Λάκης Παπαστάθης, Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά

0
577

 

Της Κατερίνας Γούλα.

Η μυθοπλασία τρυπώνει ανάμεσα στις ιστορίες, πίσω από τις χειρονομίες, όπως ο πυρήνας της διδασκαλίας που αναζητά ο δάσκαλος κρύβεται «ανάμεσα στα πλάνα, πίσω από τη δράση». Στο αίσθημα, στο άρωμα μιας σκηνής, στη λεπτή συγκίνηση που αφήνει το πέρασμά της και όχι τόσο στους συγκεκριμένους χαρακτήρες, στις απτές ενέργειες·εκεί προσπαθεί να εστιάσει την προσοχή και την ευαισθησία των μαθητών του για να τους μυήσει στο θεατρικό και κινηματογραφικό μυστήριο.

Το συνδετικό νήμα των 50 ιστοριών του βιβλίου του Λάκη Παπαστάθη (Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά, Πόλις), αν πρέπει να υπάρχει κάποιο, είναι η άδολη αλλά όχι ανυποψίαστη απορία του δασκάλου για το αν η τέχνη μπορεί να διδαχθεί. Διαλέγοντας το δρόμο του παιχνιδιού, του αυτοσχεδιασμού, της άχρηστης φαινομενικά λεπτομέρειας, του χρώματος μιας ιστορίας και όχι τόσο των συγκεκριμένων υλικών που την απαρτίζουν, ο δάσκαλος εξελίσσεται σε μια ατυπική πατρική φιγούρα που διστάζει, αμφιβάλλει, κρίνεται κάθε στιγμή, αγωνιά για την αποτελεσματικότητά του, αμφισβητεί την αξία του, απεκδύεται την αυθεντία του. Γίνεται δηλαδή μια πατρική φιγούρα που, όπως επισημαίνει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή του βιβλίου, προδιαγράφει ο ίδιος το φόνο του από τους μαθητές του, τους παρέχει, ρητά και άρρητα, τα μέσα που θα χρειαστούν για να τον εκθρονίσουν και να τον υπερβούν ανάγοντάς τον στην ανθρώπινη διάστασή του, χωρίς να υποφέρουν από την πίεση που ασκεί η αγιοποίηση ή η δαιμονοποίηση ενός «δασκάλου».

Ένα άλλο συστατικό του δασκάλου που ενορχηστρώνει αυτό το μυθοποιητικό ταξίδι για τους μαθητές του είναι η προετοιμασία, ένα πραγματικό βάσανο, μια αληθινή δουλειά, μια αγωνία, όπου κάτι πρέπει τέλος πάντων να διακυβεύεται, κάτι να ρισκάρεται και στο τέλος μιας κοινής πορείας να προκύπτει ένας καρπός δημιουργίας που θα σφραγίζει τη μοναδικότητα της συνάντησης. Οι αγωνίες του σίγουρα υπερβαίνουν τα όρια του θεατρικού ή κινηματογραφικού μαθήματος. Κατά πόσο από μια διδασκαλία ευνοείται ο δάσκαλος και όχι οι μαθητές; Κατά πόσο η προσωπικότητα που δοκιμάζεται και κατόπιν θωρακίζεται είναι αυτή του δάσκαλου και όχι οι πολλαπλές προσωπικότητες των μαθητών; Μπορεί μια διδασκαλία να ευνουχίσει κάποιους, να αναχαιτίσει την πορεία τους; Η μορφή του βιβλίου, η δομή, η άρθρωση των ιστοριών είναι μάλλον ασυνήθιστες. Αν ο αναγνώστης δεν γνωρίζει την ιδιότητα του Λάκη Παπαστάθη, μπορεί να σκεφτεί ότι δεν βρισκόμαστε απαραίτητα σε θεατρικό εργαστήρι. Ο δάσκαλος που διατρέχει τις ιστορίες αυτές θα μπορούσε να είναι και δάσκαλος σχολείου που διδάσκει σε μικρά παιδιά, μιας και άλλωστε οι ηθοποιοί δεν πρέπει να απέχουν πολύ από αυτή την ηλικία.

Τα θέματα των ιστοριών του βουίζουν γύρω από τους αθηναϊκούς δρόμους και τη μοναξιά της επαρχίας, τα θέατρα, το αστικό κέντρο, το μετρό και τα άλλα πολύβουα μέσα συγκοινωνίας, και τη μυσταγωγία της φύσης, τη σιωπή του νεκροταφείου, την αμηχανία του νοσοκομείου: απιστία, ερωτικός αποχωρισμός, φιλίες που δοκιμάζονται, γηρατειά, επώδυνες αναμνήσεις, ανεκπλήρωτοι πόθοι, ματαιωμένες ελπίδες, πορνεία, ομοφυλοφιλία, ματαιοδοξία. Οι ήρωες των ιστοριών είναι συνήθως στη μέση ηλικία, όχι απαραίτητα χρονολογικά, αλλά εν πάση περιπτώσει άνθρωποι που έχουν ένα βάρος από τη ζωή, που έχουν ένα παρελθόν να αναλογιστούν και ένα μέλλον να φοβηθούν. Ή, πάλι, πρωταγωνιστούν, αντί για τα άτομα, καθρεφτικά, τα δημιουργήματά τους: ένα σπίτι, ένα τραγούδι, μια ζωγραφιά, ένα ποίημα, ένα ιστορικό γεγονός, μια μάχη. Μέσα από το συντονισμό της κίνησης του σώματος, της έκφρασης του προσώπου, του αισθήματος που κινεί όλα τα νήματα, των μαθημάτων όχι μόνο υποκριτικής τέχνης αλλά και ήθους ζωής, ήθους που κινείται γύρω από την αναγκαιότητα του συναισθήματος πριν την πράξη κι όχι αυτού που προκύπτει κατόπιν της πράξης, ο δάσκαλος του Λάκη Παπαστάθη επιχειρεί ένα μακρύ και επίπονο ταξίδι προς το ιερό. Σαν πεπειραμένος οδηγός συνοδεύει τους μαθητές του στις αχαρτογράφητες περιοχές της ψυχής και με την επιδεξιότητα του μύστη περνά μαζί τους όλα τα στάδια θανάτωσης της υπάρχουσας δομής τους, ώστε απαλλαγμένοι από την ταυτότητά τους να επαναπροσδιορίσουν τους δεσμούς τους με τη ζωή, ανακαλύπτοντας τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη θεατρική έκσταση και στη διαρκή αναγέννηση, του πυρήνα της ζωής, που μοιάζει όλο και πιο πολύ να απωθείται από τον μηχανοποιημένο πολιτισμό που αρνείται το θάνατο.

 

INFO: Λάκης Παπαστάθης, Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά, Πόλις

Προηγούμενο άρθροΑπάντηση στο κείμενο της Ε. Χουζούρη
Επόμενο άρθρο10 πράγματα για ένα καλό παιδικό βιβλίο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here