Κραυγές και ψίθυροι σε νυχτερινό φόντο

0
167

Σωτηρία Καλασαρίδου.

Τέσσερα ιδιότυπα ζεύγη συνομιλητών πρωταγωνιστούν σε ιστορίες που η δράση τους ξετυλίγεται κυρίως τη νύχτα σε ένα έργο που ο καμβάς των ιδεών είναι διφυής: πρώτιστα ψυχολογικός και δευτερευόντως κοινωνικής υφής. Πρόκειται για την καινούρια συλλογή διηγημάτων του Κώστα Κατσουλάρη, που υπό τον τίτλο Νυχτερινό ρεύμα, κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό (Μάρτιος 2015) από τις εκδόσεις Πόλις. Η καταγραφή της σύγχρονης εποχής στο παρόν έργο, έτσι όπως θεσπίζεται λογοτεχνικά, μαρτυρεί το ενδιαφέρον του συγγραφέα για μια διαχρονική διεκπεραίωση του έργου του. Τούτο σημαίνει ότι αφενός τα τέσσερα διηγήματα του παρόντος βιβλίου εμφορούνται από έναν έντονα επίκαιρο κοινωνικό προβληματισμό, ταυτόχρονα όμως τούτο το πλέγμα των κοινωνικών θεωρήσεων, όπως είναι η κρίση και η ανεργία, οι διαδηλώσεις και τα έκτροπα, η τρομοκρατία, ο ανθρώπινος φόβος για την ακεραιότητα της ύπαρξης και της ζωής, ενισχύεται και προικοδοτείται από ζητήματα που σχετίζονται με την ανάδυση της υποκειμενικότητας και τη συγκρότηση της ταυτότητας, ταυτόχρονα όμως δημιουργούν και μια συνθήκη που καθορίζει το έργο όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά και μορφικά. Έτσι, η αμφίδρομα βασανιστική σχέση του κυνηγού με τον κυνηγημένο, η αντιστροφή των ρόλων ανάμεσα στον θύτη και το θύμα, οι έμφυλες συγκρούσεις που εκπορεύονται από τις διαφορές των δύο φύλων, η ιδιαιτερότητα του γυναικείου ερωτισμού, οι τραυματισμένες φιλικές σχέσεις, η αιώνια σχέση μητέρας και γιου, και οι ματωμένοι δεσμοί αίματος είναι ορισμένα από τα κεντρικά θέματα των διηγημάτων του Νυχτερινού Ρεύματος, τα οποία παρουσιάζουν μια διπολική ανάπτυξη: εκεί όπου η λογική επιπολάζει, ο ψυχολογισμός φαίνεται να κυριαρχεί σε βάθος, και εκεί όπου ο διάλογος των ηρώων συντηρεί τη μορφή του εκάστοτε διηγήματος, η σιωπή τους ξαφνικά την ανατρέπει.

Το σασπένς στα διηγήματα του Κατσουλάρη θυμίζει έντονα κινηματογραφική σκηνογραφία ψυχολογικών θρίλερ: πρόσωπα, προσωπεία και σκιές, κάποιες αποχρώσεις φρίκης της καιόμενης Αθήνας, η εικόνα του νεκρού ματωμένου σκύλου που αγγίζει τα όρια του grand guignol, ένοχα μυστικά μιας οικογένειας που στράφηκε εναντίον του εαυτού της και διαλύθηκε από τη βία αυξάνουν βαθμιαία την αναγνωστική αδρεναλίνη. Η αντίθεση ανάμεσα στην ημέρα και τη νύχτα υπογραμμίζεται αντιστικτικά μέσα από τη χρήση του στοιχείου της έκπληξης. Η απουσία, ωστόσο, της κορύφωσης της αγωνίας τόσο με τρόπο δραματικό όσο και υπό μορφή κάθαρσης στο τέλος των ιστοριών δίνει στο σασπένς χαρακτήρα έκκεντρο και περιφερειακό. Θα έλεγε κανείς ότι η αγωνία στα παρόντα διηγήματα είναι συνυφασμένη με το στοιχείο της έκπληξης ή αλλιώς ότι η έκπληξη είναι αυτή που συντηρεί την αγωνία.

Οι διαπιστώσεις αυτές εκβάλλουν άμεσα σε ερωτήματα, τα οποία συνδέονται αδιάρρηκτα με το εκουσίως διφορούμενο τέλος της εκάστοτε ιστορίας και τα οποία μένουν αναπάντητα από τον συγγραφέα: ποιο είναι το πραγματικό πρόσωπο του «τρομοκράτη» των Εξαρχείων; Ποιος ήταν ο επί της ουσίας ρόλος συμμετοχής του μεσήλικα λογιστή στο ερωτικό τρίγωνο; Πώς ο φαινομενικά νεκρός σκύλος ζωντανεύει το επόμενο πρωί; Θα καταφέρει άραγε ο πεντηντάχρονος άνεργος να αποσχιστεί από το μαρτύριο της σιωπής και της αυτό-λογοκρισίας και να λυτρωθεί από τα φαντάσματα του παρελθόντος;

Όλοι οι ήρωες του Κατσουλάρη στοιχειώνονται από τα συναισθήματά τους σε σημείο που το ψυχικό τους άλγος εντέλει αναστέλλει ακόμη και τη φυσική ροή του χρόνου ποικιλοτρόπως, ενώ την ίδια στιγμή οι συναισθηματικές τους εκδηλώσεις ή εκμυστηρεύσεις γίνονται ο παλμογράφος των εσωτερικών τους κραδασμών: οι ώρες κυλούν βασανιστικά για τον μυστικό αστυνομικό της αντιτρομοκρατικής που περιμένει να στραβοπατήσει ο «υποψήφιος» τρομοκράτης και βιώνει σχεδόν μαρτυρικά τον χρόνο στη διαστολή του, η νεαρή επίδοξη συγγραφέας μοιάζει να κατατρύχεται από την έλλειψη αρκετού χρόνου στην προσπάθειά της να εκμαιεύσει περισσότερες πληροφορίες από τον συνομιλητή της, ο κριτικός κινηματογράφου βιώνει τη νύχτα της ταφής του σκύλου του παιδικού του φίλου ως μια χρονική συνθήκη άνισα παραμορφωμένη, που πότε επιταχύνεται μαγικά και πότε αμβλύνεται βασανιστικά, και τέλος, ο άνεργος πενηντάχρονος γιος επίμονα και εις μάτην προσπαθεί να βρει στον χρόνο τη λυτρωτική του ικανότητα, αυτήν της επούλωσης του τραύματος του παρελθόντος.

Στο επίπεδο της μορφής οι μικρές προτάσεις και η λιτότητα στην έκφραση δίνουν την αίσθηση ενός κοφτού ρυθμού, με στακάτο τόνο και δημιουργούν μια γλώσσα που θα τολμούσα να τη χαρακτηρίσω αφοπλιστικά ρέουσα, αφού χαρίζει στο κείμενο έναν γοργό ρυθμό ανάγνωσης και συνάμα προικοδοτεί τους πρωταγωνιστές με την αυθεντικότητα των ηρώων της διπλανής πόρτας. Την ίδια στιγμή όμως η εν λόγω γλωσσική απλότητα γίνεται και το μέσο εικονοποίησης του βάθους των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών των διηγημάτων.

Η συνετή βέβαια οικονομία της μορφής υπογραμμίζεται και αναδεικνύεται από την αντίθεση ανάμεσα στους ψιθύρους των διαλόγων των ηρώων και τις εκκωφαντικές σιωπές τους. Οι σύντομες συνομιλίες των πρωταγωνιστών είναι ασθματικές, χαμηλόφωνες και οι πληροφορίες που αποσπούμε γι’ αυτούς δεν μας ανοίγουν την πόρτα στον προσωπικό τους κόσμο. Αντιθέτως, οι βροντερές σιωπές ή ακόμη και οι αποσιωπήσεις τους μας επιτρέπουν αφενός να παρεισδύσουμε λαθραία στο συναισθηματικό τους σύμπαν και δευτερευόντως σε επίπεδο μορφής προωθούν κάπως ιδιότυπα την εσωτερική δράση των διηγημάτων. Δεν είναι δηλαδή λίγες οι φορές που τελειώνοντας την ανάγνωση ενός διαλόγου μεταξύ των πρωταγωνιστών φτάνουμε να αναρωτηθούμε σε ποιον βαθμό οι λέξεις εντέλει αντιστοιχούν στα πράγματα. Και εν προκειμένω, είναι το φόντο της νύχτας που στο έργο του Κατσουλάρη συμβολοποιείται ιδεολογικά αλλά και αποδίδει εικονοκλαστικά το ψυχικό έρεβος των πρωταγωνιστών και το κοινωνικό σκοτάδι. Η χρήση του συμβόλου της νύχτας είναι που δρομολογεί την πολτοποίηση του κακού ― που η ίδια καμιά φορά γεννά ― και συνάμα αφήνει να εννοηθεί ότι τα μικρά ανεξήγητα συμβάντα, τα οποία διαδραματίζονται κατά την εξέλιξή της, είναι που επιτρέπουν να διαφανεί το μεγαλείο της μέρας, του φωτός και της ελπίδας.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here