Κυριάκος Βέρης, Ο τζόκεϋ της Μαυρομιχάλη (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

0
210

συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη

 

Ξέρω, βαριέστε να ακούτε για την «άνοιξη» του νεοελληνικού θεατρικού έργου. Το ίδιο και εγώ. Είναι μια πολύ πατερναλιστική φράση- με εκνευριστική, επιδεικτική μεγαλοψυχία κάνει τη χάρη σε ένα έργο να καταδειχτεί να το λάβει υπόψη, προσέξτε, ως υπόσχεση (άνοιξη) αλλά όχι ως ωριμότητα.  Είναι σαν τους παραολυμπιακούς- «ναι γρήγορα έτρεξες- δεδομένου ότι έχεις προσθετικά πόδια.»

Έχουμε λοιπόν τις «Σκληρές Φωτογραφίες» του Κυριάκου Βέρη που ως έργο δεν ανήκει στην «άνοιξη» του νεοελληνικού έργου γιατί πολύ απλά είναι εποχές μπροστά, τουλάχιστον ως προς τη μεγαλύτερη αρετή: την ελευθερία της φαντασίας.

Η υπόθεση αφορά 3 χαρακτήρες- έναν πατέρα κάθαρμα, ένα γιο ποδοπατημένο από τη ζωή και ένα…. άλογο. Ναι ξέρω, έχω αποθημένα να τα αναγάγω όλα στην αρχαιοελληνική τραγωδία, όμως ο συγγραφέας είχε την λεπτότητα να αφήσει την ιστορία του Ιππόλυτου απέξω και μια  τσεχοφική ενσυναίσθηση στην παρουσίαση και των τριών χαρακτήρων.

Ο πατέρας (Δημήτρης Μαργαρίτης) έχει καταφύγει στην Αβάνα και περνάει ζωή και κότα (ίσως περισσότερο κότα παρά ζωή). Ο γιος (Σπύρος Ασημένιος) κάποτε ήταν ο καλύτερος αναβάτης του κόσμου και τώρα θέλει να καταλάβει τον πατέρα του και τον εαυτό του. Ε και το άλογο του (Δημοσθένης Φίλιππας) θα έπρεπε να είναι φυλακή γιατί… κλέβει την παράσταση.

Θεωρώ πως είναι εξαιρετικά δύσκολο ο ανθρωπομορφισμός ενός ζώου να αποδοθεί χωρίς το αποτέλεσμα να καταντήσει γελοίο. Με μαεστρία που φέρνει στο μυαλό την ακροβασία μεταξύ φανταστικού-συγκινητικού των διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ο Κυριάκος Βέρης (όπως και η σκηνοθεσία της Χριστίνας Χριστοφή)  το πετυχαίνει αβάδιστα, που λέγε και στις αγγελίες, αφήνοντας το χαλινάρι λάσκα στο άλογο και ενισχύοντας το με τους άλλους δυο χαρακτήρες.

Εντάξει τώρα που μίλησα κάπως σα μεγάλη, μπορώ να συνεχίσω να σας λέω για το άλογο; Το άλογο. Μα τι άλογο. Με παιχνιδιάρικη ματιά- ατίθασο, όλο ενέργεια και χιούμορ σωματικοποιημένο. Είναι ο καλύτερος φίλος του αναβάτη, η αξιοπρέπεια του, η κοινή του λογική. Σε μια εποχή που ο ανταγωνισμός έχει καταντήσει η μέγγενη της δημιουργικότητας, το άλογο είναι πιο ειλικρινές από τον άνθρωπο. Και η μεταξύ τους σχέση,  φέρνει στο μυαλό την απόλυτη σύνδεση και ελευθερία, εγγενή στον ψυχισμό μας από την αρχαιότητα όπως αποδεικνύει το άγαλμα «Ο Τζόκευ του Αρτεμισίου» που μπορεί να δει κανείς, λίγα τετράγωνα παρακάτω στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Το ζουμί του έργου είναι κάτι που όλοι το έχουμε βιώσει με άλλες αφορμές συχνά-πικρά: όλα θα ήταν αλλιώς, παρά μόνο για μια μικρή λεπτομέρεια.  Για μια τόση μικρή διαφορά που φαίνεται στο σκληρό φώτο φίνις. Εξ’ου και ο τίτλος της παράστασης .Η ουσία της υπόθεσης ίσως είναι αυτή η λεπτομέρια, αλλά η ουσία της παράστασης είναι πολύ παραπάνω.

Ο συγγραφέας, Κυριάκος Βέρης, απαντάει στις ερωτήσεις του Αναγνώστη.

 

ΕΡ: Ποο είναι το θέμα το έργου;

Κ.Β:΅Το έργο μιλά για τους «ευνουχισμούς» και την εκπαίδευση που δεχόμαστε από μικροί για να φτάσουμε στη νίκη, την επιτυχία. Τα συναισθήματα που νιώθουμε όταν τελικά καταφέρουμε τους πολυπόθητους στόχους μας. Τι μας μένει από τους θριάμβους μας αλλά και τις ήττες μας. Πως νιώθουμε για όλους αυτούς που μας πίεσαν και μας οδήγησαν με τον τρόπο τους στην κορυφή. Και τι κάνουμε όταν σε κάποια στιγμή της ζωής μας οι ρόλοι αντιστραφούν και βρεθούμε εμείς στο ρόλο του εκπαιδευτή (γονέα, προπονητή, προϊσταμένου-αφεντικού, μέντορα, ηγέτη).

ΕΡ: Πώς σας ήρθε η ιδέα να το γράψετε;

Κ.Β: Όταν αποφάσισα να γράψω το πρώτο θεατρικό μου έργο, ανέτρεξα σε μια εμπειρία που είχα στα εφηβικά μου χρόνια. Όταν έμαθα πως στον ιππόδρομο τα περισσότερα αρσενικά άλογα ήταν ευνουχισμένα. Αυτή η εγκληματική συμπεριφορά των ανθρώπων προς τα ζώα, που δυστυχώς συνεχίζεται, είναι που με ενέπνευσε.

ΕΡ: Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε κατά τη συγγραφή;

Κ. Β: Η επιλογή να κάνω ένα ευνουχισμένο άλογο πρωταγωνιστή ήταν και η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισα. Δεν μου «έβγαινε» ένα ολοκληρωμένο έργο 50-60 σελίδων. Απελευθερώθηκα από αυτό, όταν έκανα κύριο χαρακτήρα τον αναβάτη (χωρίς να υποβαθμίζεται καθόλου ο ρόλος του αλόγου, αντίθετα ενισχύεται στις πράξεις που είναι εκτός σκηνής) και χτίζοντας μια παράλληλη ιστορία με αυτόν και τον πατέρα του στην Αβάνα.

ΕΡ: Έχω παρατηρήσει πως υπάρχει ένας απροσδιόριστος χώρος γύρω από ένα θεατρικό έργο όπως είναι μέσα στο μυαλό του συγγραφέα του και του τελικού αποτελέσματος στη σκηνή, που για συντομία θα αποκαλέσω «βρωμόξυλο μεταξύ Τσέχοφ και Στανισλάφκι στο Θέατρο Τέχνης όταν ο πρώτος επέμενε πως έχει γράψει κωμωδία και (ειρωνικά) κανείς δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά». Πώς μπορεί αυτός ο χώρος να γίνει δημιουργικός;

Κ.Β: Έχουμε το δίπολο γραφή – ανάγνωση. Άλλο μπορεί να έχω εγώ στο μυαλό μου όταν γράφω κάτι κι αλλιώς να το διαβάσει ο Α, αλλιώς ο Β κ.ο.κ. Ένας αναγνώστης είναι κι ο σκηνοθέτης και βλέπουμε επί σκηνής πως «διάβασε» το έργο. Βέβαια πρέπει να υπάρχει κάποιος σεβασμός στο κείμενο, αν γίνεται η κωμωδία δράμα, τότε έχουμε έγκλημα πρώτου βαθμού. Δημιουργικός μπορεί να γίνει αυτός ο χώρος με συζήτηση, συνεργασία, ανταλλαγή απόψεων μεταξύ δραματουργού και σκηνοθέτη αλλά και ηθοποιών. Προϋπόθεση να είναι ο δραματουργός παρών. Το λέω αυτό, γιατί είναι γνωστό το αστείο μεταξύ σκηνοθετών, ότι καλός συγγραφέας είναι ο νεκρός συγγραφέας. Εμείς οι συγγραφείς σε αυτό μπορούμε να απαντήσουμε με το κείμενό μας, που δεν μπορεί κανείς να μας το αλλάξει. Από ΄κει και πέρα, όλοι κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος. Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω την ΚΑΠΑ Εκδοτική που εξέδωσε το βιβλίο μου.

ΕΡ: Για το παράδοξο το νεοελληνικό έργο να είναι ο φτωχός συγγενής- τι να μας πεις τώρα και εσύ μπροστά στον Σαίξπηρ/Ίψεν/Μαγιόργκα- στις ελληνικές σκηνές τι λέτε; 

Κ.Β: Χωρίς να έχω μεγάλη εμπειρία στον χώρο, νομίζω ότι οι λόγοι είναι καθαρά εισπρακτικοί. Γνωρίζουν οι παραγωγοί ότι το κοινό θα πάει να δει ένα έργο μόνο και μόνο γιατί είναι ενός μεγάλου δραματουργού. Βέβαια έχει κάποια ευθύνη και το κοινό. Δεν καταλαβαίνω τι νόημα έχει να βλέπουν για τρίτη και τέταρτη φορά το έργο ενός Σκανδιναβού του 19ου αιώνα και να μη βλέπουν ούτε μία, το έργο ενός Έλληνα του 21ου αιώνα. Εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω και την Χριστίνα Χριστοφή που ανέλαβε τη σκηνοθεσία και την παραγωγή τού έργου ενός πρωτοεμφανιζόμενου Έλληνα. Το κάνουν και άλλοι, εύχομαι σε όλους αυτούς δύναμη και καλή επιτυχία. Επίσης οι κριτικοί και ο Τύπος θα πρέπει να ασχοληθούν περισσότερο με την Ελληνική Δραματουργία.

ΕΡ: Το έργο αφιερώνεται στην τόσο άδικα χαμένη στο Μάτι Χρύσα Σπηλιώτη, τη δασκάλα σας, όπως λέτε. Πείτε μας το πιο σημαντικό πράγμα που σας έμαθε;

Κ.Β: Από τη Χρύσα Σπηλιώτη έμαθα να έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και να προσαρμόζομαι στις συνθήκες της εποχής (διάρκεια έργου, αριθμός χαρακτήρων κ.λ.π.).

 

 

Studio Μαυρομιχάλη, Σκληρές φωτογραφίες,

Θεατρικό έργο: Κυριάκος Βέρης
Σκηνοθεσία: Χριστίνα Χριστοφή
Σχεδιασμός φωτισμών: Δημήτρης Μαργαρίτης
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Παραγωγή: ΜΠΙΠ

ΑΠΟ 30/01/2023 ΕΩΣ 21/02/2023

κάθε Δευτέρα, Τρίτη 21:00

 

Το θεατρικό έργο «Σκληρές Φωτογραφίες» κυκλοφορεί από την Κάππα Εκδοτική.

 

Προηγούμενο άρθροΗ σιωπή του συγγραφέα και άλλοι αναχρονισμοί (του Γιώργου Στόγια)
Επόμενο άρθροΕλευθερία και πίστη: Μια ατομική θρησκεία; (του Στέφανου Δημητρίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ