Κοντραπούντο

0
164

 Χρήστος Τσαγκάρης.

   Ο Κώστας ήταν πάντα ήρωας για μας. Ο τύπος ήτανε θρύλος. Ήτανε για χρόνια μια από εκείνες τις μορφές σε ιστορίες που ψελλίζουν τρεμάμενες φωνές. Από τους καθημερινούς μύθους που ξεπηδούν από παντού αρκεί ο χρόνος και ο τόπος να τους το επιτρέπουν. Από τα θολωμένα τζάμια κάποιου καφενείου έως τη θορυβώδη σιγαλιά των δρόμων του χειμώνα και το σκοτάδι του μεταλλείου. Ήρωας ήταν και σε μια ιστορία που ξεκινά πριν από χρόνια.

Όταν κατεβήκαμε στο νησί με τον Τάκη τον Καρχαρία και το “ναύαρχο” παλεύαμε να αναστήσουμε την επιχείρηση του παππού του. Όταν ρίξαμε και πάλι τον  “Άνεμο” στη θάλασσα κι οργώναμε την ενάλιο ζώνη κυνηγώντας με το δίκαννο κάποια καλή ψαριά. Με τον καιρό είχαμε πιάσει πελατεία τη διοίκηση των μεταλλείων. Μπρος στην ανάγκη αφήναμε τους άλλους να μας λοξοκοιτούν και πιάναμε συχνά στη σιδερένια αποβάθρα του μεταλλείου. Ανεβαίναμε και προχωρούσαμε στην πλάτη του πολύβουου θεριού που ξεδιπλωνόταν στα σπλάχνα του βουνού. Ήτανε μια αχανής πολιτεία, ένα πολύβουο μελίσσι που μεσ’ τη νύχτα που το βλέπαμε από το πέλαγο μα και την ώρα που το πατούσαμε, μας έσκιαζε. Λες και ξέβραζε με τους τόνους του μετάλλου τις σάρκες των φίλων και των χωριανών, που κάθε τόσο μας έλεγαν πως χάθηκαν.

Η αμοιβή ήταν για όλους λιγοστή. Εμείς αφήναμε το εμπόρευμα και κοιτάγαμε να φύγουμε στα γρήγορα. Μα ένα πρωινό από κείνα που δε λένε τίποτα καλό, το αφεντικό τα μάσαγε. Δεν ήτανε, λέει, καλό το εμπόρευμα και άσε που ήταν και λίγο. Ο Χαίνριχ είχε σηκωθεί και μας πέταγε εκείνες τις ειρωνικές ματιές που σου λένε ΄΄ μάζεψέ τα γρήγορα και φεύγα΄΄ .  Ο Τάκης πήγε κάτι να πει, μα ο κοντοπίθαρος μυώδης Γερμανός προχώρησε με βήμα, που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Ένιωσα το αίμα μου να τρέχει, έκανα να γυρίσω την πλάτη μου και να αρχίσω να τρέχω σέρνοντας τον τρελό τον Τάκη. Έτρεμα! Ποιος άλλωστε δεν είχε ακούσει τις ιστορίες για την πειθαρχία αυτού του μέρους. Τρίκλιζα, όταν είδα έναν εργάτη να ξεχωρίζει και να ΄ρχεται κατά πάνω του. Στάθηκα και τον θαύμαζα να του τα  “χώνει” κανονικά και κείνος να χάνει λίγο – λίγο το χρώμα του. Έμεινα να ακούω την κάθε λέξη  και να νιώθω το αίμα του αφεντικού να παγώνει και τα μέλη του να λύνονται. Αφουγκραζόμουν τον κρότο του θράσους που σπάει και το χείμμαρο του φόβου να τρέχει από παντού. Έπιασα χωρίς να το πιστεύω τα χρήματα κι είδα το Χαίνριχ να λακίζει, να γυρίζει την πλάτη και να φεύγει σα να΄ κανε κάτι αδέξιες υποκλίσεις.

Έτσι γνωρίσαμε εκείνον τον ψηλό με τα μαύρα μαλλιά και τα μουστάκια. Ο Κώστας είχε εκείνη τη θαυμαστή δύναμη να βγαίνει μπροστά και να δίνει ρέστα για μας, για τους άλλους και για όποιον άλλον έφερνε η ανάγκη της στιγμής. Τότε ήταν που πιάσαμε φιλίες.

Ερχότανε συχνά, προς το βράδυ που δέναμε  τον ΄΄ Άνεμο ΄΄, καβάλαγε την κουπαστή και μας έλεγε ιστορίες ως τα ξημερώματα. Για εποχές παλιές, για επαναστάσεις και εξεγέρσεις αλλοτινές. Μα και πιο πρόσφατα για κινήματα κάτω στην Αραπιά μα και για μεγάλες απεργίες που πρωτοστατούσε. Μας ξεδίπλωνε τους πόνους, τις δυσκολίες, τη βία μα και τη φρίκη, όσων ανθρώπων έχασαν τη ζωή τους για μια χούφτα ψωμί, τους ανθρώπους τους, τη βία, τη καταπίεση και το ψέμα. Μας γύριζε με τις τραχιές του λέξεις στα σαγόνια του τέρατος που κυλιόταν πίσω μας στην πλαγιά. Άλλες ώρες σε μέρες οργισμένες, έσφιγγε τη γροθιά του, φούσκωνε και μας εκμυστηρευόταν τα σχέδιά του. Αξίζει , μας έλεγε, σα δεις πως το πράγμα δε χωράει άλλο, να βγεις και πάλι μπροστά, να πιάσεις τα παλιά τα χαρακώματα, να προχωρήσεις μέχρι κει, που δεν πάει άλλο, ως το τέλος. Να τολμήσεις, να αδράξεις κάθε συμφέρουσα συνθήκη. Ας είναι, μας έλεγε, να ζεις για ένα όνειρο κι ας πέσει η φωτιά του να σε κάψει. Κι άλλες φορές απλώς τον έχανες. Σαν το βλέμμα του να ισοπεδωνόταν για μια μονάχα στιγμή και να σ΄ελουζε ένα ποτάμι λάσπη. Μα αυτά ήτανε σπάνια. Δε διαρκούσανε για πολύ.

Άλλοτε πάλι, σα να’ρθε από το πουθενά, τον βρίσκαμε να κάθεται στην πλώρη. Να στέκεται εκεί στην υγρασία  με τα δάκρυα και τον καφέ να αχνίζει. Έτσι να ατενίζει ως την αυγή τ’ αστρα, που δύουν για να ανατείλλει ένα άλλο και να αφουγκράζεται από τα βράχια την ορμή των κυμάτων.

Είχε πια καλοκαιριάσει κι είχαμε ξανοιχτεί, όταν από ένα γέρο θαλασσόλυκο τα μάθαμε. Ο Κώστας ξέσπασε, σήκωσε τα πάντα. Η φωνή του γέρου έτρεμε και τα μάτια του ζωγράφιζαν έναν αδιόρατο τρόμο. Μα εμείς ξέραμε καλά. Πάντα το ονειρευόταν. Η μεγάλη απεργία, η επανάσταση. Ξεσηκωμός αληθινός. Δε μας παραξένεψε τίποτα. Αστυνομίες, επεισόδια, φωνές  κάτω. Σ’όλα μέσα ήταν. Ο Κώστας πάντα το’λεγε: ‘’ Να ζεις για ένα όνειρο κι ας είναι και μοιραίο΄΄ .

Φορτώσαμε τον ουρανό κι έπειτα κάθε αστέρι στο GPS  και βάλαμε πλώρη για το νησί.  ΄Όταν ρίξαμε άγκυρα τα πάντα είχανε τελειώσει. Μας έριξαν κλήρο να τον μεταφέρουμε απέναντι στα κεντρικά. Έναν Κώστα διαλυμένο, μ’ ένα βλέμμα φαρμακωμένο. Σιωπηλό κι ακίνητο, μια σκιά του ονείρου.

Με το που αράξαμε τον έβγαλαν έξω. Δίχως αντίσταση. Τους έριχνε μονάχα ένα απλανές βλέμμα. Κι εκείνοι με κάτι κινήσεις θεατρικές, μουδιασμένες, λές και κρατούσαν ένα λιοντάρι πληγωμένο κι έτρεμαν μη με κάποιο λαθεμένο τράβηγμα θα βρυχιόταν και θα ανέμιζε τη χαίτη του πετώντας τους χάμω σαν μαριονέτες. Δεν μπόρεσα να χαιρετήσω, μας ένευσαν να μείνουμε στη βάρκα. Στεκόμουν στην αποβάθρα χαζεύοντας τη φιδογυριστή πορεία τους στα στενά. Εμένα μου θύμιζε τον Κάστερ. Λες κι εκείνος ο μυστήριος Αμερικανός ήταν εδώ πέρα και προχωρούσε με την ξυλωμένη του στολή και το αετήσιο του βλέμμα. Ήταν κι εκείνος επαναστάτης – πληγωμένος, μου έλεγε κάποτε με νόημα ο Κώστας. Μένω στο λιμάνι. Είναι θράσος να μένεις , να καθυστερείς, όταν όλα έχουν τελειώσει. Μοιάζει με αναίδεια το να  στέκεσαι ανέκφραστος, όταν τα συναισθήματα σε ζώναν. Βάζει ψύχρα. Νυχτώνει!

Σήμερα, μετά από χρόνια αρμενίζω και πάλι. Πάει καιρός από τότε που μας ‘’εγκατέλειψε’’ ο Τάκης. Ο χρόνος είναι άθλιος γιατρός, τον έφαγε ο βήχας κι η αλμύρα. Μαζεύομαι κάτω από την τέντα και προσπαθώ να ζεσταθώ. Στην ανταύγεια του φακού ξεφυλλίζω κάτι φυλλάδες, παλιές, ξεθωριασμένες, κιτρινιασμένες. Κάποια αφιερώματα στη μοναξιά. Διαβάζω σ’ ένα απ’ αυτά: ΄΄ Ο στρατηγός Κάστερ  έπεσεν ηρωικώς μαχόμενος κατά των ερυθροδέρμων’’. Κι έπειτα διαβάζω κάτι παράδοξα καινούρια μυστήρια και προδοσίες κι όλο μισώ την αμφιβολία που με ποτίζουν τόσα χρόνια. Αφήνω το χαρτί. Κλείνω τα μάτια και μετουσιώνω τ’ όνειρο σ’ αλήθεια. Τον βλέπω να πετιέται και πάλι στην πρύμνη. Να σηκώνει στον αέρα τα πανιά και να ρουφά άπληστα τις παγωμένες του ριπές. Ρίχνω ένα βλέμμα στο΄΄ ναύαρχο΄΄. Μένει κι αυτός εκεί να τον κοιτά. Αφουγκράζομαι το πηδάλιο να τρίζει στα χέρια του και αισθάνομαι το σκάφος να χορεύει στην αλμύρα. Λες και δίνει και πάλι μόνος του πορεία.  Ρεσιτάλ στο κύμα. Κοντραπούντο σ’ένα κονσέρτο με ανέμους. Με τα σύννεφα να προχωρούν σε εναρμόνιους καιρούς. Χωρίς λέξη, όπως παλιά…

 

*Κοντραπούντο: (Μουσική) = Αντίστιξη. Δυο μελωδίες που ηχούν ταυτόχρονα . (Γ. Μπαμπινιώτης)

Προηγούμενο άρθροΑικατερίνα Γκένιεβα, ο φάρος της ανεκτικότητας
Επόμενο άρθροΠράττοντας κατά συνείδηση

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ