Κλίμακες μοναξιάς: 2 + 4 ποιητικές εκδόσεις του ‘23 στην αυγή του ‘24 (της Έφης Κατσουρού)

0
382

 

της Έφης Κατσουρού

Η ποίηση συχνά μέσα στο λογοτεχνικό τοπίο στερεώνεται ως ένας τόπος απόθεσης της μοναξιάς και στερεώνει τις εύθραυστες μοναχικότητες όσων παραδίδονται στην γρ-αφή της δίνοντας υλικότητα σε ένα ακατέργαστο συναίσθημα απόσυρσης –  απόκλισης από το δέον, από τον κοινά αποδεκτό τρόπο πρόσληψης του κόσμου και εκφοράς του λόγου – πρόκειται για μία δεύτερης τάξης χρήση της γλώσσας και «επανάχρησης» του πρωτογενούς αισθήματος, η οποία όπως έχει επισημάνει ο Πωλ Βαλερύ έχει ομοιότητα με την καθημερινή (διαλεκτική) της χρήση όση έχει ο χορός με το απλό βάδισμα, όση έχει η ζωή με την επιβίωση, θα προσθέσω προς επίφαση. Κάπου ανάμεσα, όμως, στις εδράσεις και τους ελιγμούς της μοναδιαίας αυτής (χορευτικής) κίνησης και παράλληλα, σμιλεύεται και η αναίρεσή της. Κάθε ποιητική γραφή, όπως και κάθε ποιητική αφή, δεν είναι παρά μία πραγματεία, μία ασίγαστη προσπάθεια συσχετισμού με τον έτερο πόλο, το άλλο πρόσωπο, ενός συσχετισμού που εκτείνεται από την εγκαθίδρυση έως την αναίρεση αυτής της συνθήκης, από την ένωση έως την αυτοαναίρεση, από την καθολική μοναξιά έως την βαθιά και ανεπίστρεπτη κατάλυσή της. Με ένα τρόπο, λοιπόν, η ποίηση, τις μέρες των Χριστουγέννων, από τις οποίες διήλθαμε και συνήθως λογοτεχνικά μάς παρασύρουν μονοδρομικά στην επικαιρική αναμόχλευση χριστουγεννιάτικων αφηγήσεων (σύγχρονων και κλασικών) και την αναζήτηση περίθαλψης από την ανεξάντλητη φωταυγή της υπερκατανάλωσης αγαθών στην αγαλλιαστική ταπεινότητα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, αλλά και τώρα που τα φώτα της γιορτής σιγά-σιγά χαμηλώνουν, μπορεί να αποτελέσει έναν εναλλακτικό χώρο απόθεσης της μοναξιάς και ταυτόχρονα το μόνο μέσο ανατροπής και απόδρασης από αυτή.

Υπακούοντας, λοιπόν, σε μιαν ανάγκη που προβάλλει, αυτές τις μέρες, επιτακτική αναβοσβήνοντας, ακόμη, ρυθμικά μαζί με τα λαμπιόνια του στολισμού, σε δέντρα, πόρτες και παράθυρα, σε πλοία που στέκονται και άλλα που αενάως ταξιδεύουν, να αναμετρηθούμε με κάθε μικρή ή μεγάλη μοναξιά μας, να την κατοικήσουμε ή να γλυστρίσουμε από την πιο αδιόρατη ρωγμή της, να ακροβατήσουμε στο τεντωμένο σκοινί που ενώνει το πέρυσι με το φέτος και κάθε συντελεσμένη και ασυντέλεστη επιθυμία με την λεπτότατη και πιο ιδιωτική εκδοχή της ευτυχίας συντρίβοντας κάθε ιδέα ματαίωσης, συγκεντρώνω στη συνέχεια έξι ποιητικά βιβλία από τις εκδόσεις του 2023 (τέσσερα βιβλία σύγχρονης ελληνικής ποίησης και δύο μεταφράσεις). Το καθένα από αυτά με έναν δικό του απόλυτα προσωπικό τρόπο ιχνηλατεί την έννοια της μοναξιάς, χρησιμοποιώντας την γλώσσα της ποίησης άλλοτε ως μέσο θεμελίωσής της και άλλοτε ως τόπο ολοκληρωτικής κατάλυσής της.

 

Δημήτρης Καταλειφός, Επί κλίνης κρεμάμενος, Πατάκης

Η στερέωση της μοναξιάς

Ίσως το συγκεκριμένο βιβλίο, από όσα συμπεριλαμβάνω σε αυτή τη σύνοψη, αποτελεί το πιο άμεσα και δηλωτικά (βάσει του τίτλου και της εισαγωγής που μας ανοίγει την είσοδο προς το κυρίως σώμα των ποιημάτων) διαλεγόμενο με τη μοναξιά. Ο Καταλειφός έρχεται στην τρίτη ποιητική του γραφή να οικοδομήσει έναν ποιητικό πρωταγωνιστή, έναν ήρωα, ο οποίος μοιάζει να κινείται εντός και εκτός της εμπειρίας του ιδίου του ποιητικού υποκειμένου, της μνήμης και της ερήμωσής του, ο οποίος τελικά ξετυλίγεται ως η μόνη, σαθρή αλλά ακόμη ζώσα, εκδοχή αναίρεσης της μοναξιάς του. Αρθρώνοντας μία σειρά σύντομων (τα περισσότερα μονοσέλιδα) ποιημάτων, που λειτουργούν περισσότερο ως μία σύνθεση ποιητικής πρόζας, σμιλεύει μία ενδιαφέρουσα ωδή στη μοναξιά, σκιαγραφώντας όλες τις υφές, τις εντάσεις, τους χρόνους και τους χώρους της βασιλείας της. Οι λέξεις μοναξιά, μόνος, ερημιά, σιωπή επαναλαμβάνονται με έναν αδιαπραγμάτευτο ρυθμό αναδεικνυόμενες στους πραγματικούς πρωταγωνιστές της σύνθεσής του και η κλίνη, που χρησιμοποιείται και στον τίτλο του βιβλίου, αποτελεί το κατ’  εξοχήν σύμβολο τους, τον χώρο περίθαλψης της πιο βαθιάς μοναχικότητας. Ο ήρωας των ποιημάτων βρίσκεται σε μία ατελέσφορη πάλη με το χρόνο και τη μνήμη, με το σώμα και την κατάρρευσή του, σε μία αισθαντική διαδρομή παραίτησης και μη, με μικρές στάσεις στα σημεία της μεταχειρισμένης ευτυχίας, που πλέον υπάρχει ως υπόμνηση ζωής και κατοχύρωση ματαιώσεων, με αλματώδεις κραυγές και λυτρωτικές σιωπές ατελέσφορων πλέον περιπάτων. Είναι ένα βιβλίο, που με έναν ιδιότυπο τρόπο, χωρίς να διαφεύγει καθόλου από τη θεματική που κατατρώει τον συγγραφέα του, ξετυλίγει μία αφήγηση που ξεπερνά το όριο της εξομολογητικής γραφής και δοκιμάζει να ρηγματώσει κάθε ασφάλεια των επιφανειακών συναντήσεων της εποχής, που διανύουμε, καθώς ο ποιητής της έμεινε ο μόνος να κοιτάει ουρανό, και πάντοτε ο διάλογος με κάποιον που μπορεί να κοιτάζει τον ουρανό, έναστρο ή σκοτεινό, λαμπερό η χοϊκό, γράφει μία μικρή ή μεγάλη ρωγμή στις βεβαιότητες της ύπαρξής μας.

 

Ιωάννα Καραμαλή, Να γεννηθώ χρώματα, Μετρονόμος

Λευκή μοναξιά – έγχρωμες αναιρέσεις

Η Ιωάννα Καραμαλή σε αυτή την δεύτερη συλλογή της, όπως προαναγγέλλει ήδη από τον τίτλο της, βρίσκεται σε έναν, διαρκώς, εξελισσόμενο διάλογο με το χρώμα, άλλοτε ως έννοια, άλλοτε ως σύμβολο και άλλοτε απλά ως έτερο εαυτό, ως διαθεσιακό έκδοχο, ως άλλοθι της μοναξιάς. Παράγει μία ποίηση καθαρά εξομολογητική μέσα στην οποία το χρώμα αλλά και η απουσία του κυριαρχούν, ορίζοντας πάντοτε τους αντιθετικούς πόλους της υπαρξιακής αναζήτησής της, η οποία πυροδοτείται από την ερωτική εμπειρία και την ματαίωσή της. Το χρώμα βρίσκεται σταθερά σε αντίστιξη με το λευκό της, όπως η παρουσία με την απουσία, η ένωση με τον χωρισμό, το πλήρες με το κενό. Αυτό το στερητικό αίσθημα διαχέεται μέσα στους στίχους της δημιουργώντας ένα σεντόνι, ένα πέπλο που καλύπτει τη θλίψη, το τραύμα, την ίδια τη φύση της (ενδεικτικά αναφέρω τίτλους ποιημάτων της συλλογής: « Μούσα μου λευκή», « Άσπρες μικρές ζωές»,  « Λευκές άγκυρες», « Λευκές πληγές»,  « Λευκό παιδί», « Λευκές σελίδες»). Η ποιήτρια, όπως μαρτυρά και ο τίτλος και το ομότιτλο ποίημα της, αγωνιά να έρθει σε επαφή με την έγχρωμη εκδοχή της, να γεννηθώ χρώματα /  σε πλαγιές να ξαπλώνω /  μέσα μου να σταλάζουν οι εποχές / να με μετουσιώνουν γράφει αρθρώνοντας μία κλιμακούμενη και αποκλιμακούμενη κραυγή, η οποία ωστόσο δημιουργεί μία αίσθηση σπαραγμού καθώς δεν φτάνει ποτέ σε αυτή την πολυπόθητη συνάντηση. Σε κάθε προσπάθεια απόδοσης χρώματος η παλέτα επιστρέφει λερωμένη, τα πορφυρά και τα σμαραγδιά της κρύβουν πάντοτε μέσα τους το μαύρο, το γκρίζο, το καφέ, παραδίδοντας λέξεις υγρές και ομιχλώδεις που υφαίνουν συνειδητά έναν υπόρρητο διάλογο με την μελαγχολία της ποιητικής γενιάς του ‘20.

Νίκος Φρατζέτης, Ένα ταγκό στο Σαντιάγο, Κίχλη

Αφηγήσεις μοναξιάς

23 σύντομες αφηγήσεις σαν κινηματογραφικά καρέ, ακαριαίες εικόνες της πόλης, της καθημερινής και μεταχειρισμένης. Ο Νίκος Φρατζέτης μοιάζει να αλιεύει με ένα ηδονοβλεπτικό βλέμμα τις μικρές και μεγάλες μοναξιές –  τις μικρές και μεγάλες απελπισίες που κινούνται στην πόλη. Σαν ένας φωτογράφος που παγιδεύει στον φακό του τα κενά βλέμματα, τις ματαιωμένες συναντήσεις των ανθρώπων της ο Φρατζέτης σαν τριτοπρόσωπος (παντογνώστης) αφηγητής κινούμενος στις αποβάθρες, στους δρόμους, στα βιβλιοπωλεία και κρυφοκοιτάζοντας από τα ηλεκτροφώτιστα παράθυρα τις νύχτες παγιδεύει στην γραφίδα του τις μικρές και μεγάλες ιστορίες τους, τις τόσο καθημερινές που αν δεν φωτίζονταν, αν δεν μετουσιώνονταν ποιητικά θα πέρναγαν απαρατήρητες προσδίδοντας κάτι το ακαθόριστα μελαγχολικό στον ρυθμό της πολιτείας. Ο ποιητής αρθρώνει μία ενιαία θεματικά αφήγηση που δημιουργεί στον αναγνώστη το αίσθημα που  θα άφηνε η παρακολούθηση ενός ασπρόμαυρου σπονδυλωτού φιλμ, μία διάθεση φθινοπωρινού αέρα που αίρεται μόνο στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Πως έχασαν τα ουράνια σώματα την ικανότητα να μιλούν», όπου το ποιητικό υποκείμενο εισβάλλει στην αφήγηση και από το ουδέτερο αυτός/αυτή μεταφερόμαστε στο εγώ και εσύ, στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση και στην απεύθυνση, καταλύοντας τη μοναξιά της εικόνας και προσθέτοντας ακαριαία χρώμα στο καρέ. Λίγο πριν το τέλος ο ποιητής επιλέγει να αναφλέξει στιγμιαία το ασπρόμαυρο τοπίο της μοναξιάς, που έχει συστηματικά οικοδομήσει, με ένα ποίημα που λειτουργεί ως μία παρέκβαση στο σφιχτό σώμα τον ποιημάτων του αλλά και ως μία ζωογόνα υπόμνηση κατάλυσης της αστικής μας μοναξιάς μέσα σε ένα γέλιο που γεμίζει το κορμί μας τρυφερότητα, μέσα στις στιγμιαίες ευτυχίες του έρωτα που κάποτε γράφονται στο νεφελώδες στερέωμα όπως τα παραμύθια στην παιδική μας μνήμη.

 

 

Κωνσταντίνα Σιαχάμη, Άδης απαλώς, Κίχλη

Μοναξιά σε απεύθυνση

Το Άδης απαλώς, αποτελεί το πρώτο ποιητικό βιβλίο της Σιαχάμη, όχι όμως και αυτό που θα φανταζόταν κανείς κρατώντας στα χέρια του ένα βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου, στον χώρο της ποίησης, συγγραφέα. Η ποιήτρια εισέρχεται στο λογοτεχνικό τοπίο με μία ωριμότητα σίγουρα αξιοπρόσεκτη, για να έρθει σε επαφή, για να συνδιαλλαγεί, για να αγγίξει το τραύμα της μοναξιάς του εαυτού και του άλλου. Κατασκευάζοντας τον ποιητικό της εαυτό δηλωτικά, μέσα από ποιήματα που τιτλοφορούνται «Αυτοπροσωπογραφία», «Χους εγώ», «Σύντομο βιογραφικό», αρχίζει σταδιακά να αναπτύσσει συνθετικά έναν λόγο (πάντα με πεζόμορφα ποιήματα) σε απεύθυνση, που παίζει με το λεπτότατο όριο που χωρίζει τον μονόλογο από τον διάλογο. Η αμεσότητα της γραφής της δίνει την αίσθηση, κατά την ανάγνωση των ξεχωριστών σπονδύλων/ποιημάτων της σύνθεσής της, ότι το ποιητικό υποκείμενο γράφει απλώς για να πει όσα δεν είπε, όσα δεν πρόλαβε, όσα δεν θέλησε, περιμένοντας ή όχι να τα ακούσει εκείνος -ο εραστής, ο φυσικός ή ποιητικός πρόγονος, ο καθένας από αυτούς ξεχωριστά και όλοι τους μαζί. Γράφει για να σπάσει το κενό, να ανατρέψει την μοναξιά, να στερεώσει την πίστη της μέσα από την ανατροπή της, από την ιδεατή συνάντηση στο φανταστικό δωμάτιο της ποίησης, εκεί που κανείς δεν θα ξεφύγει από τα λόγια της -όλοι θα ακούσουν, όλοι θα ντυθούν τις λέξεις της. Εκεί που το εγώ, ένα εγώ που τρέμει, φυλλοροεί και στερεώνεται, ανθίζοντας εκ νέου, σε όλη την καμπύλη κίνηση της γλώσσας της τολμηρά, θα αναιρεθεί μέσα από την επανάληψη της αφής, μέσα από την χοϊκή πρόσληψη και απόδοση της ύπαρξης, μέσα από τις ονειροπόλες, τις ηρωϊκές, τις σε ξύλινες και σιδερένιες σκάλες συναντήσεις, κι όλες εκείνες που προσδοκά και φοβάται και έλκει μέσα από το διαρκές εσύ που κρύβεται στο κάθε της εγώ.

 

Lola Ridge, Το σώμα που πονά/ Ο καθρέφτης του κόσμου, μτφρ. Ελένη Χατζη, εκδόσεις Κείμενα

Η μοναξιά του φύλου και του περιθωρίου

Η Λόλα Ρίτζ, όπως παρουσιάζεται αναλυτικά στην εισαγωγή του εν λόγω βιβλίου, αποτέλεσε μία αναρχική, μοντερνίστρια, λυρική, ιμαζίστρια, ριζοσπάστρια ποιήτρια, φεμινίστρια και ακτιβίστρια, των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μία σημαντική προσωπικότητα, η οποία δεν έχει διαβαστεί ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Το βιβλίο ξεκινά με μία αναλυτική και αρκούντως κατατοπιστική εισαγωγή, η οποία μυεί τον αναγνώστη στον πραγματικό και καλλιτεχνικό χωροχρόνο της ποιήτριας, ακολουθεί το κυρίως μέρος με το σώμα των ποιημάτων (μέσα από μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και πλήρη ανθολόγηση η οποία καταφέρνει να επαληθεύει κάθε διαφορετική υφή της προσωπικότητας της ποιήτριας) και ολοκληρώνεται με τη διάλεξη του 1919 της Ριτζ με τίτλο Η γυναίκα και η θέληση για δημιουργία στη θέση του επίμετρου. Τόσο μέσα από τα ποιήματα του βιβλίου (και ιδιαίτερα το χωρισμένο σε εννέα μέρη ποίημα «Γκέτο» το οποίο περιλαμβάνεται αυτούσιο στον τόμο) όσο και από την έντονα ριζοσπαστική για την εποχή της διάλεξη σχηματοποιείται η βαθιά και αλύτρωτη, μέχρι και σήμερα σε μεγάλο βαθμό, μοναξιά του φύλου και του περιθωρίου, δύο περιοχών συγγενικών στα χρόνια της Ριτζ, αφού η γυναικεία φύση νομοτελειακά όριζε μία από τις πλέον αρραγείς (και κοινά αποδεκτές) εκδοχές κοινωνικού αποκλεισμού. Η Ριτζ, με έναν λόγο καταγγελτικό, που δεν στερείται ωστόσο ποιητικής δύναμης και σε πολλές στιγμές της έντονης λυρικότητας, σπαράζει για τη γυναίκα που  στραγγαλίζεται μέσα σε ένα κοσμοείδωλο ανδρικής προέλευσης, το οποίο την ορίζει και την αποδέχεται απολύτως μονοδιάστατα ως τροφό του σπέρματος της ζωής και βιώνει μία μοναξιά ακατοίκητη γραμμένη ανεξίτηλα στα αρχαία και μοναχικά μάτια των γυναικών του γκέτο. Άλλοτε καταγγέλλει, άλλοτε θρηνεί, άλλοτε ελευθερώνεται, ψιθυρίζει, κραυγάζει και στη διάλεξή της πιά, με απόλυτη νηφαλιότητα και θεωρητική κατάρτιση, επιχειρηματολογεί περιθάλποντας τα πνεύματα / που οι άλλοι αποφεύγουν /  Ή τα φοβούνται και καμουφλάρουν την ψυχή τους- / Αυτά τα ερείπια, / Όπου η Ελευθερία κατοίκησε για μια ώρα μόνο /  Και πέρασε σαν φλόγα, / Καίοντας συθέμελα αυτό το τόσο μικρό σπίτι για να αφήσει τελικά τον αναγνώστη μετέωρο να αναρωτιέται πόση μοναξιά κατάφερε να διαλύσει ο χρόνος που διήλθε, πόσο τα πράγματα έχουν αλλάξει μέσα στον ένα αιώνα που διανύσαμε..

 

William Carlos Williams, Και μαζί η Άνοιξη, μτφρ. Θάνος Καραγιαννόπουλος, εκδόσεις Οξύ

Η μοναξιά της πρωτοπορίας

Κράτησα για το τέλος, αυτό το μικρό βιβλιαράκι, σε μία ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση, τόσο αισθητικά όσο και γραμματολογικά, του Γουίλιαμς Κάρλος Γουίλιαμς το οποίο όταν γράφτηκε προσδοκούσε να κλονίσει συθέμελα ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρξε η ποίηση. Στη συγκεκριμένη λίστα αναγνώσεων έρχεται να ανατρέψει κάθε προηγούμενη συνθήκη μοναξιάς και να προβάλει την ποίηση ως τον ατελεύτητο χώρο κυριαρχίας της φαντασίας. Το κείμενό αυτό, γραμμένο το 1923, σε μία παλλόμενη λογοτεχνικά πραγματικότητα, ακροβατεί ανάμεσα στην ποιητική πρόζα, το δοκιμιακό στοχασμό, το παιγνιώδες αφήγημα, αποτελώντας μία ωδή στην ποίηση, την ποιητική λειτουργία της γλώσσας και τη δυναμική της φαντασίας. Ο Γουίλιαμς, έχοντας καθαίρει το γλωσσικό του υλικό, από κάθε συναισθηματική ολίσθηση, παίζει συνειδητά με τη σύνταξη επιδιώκοντας να αποδείξει την αυτοδυναμία και την ανατρεπτική δύναμη της γλώσσας μέσα στο ποιητικό συμβάν. Πρόκειται για ένα μανισφεστικό κείμενο του Μοντερνισμού, δύσκολα προσπελάσιμο, μία δύσβατη περιοχή της ποιητικής έκφρασης, το οποίο ωστόσο, όταν/αν ο αναγνώστης αφεθεί στην ορμή των λεκτικών, διανοητικών και λεπτότατων συναισθηματικών του σχημάτων, τον μεταφέρει στην πιο παρθένα κοιλάδα της έκφρασης -σε ένα τοπίο απελευθερωμένο από κάθε προσδοκία/προβολή, σε μία νέα περιοχή όπου η μοναξιά καλείται ελευθερία και κάθε πρότερο άλφα στερητικό έχει αναιρεθεί μέσα από τη σύντηξή του με τα επαναλαμβανόμενα άλφα της φαντασίας.

Προηγούμενο άρθροΗ Αντιγόνη, ο μύθος, η ποίηση (του Σταύρου Ζαφειρίου)
Επόμενο άρθροΗ Ιστορία ως εργαλειοποιημένη παράδοση (του Θανάση Μήνα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ