του παρόντος τόμου συγκεντρώνονται 14+1 κείμενα για την Επανάσταση του 1821 και τις κληρονομιές της, δημοσιευμένα το πρώτο στην εφημερίδα Αυγή, με τη φροντίδα του ιστορικού Αντώνη Λιάκου, κατά τη διάρκεια του επετειακού 2021. Γραμμένα από μερικούς από τους σημαντικότερους νέους και παλαιότερους ιστορικούς και άλλους κοινωνικούς επιστήμονες, τα κείμενα χωρίζονται σε δύο ενότητες: στην πρώτη εξετάζεται η ίδια η Επανάσταση και τα προβλήματα που θέτει η μελέτη της, ενώ στη δεύτερη οι συγγραφείς αναμετρώνται με τις δημοκρατικές υποθήκες της. Θέματα όπως η καταστροφή του παραδοσιακού κόσμου από τους επαναστάτες, αλλά και η νεωτερικότητα της Επανάστασης, ο κοινοβουλευτισμός και ο συνταγματισμός της, μαζί με τις έννοιες της ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας, καθώς και οι σχέσεις της Επανάστασης με την εκπαίδευση, την πολιτική του φύλου, την αριστερά κ.ά. εξετάζονται από τους Σία Αναγνωστοπούλου, Πολυμέρη Βόγλη, Νίκο Θεοτοκά, Βαγγέλη Καραμανωλάκη, Χριστίνα Κουλούρη, Παντελή Κυπριανό, Νίκο Μουζέλη, Αριστείδη Μπαλτά, Πόπη Πολέμη, Μαρία Ρεπούση, Γιάννη Σταυρακάκη, Γιώργο Σωτηρέλη και Δημήτρη Χριστόπουλο, ενώ ο τόμος συμπληρώνεται από έναν διάλογο ανάμεσα στους ιστορικούς Δημήτρη Αρβανιτάκη και  Αντώνη Λιάκο, που αφορά την πρώτη στιγμή που η ίδια η Γαλλική Επανάσταση φτάνει στις ακτές των Επτανήσων, ανάβοντας τη φλόγα της ριζοσπαστικής χειραφέτησης.

 

Ευτυχία Λιάτα, Ο Στόλος της Ύδρας στην Επανάσταση του 1821, ΕΜΝΕ

Τα οικονομικά του στόλου της Ύδρας κατά τη διάρκεια του Αγώνα διερευνά η ιστορικός στην ανά χείρας μελέτη της, η οποία εντάσσεται στη σειρά Παραρτήματα του περιοδικού Μνήμων. Οι τρόποι εξασφάλισης των οικονομικών μέσων για την κίνησή του, αλλά και η καταβολή αποζημιώσεων προς τους πλοιοκτήτες-ναυμάχους του νησιού από την κεντρική Διοίκηση κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας των πολεμικών επιχειρήσεων βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνάς της σε πρωτογενείς πηγές, όπως είναι τα οικονομικά κατάστιχα της Κοινότητας Ύδρας. Η μελέτη αποτελείται από τρία μέρη, στα οποία εξετάζονται τα τεκμήρια-πηγές, περιγράφεται αναλυτικά ο πολεμικός στόλος (καταγραφή των πλοίων και της αξίας τους, των πληρωμάτων ανά πλοίο και εκστρατεία, οι κυβερνήτες και τα πληρώματα των πυρπολικών κ.ά.) και εξετάζονται τα οικονομικά του Κοινού της Ύδρας, κυρίως οι εισφορές, τα έσοδα και οι δαπάνες της Κοινότητας κ.λπ. Όλα αυτά αποτυπώνονται, παράλληλα, σε αναλυτικούς πίνακες, με επεξεργασμένα οικονομικά στοιχεία. Έτσι, μέσα από την προσεκτική προσέγγιση και ανάγνωση των αριθμών, η συγγραφέας προσφέρει μια πολύτιμη ανασύσταση των τρόπων κίνησης και δραστηριοποίησης της υδραίικης ναυτιλίας κατά την Επανάσταση.

 

Γιώργος Γεωργής, Αιχμάλωτοι και αγνοούμενοι της Ελληνικής Επανάστασης, Καστανιώτης

Κάθε ένοπλη σύρραξη, ιδιαίτερα εκείνες που εμπλέκουν άμεσα και τον άμαχο πληθυσμό, ανάμεσα στις απώλειες που δημιουργούν περιλαμβάνουν αιχμαλώτους και αγνοουμένους, όσο περισσότερο, μάλιστα, εμπλέκονται οι άμαχοι τόσο μεγαλύτερος είναι και ο αριθμός εκείνων που σιδηροδέσμιοι αφήνονται στο έλεος του νικητή. Οι μάχες της Ελληνικής Επανάστασης δημιούργησαν χιλιάδες αιχμαλώτους, ένθεν κακείθεν, ανθρώπους με υψηλή ανταλλακτική αξία, καθώς οι περισσότεροι –όσοι τουλάχιστον δεν «διακρατήθηκαν» προκειμένου να χρησιμεύσουν ως όμηροι– πωλήθηκαν ως δούλοι και δούλες στα σκλαβοπάζαρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ όσοι μουσουλμάνοι αιχμαλωτίστηκαν κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης του Μοριά, είτε κρατήθηκαν προκειμένου να ζητηθούν λύτρα για την απελευθέρωσή τους είτε αποτέλεσαν μέρος των λαφύρων των πολεμιστών και κατέληξαν οικιακοί σκλάβοι των χριστιανών, ιδίως οι γυναίκες, καθώς πολύ συχνά οι άντρες αιχμάλωτοι εκτελούνταν από τους εξεγερμένους. Στην ανά χείρας μελέτη του, ο ιστορικός και πρώην πρέσβης της Κύπρου στην Αθήνα εξετάζει τόσο την τύχη των τούρκων αιχμαλώτων όσο και τις μαζικές αιχμαλωσίες χριστιανών, ως αποτέλεσμα των οθωμανικών αντιποίνων και σφαγών, πρώτα στη Χίο και κατόπιν στην Κρήτη, την Κάσο, τα Ψαρά, αλλά και κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Οι προσπάθειες της ελληνικής πλευράς για τον εντοπισμό των αιχμαλώτων και την απελευθέρωσή τους, χάρη και στα χρήματα που συγκέντρωναν γι’ αυτό τον σκοπό οι φιλελληνικοί έρανοι σε Ευρώπη και Αμερική, ξεκίνησαν το 1827 και συνεχίστηκαν συστηματικότερα επί Καποδίστρια, προσπάθεια την οποία ο συγγραφέας παρακολουθεί μέσα από πλούσιο αρχειακό υλικό, όπως οι αναφορές συγγενών και οι αιτήσεις για βοήθεια προς τον Κυβερνήτη, μεταξύ άλλων και Οθωμανών που αναζητούσαν συγγενείς τους που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα.

 

Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Τα ορφανά Ελληνόπουλα του 1821, Παπαδόπουλος

Το μελαγχολικό βλέμμα του Γεώργιου Σαρηγιάννη από τα Ψαρρά αιχμαλωτίζει εκείνο του αναγνώστη στο εξώφυλλο του ανά χείρας βιβλίου. Σε ηλικία έξι ετών, διέφυγε την καταστροφή του νησιού του εγκαταλειμμένος σε μια βάρκα μεσοπέλαγα. Πλοία του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ περισυνέλεξαν το μικρό ορφανό, που θα βρεθεί να υπηρετεί σε κάποιο από αυτά και αργότερα θα γίνει αμερικανός πολίτης, με το όνομα George Sirian. Ιστορίες σαν κι αυτές γεμίζουν τις σελίδες του ανά χείρας βιβλίου, που επιχειρεί να ανασυγκροτήσει τις τύχες μιας ευάριθμης ομάδας παιδιών, που τα περισσότερα έμειναν ορφανά και διέφυγαν με μυθιστορηματικό τρόπο από τα πεδία των μαχών, για να βρουν καταφύγιο στη συνέχεια στον Νέο Κόσμο. Ο συγγραφέας πραγματοποιεί ένα οδοιπορικό στους τόπους που πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος κατά τη διάρκεια των οθωμανικών αντιποίνων: τη Χίο, τη Νάουσα, τα Ψαρά, το Μεσολόγγι, περιοχές από τις οποίες κατεξοχήν κατάγονταν τα ορφανά της Επανάστασης. Άσημα και απροστάτευτα, όσα είχαν την τύχη με το μέρος τους βρέθηκαν στο δρόμο φιλάνθρωπων αμερικανών φιλελλήνων, ενώ άλλα, με καταγωγή από αρχοντικές οικογένειες, όπως τα παιδιά από τη Χίο, διασώθηκαν από αμερικανούς ιεραποστόλους. Ο ιστορικός επιχειρεί, στη συνέχεια, να χαρτογραφήσει τις διαδρομές που οδήγησαν τα παιδιά αυτά στη νέα τους πατρίδα, τη φιλόξενη ανατολική ακτή των ΗΠΑ, όπου κυρίως εγκαταστάθηκαν και αποτέλεσαν τη «μαγιά» που βοήθησε στη ζύμωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, καθώς ο αμερικανικός φιλελληνισμός υπήρξε ενεργός περισσότερο από έναν αιώνα μετά την Επανάσταση – ενώ οι υιοθεσίες παιδιών, μέσα από άλλους, σκοτεινότερους δρόμους, συνεχίστηκαν μέχρι και μετά τα μέσα του 20ού αιώνα…

 

Βάσω Σειρηνίδου (επιμ.) Όψεις της καθημερινότητας στην επαναστατημένη Ελλάδα, Τράπεζα Πειραιώς

Δύο άγνωστες πτυχές της ιστορίας των χρόνων της Επανάστασης φωτίζουν οι μελέτες που περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο: τη λειτουργία της αγοράς στις πόλεις της επαναστατημένης Ελλάδας και τις εκδηλώσεις συλλογικής διαμαρτυρίας κατοίκων του ελληνικού χώρου προς τις επαναστατικές αρχές για ζητήματα που άπτονταν της υλικής τους διαβίωσης. Ο Σάκης Δημητριάδης περιγράφει τα πλήγματα που γνώρισε κατά την Επανάσταση η θεσμική και ιδεολογική βάση λειτουργίας της αγοράς, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στο παρελθόν, και τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους η επαναστατική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε στο επιτακτικό αίτημα του εφοδιασμού των πόλεων με τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Ο Νίκος Ισμυρνιόγλου, από την άλλη, εξετάζει το μεγάλο πλήθος των ανδρών και γυναικών που δεν συμμετείχαν στο πλέγμα της εξουσίας, αλλά αποτελούσαν το παραγωγικό, φορολογικό και πολεμικό δυναμικό της επαναστατημένης κοινωνίας, και τον τρόπο που παρενέβαιναν ως δρώντα υποκείμενα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Δύο μελέτες που μας μεταφέρουν στην καρδιά της «μικρής ιστορίας» της επανάστασης, όπως σημειώνει στην εισαγωγή της η καθηγήτρια Βάσω Σειρηνίδου.

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος, Λόγος γυναικών;, Αντίποδες

Δέκα στιγμιότυπα από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, στα οποία πρωταγωνιστούν γυναίκες, επώνυμες μεν, αφού μαθαίνουμε τις ιστορίες τους μέσα από τα γραπτά αιτήματα που απευθύνουν προς κάποια διοικητική αρχή της αναδυόμενης επαναστατικής εξουσίας, στην ουσία όμως ανώνυμες, καθώς αγνοούμε σχεδόν τα πάντα γι’ αυτές, περιοριζόμενοι σε όσα παραθέτουν οι ίδιες στις επιστολές τους: ελλειπτικές, μικρές ιστορίες, που δεν τις γνωρίζουμε καν ολόκληρες, «έχουν όμως τη δύναμη να μας δώσουν μια μυρωδιά από το περιβάλλον που συνέβησαν», όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας, ένας από τους επιμελέστερους μελετητές της περιόδου της Επανάστασης. Τα τεκμήρια που παρουσιάζονται εδώ και σχολιάζονται από τον ιστορικό, σε μια προσπάθεια ανασύνθεσης των ιστοριών από τις οποίες απορρέουν, γράφονται μεταξύ 1822 και 1827 και αφορούν περιστατικά που συνέβησαν στις απελευθερωμένες περιοχές και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο. Οι υποθέσεις που σκιαγραφούνται αφορούν πτυχές της καθημερινότητας των αμάχων κατά τη διάρκεια του πολέμου και προέκυψαν από τις πολεμικές συνθήκες της εποχής ή, άλλες, από τις σταθερές του παραδοσιακού αγροτικού βίου. Έτσι, η πολίτης Αρετούλα Νικολάου Νάκου ζητά αποζημίωση για ένα σκουλαρίκι που είχε δανείσει, η πατριώτις Αικατερίνη Αναστάση Τζίκα ζητά από τη διοίκηση να υποχρεώσει τον εραστή της και τον πατέρα του να την νυμφευθεί, ενώ η πατριώτης Δεσπούλα Γεωργίου Βασιλάκη καταγγέλλει τον βιασμό της. Παραλήπτης των ποικίλων αιτημάτων είναι η επαναστατική διοίκηση, η οποία θεσμοθετεί ήδη από το 1822 την αδιαμεσολάβητη αυτή σχέση του πολίτη με τα κεντρικά θεσμικά όργανα και την απόλυτη ελευθερία του να απευθύνεται σε αυτά. Πρόκειται για έναν νεωτερισμό εμπνευσμένο από τον Διαφωτισμό, αν και δεν λείπουν, και εδώ, συνέχειες με το οθωμανικό παρελθόν. Τέλος, το γεγονός ότι οι αιτούσες είναι γυναίκες αποτελεί έναν ακόμη νεωτερισμό, καθώς για πρώτη φορά φαίνεται να έχουν συνείδηση ότι ασκούν ένα δικαίωμα και ζητούν από την κυβέρνηση να επιληφθεί του θέματος που τις αφορά – γι’ αυτό βλέπουμε πως υπογράφουν συχνά ως «η πολίτης», «η πατριώτις» κ.λπ. Ο συγγραφέας δεν αμφιβάλλει για το ότι πίσω από τα γραπτά κρύβεται το χέρι κάποιου εγγράμματου άντρα, όμως τόσο τα περιστατικά όσο και κάποιες φορές ο αφτιασίδωτος λόγος αφορούν ασφαλώς γυναίκες, που προσθέτουν τη δική τους πινελιά στον μεγάλο πίνακα.

 

Β. Χατζηγεωργίου – Μ. Πύρλη (επιμ.), Μια Ελληνίς της Ιστορίας, Άγρα

Το πρόσωπο της Ελληνικής Επανάστασης, αυτό που διασώθηκε και έφτασε μέχρι εμάς, έχει φύλο και αυτό είναι αρσενικό. Με ευάριθμες εξαιρέσεις που δεν κάνουν άλλο από το να επιβεβαιώνουν τον κανόνα, οι ήρωες του 1821 ήταν άνδρες, είτε είχαν στο χέρι σπαθί είτε κοντύλι. Οι γυναίκες απουσιάζουν από αυτό το πάνθεον, όχι γιατί δεν συμμετείχαν –αντιθέτως, γνωρίζουμε πλέον ότι χωρίς τη συμβολή τους, όχι στις μάχες αλλά στη με κάθε τρόπο αναπαραγωγή των μαχητών, δύσκολα οι επαναστατημένοι θα είχαν επιδείξει τέτοια ανθεκτικότητα– αλλά γιατί η δική τους φωνή δεν καταγράφηκε σχεδόν πουθενά. Ενοικούν τον χώρο του ιδιωτικού, ως σύζυγοι, μητέρες, αδελφές αγωνιστών και επιφανών πολιτικών. Ως τέτοιες τις αποτυπώνει ο φακός στις εικόνες που περιλαμβάνονται σε αυτό το μικρό φωτογραφικό συναξάρι και τραβήχτηκαν από τα μέσα της βασιλείας του Όθωνα έως και τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου Α’. Γυναίκες που έζησαν την Επανάσταση, απεικονίζονται σε ώριμη πια ηλικία, με τοπικές ενδυμασίες ή ρούχα ευρωπαϊκά, σε στούντιο της Αθήνας ή ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Γυναίκες που στέκονται με αμηχανία ανάμεσα στον χαμένο κόσμο της παιδικής τους ηλικίας και στον καινούργιο κόσμο του καπιταλισμού και του έθνους κράτους και «απαιτούν από εμάς να τις αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα ως υποκείμενα της Ιστορίας», όπως σημειώνει στον πρόλογό του ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ.

 

Σοφία Ματθαίου – Αθηνά Χατζηδημητρίου, Οι αρχαιότητες στα χρόνια της Επανάστασης, ΕΙΕ

Ο «πυρετός των μαρμάρων», η παγκόσμια έξαψη για τις ελληνικές αρχαιότητες που πυροδότησαν τα μεγάλα πνευματικά́ κινήματα του ευρωπαϊκού πολιτισμού́, τροφοδότησε το διεθνές ενδιαφέρον για την Ελληνική́ Επανάσταση, η οποία προσέλκυσε, εκτός πολλών άλλων φιλελλήνων, θαυμαστές του ελληνικού́ πολιτισμού́, συλλέκτες αλλά́ και κυνηγούς της τύχης και του κέρδους. Για τους επαναστατημένους Έλληνες, η μέριμνα για τις αρχαιότητες υπήρξε καταρχάς μια ιδεολογική́ διακήρυξη, που συνδεόταν άμεσα με την επίκληση της αρχαι­ότητας, η οποία αποτέλεσε μοχλό της ελληνικής εθνικής αυτοσυνειδησίας και κινητήρια δύναμη της εξέγερσης. Στη συνέχεια μετασχηματίσθηκε σε τμήμα του γραφειοκρατικού μηχανισμού, στο πλαίσιο της θεσμικής συγκρότησης του ελληνικού́ εθνικού κράτους. Ο ανά χείρας τόμος επιχειρεί να εξετάσει τόσο την ιστορική όσο και την αρχαιολογική πτυχή της υπόθεσης, μέσα από δύο διακριτά μέρη: Στο πρώτο, η ιστορικός Σοφία Ματθαίου διερευνά τη σταδιακή θεσμοθέτηση της μέριμνας για τις αρχαιότητες, ήδη κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, καθώς και τις σχετικές απόψεις που διατυπώθηκαν τότε. Με τα εργαλεία της πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας, εξετάζονται οι σχετικές ρυθμίσεις των πολιτικών ηγεσιών ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την κατακύρωση της συμμετοχής του νέου κράτους στη διεθνή κοινότητα. Στο δεύτερο μέρος, η αρχαιολόγος Αθηνά Χατζηδημητρίου επικεντρώνεται στην τύχη των αρχαίων στα χρόνια της Επανάστασης, ανασυνθέτοντας τις διαδρομές που ακολούθησε η αποκάλυψη και η απόσπασή τους, από τα προεπαναστατικά χρόνια μέχρι την έλευση του Όθωνα και τη συγκρότηση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, το 1834.

 

Πέτρος Παπαπολυβίου, Πτυχές και διαθλάσεις του κυπριακού 1821, Ρίζες

Σύνθεση μελετημάτων του ιστορικού και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, στην οποία εξετάζονται, αφενός, η συμμετοχή των Κυπρίων στην Επανάσταση του 1821 και, αφετέρου, ο απόηχός της στην Κύπρο κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Η έκδοση διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη: στο πρώτο μελετάται η Κύπρος στην εποχή του 1821, μέσα από κείμενα κυπρίων φυγάδων μετά την έκρηξη της Επανάστασης και την «διακήρυξη του Δεκεμβρίου 1821», μέσα από επιστολές και πληροφορίες για τις διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των Ιωαννιτών ιπποτών της Μάλτας για τη σύναψη δανείου, μέσα από τις ποικίλες σχέσεις του Ιωάννη Καποδίστρια με την Κύπρο, αλλά και την ειδησεογραφία του ελληνικού Τύπου για τις κυπριακές εξεγέρσεις του 1833. Στο δεύτερο μέρος επιχειρείται να ανασυσταθούν η προσωπογραφία, τα δίκτυα και οι διαδρομές κυπρίων αγωνιστών και λογίων των προεπαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων, ενώ στο τρίτο εξετάζεται ο τρόπος πρόσληψης των γεγονότων της 9ης Ιουλίου 1821, των οθωμανικών αντιποίνων κατά των χριστιανών του νησιού, από τη βιβλιογραφία του 19ου αιώνα και η σταδιακή ανάδειξή τους σε κομβική ιστορική στιγμή για τον ελληνισμό της Κύπρου. Ακόμη, μελετώνται οι προσλήψεις και η ιδεολογική χρήση της Ελληνικής Επανάστασης στη ρητορική και τα σύμβολα του αντιαποικιακού αγώνα της ΕΟΚΑ. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος παρουσιάζεται ένα άγνωστο ημιτελές ιστορικό μυθιστόρημα (1874) που αποδίδεται στον κατοπινό πατέρα της κυπριακής δημοσιογραφίας Θεόδουλο Φ. Κωνσταντινίδη, καθώς και ένα άρθρο του Λεωνίδα Παυλίδη για την ποιητική σύνθεση «9η Ιουλίου» του Βασίλη Μιχαηλίδη, στον Ριζοσπάστη του Ιανουαρίου 1947, μεσούντος του Εμφυλίου. Ο τόμος ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση, στο Επίμετρο, του καταλόγου που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα 294 κυπρίων αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, που δημιουργήθηκε με βάση τη μελέτη ποικίλων αρχειακών πηγών.

 

Β. Νικολαΐδου-Κυριανίδου – Κ. Ηροδότου (επιμ.), Οι Εβραίοι στον κόσμο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και της Επανάστασης του 1821, Καπόν

Στην ανάδειξη των σχέσεων μεταξύ χριστιανών και εβραίων πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την Επανάσταση του 1821, στοχεύει ο ανά χείρας συλλογικός τόμος, προϊόν μακράς αρχειακής έρευνας στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα κείμενα που δημοσιεύονται στις σελίδες του προσεγγίζουν το εβραϊκό ζήτημα υπό το φως της αντιπαλότητας των πολέμιων της νεωτερικότητας και των υπερασπιστών του Διαφωτισμού, ενώ παράλληλα συζητούν τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της διαδικασίας συγκρότησης της ελληνικής ταυτότητας. Τα τέσσερα δοκίμια που τον συγκροτούν προσφέρουν έτσι μια πολυπρισματική οπτική στις σχέσεις των Εβραίων με την Ελληνική Επανάσταση. Στη συμβολή του με τίτλο «Περί Ελλήνων και Εβραίων: Πλαισιώσεις και αναπλαισιώσεις πριν την Επανάσταση του 1821», ο Φώτης Στάμος προσεγγίζει ερμηνευτικά μια επιστολή του ιταλού λογίου Giuseppe Compagnioni (η οποία δημοσιεύεται για πρώτη φορά μεταφρασμένη στα ελληνικά στο Παράρτημα), όπου συγκρίνει τους δύο λαούς, Έλληνες και Εβραίους, προκειμένου να υπερασπιστεί τους τελευταίους και να αναιρέσει την αντι-ιουδαϊκή αφήγηση της πορείας τους μέσα στην ιστορία. Στο δοκίμιο «Ασάφειες, αμηχανίες και σιωπές: Η Επανάσταση του 1821 και οι Εβραίοι», ο Σάκης Δημητριάδης, βασισμένος στις λιγοστές διαθέσιμες μαρτυρίες των πηγών, εξετάζει την αντιμετώπιση των εβραϊκών πληθυσμών που ζούσαν στις περιοχές που είχαν στον έλεγχό τους οι επαναστατημένοι Έλληνες. Στο δικό του δοκίμιο, ο Κωνσταντίνος Ηροδότου διερευνά τη συμβολή των Εβραίων του γερμανόφωνου και του γαλλόφωνου χώρου στην Επανάσταση του 1821, εστιάζοντας σε ένα ζήτημα ελάχιστα μελετημένο, όπως είναι η στήριξη που παρείχαν στους επαναστατημένους Έλληνες οι Εβραίοι της Ευρώπης. Τέλος, η Κατερίνα Καρούνια, στο κείμενό της «Ψέματα και αλήθειες σε δύσκολους καιρούς: Τα Ισραηλιτικά Χρονικά της Κέρκυρας» επικεντρώνεται στην αντιεβραϊκή ρητορική του ιεροκήρυκα Κοσμά Φλαμιάτου, καθώς και τη μεταγενέστερη αναβίωσή της στα Επτάνησα. Ο τόμος συμπληρώνεται με Παράρτημα, στο οποίο δημοσιεύονται, πέραν της επιστολής του Compagnioni, και άλλα κείμενα στα οποία γίνεται αναφορά από τους συγγραφείς, κυρίως άρθρα και φυλλάδια από τον γερμανόφωνο χώρο.

 

Σ. Ματθαίου – Α. Σφοίνη – Μ. Χ. Χατζηιωάννου (επιμ.), Εθνικά κινήματα και φιλελληνισμός, ΙΙΕ/ΕΙΕ

Στα εθνικά κινήματα που αναδύονται κατά τη δεκαετία του 1820 στη Μεσόγειο, αλλά και στην αναταραχή που παρατηρείται στη Βαλκανική, η οποία σχετίζεται με εγγενή προβλήματα της οθωμανικής διοίκησης και με τα σκιρτήματα εθνικής αυτοδιάθεσης των λαών των περιοχών αυτών, καθώς και στον ενθουσιασμό που δημιούργησε η Ελληνική Επανάσταση, πυροδοτώντας ένα ρωμαλέο κύμα υποστήριξής της στην Ευρώπη και την Αμερική, ήταν αφιερωμένο το επιστημονικό συνέδριο του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, τα πρακτικά του οποίου παρουσιάζονται στον ανά χείρας τόμο. Μέσα από τις είκοσι μία εισηγήσεις που περιλαμβάνει, εξετάζονται μια σειρά ζητήματα, όπως αυτό της κρίσης των αυτοκρατοριών και των ιδεολογιών που αναφύονταν μέσα από αυτήν, οι πολιτικές προσεγγίσεις των επαναστατικών γεγονότων, αλλά και ο αντίκτυπός τους και οι συζητήσεις που πυροδοτήθηκαν στη δημόσια σφαί­ρα. Τέλος, μια ιδιαίτερη ενότητα αφιερώνεται στις εικόνες και τα συναισθήματα που άρχισαν να κυριαρχούν μέσα από τη διαπραγμάτευσή τους από τη φιλελληνική τέχνη, χάρη στην έκδοση λογοτεχνικών εντύπων και την παραγωγή καλλιτεχνικών έργων εμπνευσμένων από το 1821 στις εικαστικές τέχνες, τη μουσική, την όπερα. Ο τόμος κλείνει με την αποτίμηση των κεντρικών ζητημάτων που απασχόλησαν το συνέδριο από τους ιστορικούς Αντώνη Λιάκο και Γιώργο Τόλια.

 

William St Clair, …και πάλι μια Ελεύθερη Ελλάδα! Οι Φιλέλληνες στον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, Γκοβόστης

Η Ελλάδα όπως παρουσιαζόταν στα μάτια των Ρομαντικών καλύπτει μεγάλο μέρος του έργου του βρετανού ιστορικού Ουίλιαμ Σεν Κλερ, ο οποίος, κατά τραγική ειρωνεία, πέθανε το 2021, τη χρονιά της 200στής επετείου της Ελληνικής Επανάστασης. Πολλές από τις μελέτες και τις ιστορικές βιογραφίες που συνέθεσε είναι αφιερωμένες σε διάσημους φιλέλληνες, αλλά και στον φιλελληνισμό γενικότερα, όπως ο ανά χείρας τόμος. Έργο που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1972, με την ευκαιρία, τότε, των 150 χρόνων της Επανάστασης, συμπληρώθηκε με επιπλέον υλικό και εικονογράφηση, ενημερωμένη βιβλιογραφία και πρόλογο από τον Roderick Beaton και κυκλοφόρησε στην αγγλική γλώσσα το 2008. Αντλώντας τον τίτλο του από μια αποστροφή του Μπάυρον, ο συγγραφέας διατρέχει ολόκληρη την ιστορία της Επανάστασης μέσα από το πρίσμα του Φιλελληνισμού: από την προετοιμασία των πνευμάτων χάρη στον νεοκλασικισμό μέχρι την ώθηση του ρομαντισμού σε ευρωπαίους και αμερικανούς εθελοντές, που πήραν το δρόμο προς τη Μασσαλία, για να φτάσουν στην επαναστατημένη Πελοπόννησο και να σχηματίσουν το τάγμα που έμελλε να μακελευτεί στη μάχη του Πέτα. Ο βρετανός ιστορικός παρακολουθεί τις διακυμάνσεις που θα ακολουθήσουν την πρώτη απογοήτευση, την κίνηση σε διάφορες χώρες μέχρι την εμφάνιση του Μπάυρον, τον αγγλικό χρυσό και το Μεσολόγγι, αλλά και την έκφραση του καταπιεσμένου ριζοσπαστισμού στη μεταναπολεόντεια Ευρώπη, την εμπλοκή των Αμερικανών, μέχρι το Ναβαρίνο και την άφιξη του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στον Μοριά.

 

Εύα Λατόρρε Μπρότο, Ελευθερωτές ενός μεγάλου λαού, Καστανιώτης

Ως «παγκόσμιο γεγονός» προσεγγίζεται η Ελληνική Επανάσταση στον παρόντα, τρίγλωσσο (ελληνικά, ισπανικά, αγγλικά) επετειακό τόμο, με στόχο να αναδειχθεί ο άγνωστος ισπανικός φιλελληνισμός της πρώτης περιόδου (1821-1822), όταν η Ισπανία είχε γίνει το καταφύγιο όλων των προγραμμένων από τα καθεστώτα της Ιεράς Συμμαχίας επαναστατών, αποτελώντας το λίκνο της Φιλελεύθερης Διεθνούς. Η συγγραφέας, κλασικός φιλόλογος η ίδια, εντάσσει την ελληνική περίπτωση στο πλαίσιο της Εποχής των Επαναστάσεων και, ειδικότερα, σε αυτό που αποκλήθηκε «μεσογειακό κύμα», δηλαδή τη σειρά των εξεγέρσεων και επαναστάσεων που συγκλόνισαν τον νότο της Ευρώπης κατά τη δεκαετία του 1820, από την Ισπανία και την Πορτογαλία, στη Νάπολη και το Πεδεμόντιο, και κατόπιν στη Μολδοβλαχία και την Πελοπόννησο. Ειδικότερα, στις σελίδες της μελέτης της, εξετάζει, αφενός, τον πρώιμο ισπανικό φιλελληνισμό, με χαρακτήρα πολιτικό και επαναστατικό –σε αντίθεση με τον κατοπινό φιλελληνισμό, τον οποίο χαρακτηρίζει φιλανθρωπικό, πατερναλιστικό και επεμβατικό– που αντιμετώπιζε τους Έλληνες ως ισότιμους με τους Ισπανούς, στον αγώνα τους για μια πατρίδα ελεύθερη, εμπνεόμενη από τις αξίες του Διαφωτισμού και κυβερνώμενη από τον νόμο, χωρίς χώρο για δυνάστες. Αφετέρου, εξετάζει τη δημιουργία και τη δράση του φιλελληνικού Κομιτάτου της Μαδρίτης, που στα τέλη του 1821 προωθούσε την αποστολή εκστρατευτικού σώματος 300 ιταλών στρατιωτών και τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ισπανίας και Ελλάδας, σχέδια που αξιοποίησε η επαναστατική κυβέρνηση, μολονότι, λόγω της πολιτικής συγκυρίας ματαιώθηκαν.

 

Λίλια Μπιλοούσοβα, Φιλικοί στη Βεσσαραβία (1821-1823), Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού

Τεκμήρια από το Κρατικό Αρχείο της Περιφέρειας Οδησσού, περισσότερα από 250 ανέκδοτα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην Επανάσταση στη Μολδοβλαχία, περιλαμβάνει η ανά χείρας έκδοση, με επιμέλεια, καθώς και κατατοπιστικά εισαγωγικά κείμενα και ευρετήρια ονομάτων και τοπωνυμίων, από την ουκρανή ιστορικό Λίλια Μπιλοούσοβα. Πρόκειται για αρχειακές πηγές που παρέχουν τη δυνατότητα να φωτιστούν διάφορες πτυχές του κινήματος των Φιλικών, καθώς και η τύχη τους μετά την αποτυχία του επαναστατικού εγχειρήματος, ιδίως μέσα από το πρίσμα της βιογραφικής και γενεαλογικής μελέτης – εδώ πολύτιμοι είναι ονομαστικοί κατάλογοι που κατάρτισαν οι ρωσικές αυτοκρατορικές αρχές μετά την καταφυγή των επαναστατών στο ρωσικό έδαφος. Ακόμη, αναδεικνύει πτυχές της διεθνικής διάστασης της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία, αποτυπώνοντας τη συμμετοχή όχι μόνο Ελλήνων και άλλων Βαλκάνιων αλλά και υπηκόων από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τέλος, φωτίζει τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι ελληνικές κοινότητες της Διασποράς κατά την προεπαναστατική περίοδο για την προετοιμασία της Επανάστασης, αλλά και για τη σωτηρία των Φιλικών που κατέφυγαν στη Νότια Ρωσία μετά την αποτυχία της πρώτης απόπειρας για ξεσηκωμό στην «καρδιά» της Αυτοκρατορίας – στη Μολδοβλαχία και μετά στην Κωνσταντινούπολη.

 

Blandin – F. Pajor (επιμ.), Γενεύη και Ελλάδα: Μια φιλία στην υπηρεσία της ανεξαρτησίας, Μέλισσα

Προϊόν της έκθεσης Genève et la Grèce, που φιλοξενήθηκε το 2021 στο Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας της ελβετικής πόλης, αυτός ο πλούσια εικονογραφημένος κατάλογος συγκεντρώνει συνεισφορές από τριάντα συγγραφείς, ελληνικής και ελβετικής καταγωγής. Μέσα από τις σελίδες του αναδεικνύονται οι σχέσεις φιλίας που συνδέουν τη Γενεύη με την Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα, εστιάζοντας σε τρία πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο τόσο για την ενσωμάτωση της Γενεύης στην Ελβετική Συνομοσπονδία όσο και στην απελευθέρωση της Ελλάδας από την οθωμανική κυριαρχία: τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Ιωάννη Γαβριήλ Εϋνάρδο (Jean-Gabriel Eynard) και τον Charles Pictet de Rochemont. Τα κείμενα κατανέμονται σε τρεις ενότητες, με την πρώτη να αφιερώνεται στην υποστήριξη του Καποδίστρια στην Ελβετική Συνομοσπονδία κατά τη διάρκεια των Συνεδρίων που ακολούθησαν την ήττα του Ναπολέοντα και τη δεύτερη να εστιάζει στις αντιδράσεις στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας στην Ελβετία, ιδιαίτερα στη Γενεύη. Τέλος, η τρίτη ενότητα εξετάζει τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και τον ρόλο του Καποδίστρια, το κυβερνητικό του πρόγραμμα, τη δημιουργία της πρώτης εθνικής τράπεζας (1828-1834), αλλά και τη θέση που κατέχει ο Καποδίστριας στη νεοελληνική ιδεολογία.

 

Χρήστος Λούκος, Ιωάννης Καποδίστριας. Μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας, ΜΙΕΤ

Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας, του έθνους κράτους που γεννήθηκε μέσα από τη φωτιά της Επανάστασης, αποτελεί κατεξοχήν παράδειγμα ιστορικής μορφής η αποτίμηση της οποίας συνδέεται στενά με τα διακυβεύματα του εκάστοτε πολιτικού παρόντος. Όταν ο συγγραφέας της ανά χείρας βιογραφίας ξεκινούσε τον ακαδημαϊκό του βίο ως νέος ιστορικός, στα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας, η επιλογή της μελέτης της αντιπολίτευσης στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια ως θέματος της διδακτορικής του διατριβής τον οδήγησε να αντιμετωπίσει με ιδιαίτερα κριτικό τρόπο τον αυταρχικό και συγκεντρωτικό τρόπο διακυβέρνησής του, αλλά και να εξετάσει περισσότερο ευνοϊκά τους αντιπάλους του. Το πνεύμα της εποχής, μιας εποχής μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία, δεν θα επέτρεπε μια διαφορετική αντιμετώπιση. Πενήντα χρόνια αργότερα, ο τρόπος που σκεπτόταν και δρούσε ο Ιωάννης Καποδίστριας μάς φαίνεται σήμερα ρεαλιστικός, ακόμη και ορθός, καθώς στον δημόσιο βίο τα δημοκρατικά αιτήματα έχουν υποχωρήσει προς όφελος ενός εκσυγχρονισμού «από τα πάνω», συχνά αυταρχικού εν ονόματι μιας αόριστης αποτελεσματικότητας. Έχοντας συσσωρεύσει εμπειρία χρόνων, ο συγγραφέας, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους μελετητές του Καποδίστρια στη χώρα μας, μπορεί να δει περισσότερο ισορροπημένα τα καποδιστριακά χρόνια, χωρίς να επικεντρώνεται μόνο στις συντηρητικές πολιτικές επιλογές του Καποδίστρια, αλλά αναδεικνύοντας και το σημαντικό έργο που επιτέλεσε ή προσπάθησε να επιτελέσει για την οργάνωση της Ελληνικής Πολιτείας. Προκειμένου να φιλοτεχνήσει όσο το δυνατόν πιστότερα την εικόνα της σύνθετης πραγματικότητας, προβαίνει, αντίστοιχα, και σε μια περισσότερο ισορροπημένη εκτίμηση των δυνάμεων που τον αντιπολιτεύτηκαν, οι οποίες δέχθηκαν αδιαμαρτύρητα τις όποιες αποφάσεις των Δυνάμεων και υπηρέτησαν τη διαρκή αγγλική προσπάθεια για την υπονόμευσή του, καταλήγοντας στη δολοφονία του που βύθισε τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα οραματίζονταν μια κοινωνία φιλελεύθερη, στο σχεδιασμό της οποίας ήλπιζαν ότι θα συμμετείχαν ενεργά. Απόσταγμα μελετών και ερευνών μιας ολόκληρης ζωής, η βιογραφία που παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό ο συγγραφέας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ψηφίδες της ιστοριογραφίας της Επανάστασης που μας κληρονομεί η επέτειος των 200 χρόνων της Επανάστασης.

 

Δημήτρης Γιαννακόπουλος, Η μετακαποδιστριακή περίοδος (1831-1833), Ασίνη

Η ολιγόμηνη περίοδος που μεσολαβεί ανάμεσα στη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831) και την έλευση του βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα (Ιανουάριος 1833) έχει χαρακτηριστεί από τη σχετική ιστοριογραφία ως «περίοδος της αναρχίας», καθώς χαρακτηρίζεται από εμφύλιες συγκρούσεις και «δυαδική εξουσία» και αποτελεί μία από τις πλέον χαοτικές και αχαρτογράφητες περιόδους της νεότερης Ελλάδας. Αυτήν την περίοδο διερευνά στην ανά χείρας μελέτη ο συγγραφέας, εκμεταλλευόμενος τεκμήρια από μέχρι πρότινος ανέκδοτες αρχειακές πηγές, εξετάζοντας τόσο το έργο και τη δράση των φορέων της εξουσίας –που ταυτίζονται εν πολλοίς με τους Πελοποννήσιους και τη μερίδα των στρατιωτικών, υποστηρικτών του νεκρού κυβερνήτη– όσο και των νέων κέντρων ισχύος που αναδείχτηκαν κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο, δηλαδή τη μερίδα των «συνταγματικών», που συσπειρώθηκαν γύρω από τον Κωλέττη: πλοιοκτήτες, γαιοκτήμονες και μορφωμένοι ομογενείς, κοινωνικές ομάδες οικονομικά ισχυρές και με πολιτικές βλέψεις, που είχαν πληγεί από την προσωποπαγή εξουσία του Καποδίστρια. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι κάτοικοι των αστικών κέντρων και της υπαίθρου δεν αναμίχθηκαν καθόλου στις συγκρούσεις, κι αυτός είναι ο λόγος που ο ίδιος δεν συμμερίζεται τον χαρακτηρισμό της περιόδου ως «αναρχίας». Η ευθύνη των Μεγάλων Δυνάμεων, που επηρέαζαν τις αντιμαχόμενες παρατάξεις στις αποφάσεις τους είναι αναντίλεκτη, όμως, επισημαίνει ο συγγραφέας, οι συσχετισμοί που διαμορφώνονταν μεταξύ των δύο πλευρών είχαν τη δική τους, εν πολλοίς ανεξάρτητη, δυναμική, που σχετικοποιεί τον υπερτιμημένο από τη σχετική ιστοριογραφία ρόλο τους. Αποτελεί ειρωνεία της ιστορίας –ή, μάλλον, χαρακτηριστικό δείγμα της ετερογονίας των σκοπών– το γεγονός ότι ο «ένοπλος συνταγματισμός» της αντικαποδιστριακής φατρίας υπονόμευσε κάθε προοπτική για τη διακυβέρνηση της χώρας από μια συνταγματική μοναρχία, απολήγοντας στην απολυταρχία των Βαυαρών και του Όθωνα.

 

Έρη Σταυροπούλου, Η νεοελληνική ποίηση και το Εικοσιένα. Διάλογος με την Ιστορία, ΕΙΕ

Η ποίηση υπήρξε το είδος εκείνο της νεοελληνικής λογοτεχνίας που αποτύπωσε περισσότερο και, κυρίως, με διάρκεια το μείζον ιστορικό γεγονός της Επανάστασης. Η συγγραφέας, ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, διερευνά στο παρόν έργο τους τρόπους με τους οποίους η νεοελληνική ποίηση συνομίλησε με το Εικοσιένα, αλλά και το πώς η νεότερη ποίησή μας, αντλώντας έμπνευση από το ιστορικό της συγκείμενο, στρέφεται στην Επανάσταση προκειμένου να φωτίσει την εκάστοτε δική της εποχή. Ειδικότερα, στις σελίδες της μελέτης διερευνάται το πώς και πότε η Ελληνική Επανάσταση γίνεται θέμα της νεοελληνικής ποίησης, μέχρι πότε παραμένει ζωντανή η λογοτεχνική μνήμη της, ποια από τα γεγονότα του Αγώνα επιλέγονται να αποδοθούν ποιητικά και με ποια νεότερα ζητήματα διαλέγονται, αλλά και ποιος ο ρόλος των ποιητών απέναντι στο ιστορικό αυτό ζήτημα. Η έρευνα, που εξετάζει τόσο ποιητές που κατέχουν κεντρική θέση σε κάθε περίοδο όσο και ένα πλήθος ποιημάτων με θεματικές που σχετίζονται με την Επανάσταση, εκτυλίσσεται χρονολογικά. Ξεκινώντας από την ποίηση που γράφτηκε στα χρόνια της Επανάστασης, περνά στην εποχή του νεοελληνικού ρομαντισμού, που διαμορφώνει την ποιητική της μεταγενέστερης ποίησης για τον Αγώνα. Στη συνέχεια εξετάζεται η περίοδος μέχρι τον Μεσοπόλεμο, ενώ η δεκαετία του 1940 αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο, για να ακολουθήσει η εξέταση της παρουσίας του Εικοσιένα στη σύγχρονη ποίηση, όπου παράγεται μια μεγάλη σειρά από εικόνες, μορφές και σύμβολα της Επανάστασης που διαπλέκονται με σύγχρονους προβληματισμούς. Μέσα από την πραγμάτευση αυτή αναδεικνύονται οι διαφορετικές, και κάποτε αναπάντεχες, προσεγ­γίσεις στην ποιητική μετουσίωση του ιστορικού υλικού, καθώς και οι διεργασίες μυθοποίησης προσώπων, γεγονότων και τόπων.

 

Δ. Πολυχρονάκης – Α. Κατσιγιάννης (επιμ.), Ιδού, γλυκέ Φιλόπατρι, της λύρας μου τα μέλη, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Κρήτης

Μελέτες αφιερωμένες αποκλειστικά στη νεοελληνική λογοτεχνία του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, που στοχεύουν στη διερεύνηση του λογοτεχνικού πεδίου στα χρόνια της Επανάστασης και στα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους συγκεντρώνονται στον ανά χείρας τόμο, φωτίζοντας λησμονημένες πτυχές της λογοτεχνικής παραγωγής της εποχής. Τα κείμενα κατανέμονται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη, «Στιχουργία επίκαιρη και στρατευμένη», οι Αλέξης Πολίτης, Αλέξανδρος Κατσιγιάννης και Γιάννης Παπαθεο­δώρου επικεντρώνονται σε διάφορες εκφάνσεις της σχετιζόμενης με την Επανάσταση περιστασιακής ποίησης. Η δεύτερη αποτελείται από δύο μελέτες αφιερωμένες στους σημαντικότερους ποιητές της εποχής, τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ανδρέα Κάλβο (Δημήτρης Πολυχρονάκης, Αγγέλα Γιώτη). Τέλος, η ενότητα «Για την πεζογραφία» επικεντρώνεται στα πεζογραφικά έργα που σχετίζονται με την Επανάσταση, μέσα από τις μελέτες των Χριστίνας Κώστογλου – Τάκη Καγιαλή και Αγγέλας Καστρινάκη.

 

Κατερίνα Μπρέγιαννη, Από το 1821 στο 1922: Αναπαραστάσεις της Επανάστασης στον Μεσοπόλεμο, Αλφειός

Τι συνδέει το 1821 με το 1922; Με ποιους τρόπους η νέα Ελλάδα συνομίλησε με την σύγχρονο κράτος που αναδύθηκε από τις στάχτες της Μικρασιατικής καταστροφής, εκατό χρόνια αργότερα; Μελετώντας την Κεντρική Επιτροπή της Εκατονταετηρίδος και τις διαρκείς αλλαγές της σύστασής της, καθώς και του ίδιου του ορισμού της επετείου, η συγγραφέας του παρόντος έργου επισημαίνει την επενέργεια των ιστορικών γεγονότων της εποχής στη φύση των δημόσιων τελετών, που είχε ως αποτέλεσμα την ετερογένεια των εορτασμών σε σχέση με τα διακυβεύματα της περιόδου. Έτσι, μεταβάλλονται με νομοθετικές παρεμβάσεις όχι μονάχα τα μέλη και ο χρόνος αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο του εορτασμού, που από την Επανάσταση περνά στην ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η συγγραφέας προχωρεί στην περιοδολόγηση των σχεδιασμών αυτών, αναδεικνύοντας θεματικές που προκρίνονται κάθε φορά να προβληθούν, σε συνάφεια με τα πολιτικά και άλλα επίδικα της κάθε εποχής. Έτσι, π.χ., ο ρόλος των φιλελλήνων προτάσσεται μετά την άρση της στήριξης των Συμμάχων, το 1920, αλλά και εντονότερα μετά την Καταστροφή, ενώ, αντιθέτως, περιορίζεται η αναφορά στον ρόλο της Εκκλησίας μετά την πολιτειακή αλλαγή του 1924, προκειμένου η Δημοκρατία να αναχθεί στις λαϊκές απαρχές του έθνους κράτους. Από την άλλη, από τα μέσα της δεκαετίας το 1920 και μετά, όταν η έμφαση δίνεται στον εκσυγχρονισμό της χώρας, κυριαρχεί μία «από τα πάνω» ανάγνωση της Επανάστασης και των διεργασιών που οδήγησαν σε αυτήν, υποβαθμίζοντας τις δημόσιες αναφορές στον ρόλο του λαϊκού παράγοντα. Η μελέτη συμπληρώνεται με ένα κεφάλαιο για τις πυκνώσεις της ιστορίας στη γλώσσα των συμβόλων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη χρήση τους στα νομίσματα, με ξεχωριστή αναφορά στην απεικονιστική χρήση του φοίνικα, επίσημου συμβόλου της καποδιστριακής πολιτείας. Στη συνέχεια, εξετάζονται οι μεσοπολεμικές χρήσεις της αναπαράστασης του φοίνικα από τον κρατικό μηχανισμό, στο πλαίσιο του θεσμικού εκσυγχρονισμού του κράτους με αναγωγή στις απαρχές του.

 

Αντώνης Νικολόπουλος κ.ά. (επιμ.), Το ’21 σήμερα: Αναπαραστάσεις της Ελληνικής Επανάστασης στην τέχνη και στον λόγο, 200 χρόνια μετά, ΕΙΜ

Κείμενα που παρουσιάστηκαν στην ομώνυμη επιστημονική διημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και αποτέλεσαν τη βάση για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με τις αποτυπώσεις της Ελληνικής Επανάστασης στις τέχνες και τη λογοτεχνία. Οι δεκαπέντε ανακοινώσεις που περιλαμβάνονται στις σελίδες του τόμου εξετάζουν καινοτόμες δράσεις που σχετίστηκαν θεματικά με την Επανάσταση και πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των εορτασμών της δισεκατονταετηρίδας. Ειδικότερα, οι επιμελήτριες του ΕΙΜ (Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη) παρουσιάζουν τα συμπεράσματά τους από την έκθεση Το ’21 αλλιώς, ενώ άλλες ανακοινώσεις εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο η Επανάσταση αποτυπώθηκε αφηγηματικά στις διάφορες εκθέσεις, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στις ποιητικές ανθολογίες, στα σύγχρονα και παλαιότερα κόμικς και, ειδικότερα, στο graphic novel με τίτλο 21: Η μάχη της πλατείας του Soloúp. Τέλος, ο τόμος συμπληρώνεται με κείμενα των ιστορικών Δημήτρη Δημητρόπουλου και Βαγγέλη Σαράφη για τις πηγές του 1821. Ο τόμος με τις ανακοινώσεις το συνεδρίου κυκλοφορεί εκτός εμπορίου και διατίθεται από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Αγγέλα Καστρινάκη (επιμ.), Σκεφτόμαστε το ’21, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Κρήτης

Πέντε συν μια ομιλίες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του (διαδικτυακού) εορτασμού της επετείου της Επανάστασης στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, τον Μάρτιο του 2021, περιλαμβάνονται στον τόμο αυτό, οι οποίες επιχειρούν να εξετάσουν πόσο σημαντική στάθηκε η παρέμβαση του Φιλελληνισμού στη μεταστροφή της στάσης των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά και τις σχέσεις της νεοελληνικής ποίησης με το ευρωπαϊκό κοινό (Αλέξης Πολίτης)· από ποιους δρόμους οι κλεφταρματολοί του οθωμανικού κόσμου μεταβλήθηκαν σε επαναστάτες και στρατιωτικούς ενός υπό συγκρότηση εθνικού κράτους (Παναγιώτης Στάθης)· ποιες ελπίδες και φόβους προκάλεσε η Επανάσταση στον Κοραή (Δημήτρης Πολυχρονάκης)· σε ποιο πλαίσιο διαμορφώθηκε το Κρητικό ’21 και πώς αμφισβητήθηκαν, διεκδικήθηκαν ή επενδύθηκαν με νέους ρόλους οι προεπαναστατικές κληρονομικές εξουσίες στο νησί (Ελευθερία Ζέη)· ποιες ήταν οι αντιδράσεις του Σουλτάνου και της οθωμανικής εξουσίας και πώς βίωσαν οι Οθωμανοί το ’21 (Ηλίας Κολοβός)· τέλος, πώς συνδυάζεται ο «Ύμνος εις την Ελευθερία» με την περίφημη «Ωδή στη χαρά» του Μπετόβεν (Αγγέλα Καστρινάκη).

 

Άννα Μανδυλαρά, κ.ά. (επιμ.), Ελευθερία και Θάνατος στην Ελληνική Επανάσταση, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Μικροϊστορικές προσεγγίσεις από τον αγώνα στον ηπειρωτικό και στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο συγκεντρώνονται στα πρακτικά του ομώνυμου επιστημονικού συνεδρίου (σε επιστημονική επιμέλεια Α. Μανδυλαρά, Γ. Νικολάου, Λ. Φλιτούρη, Ν. Αναστασόπουλου, Η. Σκουλίδα), οι οποίες εξετάζουν μερικές από τις πολλαπλές όψεις της ζωής και του θανάτου των επαναστατών στην Ήπειρο. Οι πραγματικότητες που βίωναν οι κάτοικοι στον κάμπο, στις πόλεις και στον ορεινό όγκο τις παραμονές της Επανάστασης, οι σχέσεις μουσουλμάνων, χριστιανών και εβραίων της περιοχής, τα δίκτυα των Σουλιωτών, οι μάχες στο Πέτα, στην Πλάκα και στο Κομπότι, οι στρατηγικές του Αλή Πασά, τα ηπειρωτικά δίκτυα στην Μολδοβλαχία είναι μερικές από τις θεματικές που εξετάζονται, φωτίζοντας τη ζωή, τον θάνατο και την υστεροφημία στα πολλαπλά μέτωπα του Αγώνα στον ηπειρωτικό χώρο.

 

Βαγγέλης Καραμανωλάκης κ.ά. (επιμ.), Εθνεγερσίας αναστοχασμοί, Εκδόσεις ΕΚΠΑ

Πανηγυρικοί λόγοι για την 25η Μαρτίου 1821 που εκφωνήθηκαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από την καθιέρωση του επίσημου εορτασμού της επετείου έως το 2021, περιλαμβάνονται στο παρόν έργο, αποτυπώνοντας τις διαφορετικές προσλήψεις του Αγώνα αλλά και την εξέλιξη της νεοελληνικής ιδεολογίας στον 19ο και 20ό αιώνα. Ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει 33 λόγους, από το 1871 έως το 1967, σε επιμέλεια Βαγγέλη Καραμανωλάκη και Χάιδως Μπάρκουλα, ενώ ο δεύτερος 23 λόγους, από τις παραμονές της απριλιανής δικτατορίας έως και σήμερα, σε επιμέλεια Κώστα Μπουραζέλη και Χριστίνας Μπάκουλα.

 

Ακαδημία Αθηνών, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 14 (2021)

Αφιερωμένος στην 200ή επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης είναι και ο 14ος τόμος του περιοδικού που εκδίδει το Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Γράφουν οι: Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη («Στη σκιά του λόρδου Guilford: ο Χριστόφορος Φιλητάς και δύο άγνωστα κείμενά του για την Επανάσταση»), Δέσποινα Βλάμη («Πόλεμος και επιχειρήσεις: οι αδελφοί Μπουντούρη και η οικονομία της Επανάστασης στην Ύδρα κατά τον 19ο αιώνα»), Χαρίτων Καρανάσιος («Το πολλαπλο δίλημμα του Νέου Ελληνισμού πριν από την Επανάσταση»), Ηλίας Κολοβός («Το τέλος του αιώνα των Φαναριωτών κατά το 1821, σύμφωνα με τα οθωμανικά τεκμήρια»), Φωκίων Κοτζαγεώργης («Ρωμιοί εκτελεσθέντες και φυγάδες στη Θεσσαλονίκη του 1821»), Γεώργιος Κουτζακιώτης («Ο Ρήγας, ο Παζβάντογλου και το επαναστατικό εγχείρημα του 1797. Μερικές επισημάνσεις»), Σοφία Λαΐου («Οθωμανοί έλληνες σαράφηδες στην Κωνσταντινούπολη του 1821»), Ίκαρος Μαντούβαλος («Ο θάνατος στα χρόνια της Επανάστασης μέσα από τις αφηγήσεις του Anton Prokesch»), Παναγιώτης Μιχαηλάρης («Πολιτικο-εκκλησιαστικές πιέσεις για την επιστροφή Κυδωνιέων και Μοσχονησιωτών στις εστίες τους, 1823»), Δημήτρης Παπασταματίου («Όψεις της οικονομίας πολέμου στην Kεντρική Μακεδονία κατά την περίοδο 1821-1830»), Πέτρος Πιζάνιας («Το αγροτικό ζήτημα από τις πρώτες νεωτερικές επαναστάσεις στην Ελληνική Επανάσταση»), Νικόλας Πίσσης («Ο Αγαθάγγελος, τα πρότυπά του και τύχες του έως και την Επανάσταση»), Αλεξάνδρα Σφοίνη («Εικόνες των επαναστατημένων Ελλήνων στα φιλελληνικά Απομνημονεύματα. Ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές, 1821-1828»), Ίλια Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister («Η Φιλική Εταιρεία και ο τεκτονισμός: μυστική επικοινωνία, αστική δημοσιότητα και κοινωνικές ιδέες»).

Προηγούμενο άρθροΗ ομορφιά της χιονονιφάδας: Η ανάδυση μιας νέας ευαισθησίας στην ποίηση του 21ου αιώνα (Τώνια Τζιρίτα-Ζαχαράτου)
Επόμενο άρθροΗ αμηχανία του συγγραφέα μετατρέπεται σε μοναξιά; (της Άννας Ρω)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ