“Κινδυνεύουν όλα: κάθε αλλαγή, στασιμότητα και σύνθεση. Το μόνο σταθερό απλότητα” (ανθολόγηση Θ.Χατζόπουλος)

0
490

 

 

Ανθολογεί ο Θανάσης Χατζόπουλος. Μία εν προώδω ποιητική ανθολογία. Ζήσης Οικονόμου, Άρης Αλεξάνδρου, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Ζαφείρης Νικήτας

ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

(1911-2005)

 

ΣΑΝ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

 

Όλα να τα’ άφηνες

που σε κρατούν δέσμιο στις πόλεις.

 

Σου αρκεί μια στέπα ως πέλαγος

μια πάμπα απέραντη σβησμένη

στων οριζόντων το αχανές.

 

Μια καλύβα στη μέση πρωτόγονη

στην πιο παρθένα γη της Γης

μοναχικός, χωρίς σκοπό

τις μέρες να ζεις κυανές

γεμάτες αγέρα και χρώμα.

 

Νάναι η ζωή σου ηλιοτρόπιο

την τροχιάν ακολουθώντας.

Και νάναι

τόσο λεπτός τόσο ανεπαίσθητος

ο εαυτός σου.

(Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ, 1935)

 

ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ

 

Τάφησε όλα εκτός απ’ την αγάπη του

για τα πλάσματα του κόσμου.

Δεν έχει στήριγμα το Εγώ.

 

Κόπηκε ο χρόνος

μένει οντότητα γυμνή

χωρίς φαντασιώσεων πόθους και φόβους.

 

Πορεύεται και μέλλον δεν υφίσταται

παρά ένα νόθο, κολλητό, διακεκομμένο Τώρα.

 

Κινδυνεύουν όλα:

κάθε αλλαγή, στασιμότητα και σύνθεση.

Το μόνο σταθερό απλότητα

και διαύγεια του όντος.

(ΑΝΑΡΡΩΣΗ, 1935)

 

ΣΚΟΠΙΑ ΕΩΘΕΙΝΗ

 

Ο δρόμος της αγνότητας ανοίχτηκε.

Καθαρή είναι η ματιά μου από τέρατα.

Σεμνή είναι δίχως πίστη η προσευχή

σε πραγμάτων ανάμεσα βύθιση

δίχως δεσμά, προσωπικό δηλητήριο.

Όλα μοιάζουν: οι βράχοι οι λευκοί. Τα τριαντάφυλλα.

Οι άνθρωποι αυτοί. Η νύχτα. Τα αστέρια.

 

Ευτυχής η τύχη που πλέχτηκε σύντομα

ανάμεσα στ’ αμέτρητα ναυάγια.

Ευτυχής η συνείδηση που διέρχεται

κέντρο πύρινο, το κλουβί της σκλαβιάς.

Σκοπιά εωθεινή, άγγελμα ανέλπιστο:

Χαρωπή μια στιγμή της ζωής. Καθαρμένη.

(ΤΟΠΙΑ, 1936)

 

ΣΠΙΘΟΥΛΕΣ ΤΡΕΜΑΜΕΝΕΣ

 

Απόβραδο

φεύγουν απαλά

τα τελευταία νέφη κι αυτός μένει

στην άκρη αυτή:

παράκτια λωρίδα του ορίζοντος.

 

Εσώτερο κι εξώτερο παρόν

αντικείμενα θανάτου.

 

Ρεύμα καθαρό

ακτίνα του Εγώ μέσα στα Εγώ συνωθούμενη

άσε να παραιτηθώ τελειωτικά

και τα εναπομείναντα κουρέλια

στους τέσσερις ανέμους να κυμαίνονται.

 

Πού είναι οι πρώτες εικόνες τ’ άγραφο αντίκρισμα;

ψιθυρίζοντας άπιστες προσευχές

ψιχούλες τρεμάμενες

περιμένουν το θαύμα υπομένοντας.

(Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΓΗΣ, 1938)

 

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΑΧΡΟΝΟΥ

 

Σ’ ορχήσεις και διαδρόμους αναζήτησα

του δικού μου σπιτιού τον οικοδόμο.

Μήπως δε βρήκα την πολύπλοκη

στενή ατραπό της αγνότητας;

 

Το υλικό των τύπων ξεριζώνεται

ο κύκλος των δαιμόνων αδρανεί

το πλάσμα ξυπνά και βλέπει τον «πλάστη».

 

Αλλ’ ήταν πολύ που πλανήθηκα

μην ξέροντας τον φαύλο αυτό κλοιό, ταλαιπωριόμουν.

 

Με το βλέμμα του άχρονου

γκρεμίζω του σπιτιού το υλικό

ξεσπίτωτος.

Τη θεία δομή ατενίζω.

(ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΑΘΑΡΟ ΕΑΥΤΌ, 1953)

 

 

 

 

 

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

(1922-1978)

 

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

 

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή

τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.

Ένα καϊκι στάθηκε καταμεσής στο πέλαγο.

Γαλήνη.

Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες

(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).

Περίμενε. Θα ξημερώσει.

Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο

αγναντεύοντας κατά τον τρόπο της χαραυγής

νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.

(Τα νερά ν’ ανασαίνουν ζεστασιά

το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα

κι ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα).

Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο

τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,

ένα λουλουδένια δαχτυλίδι

μια υπόσχεση ελπίδας.

(ΑΚΟΜΑ ΤΟΥΤΗ Η ΑΝΟΙΞΗ, 1946)

 

ΠΑΡΑΘΥΡΟ

 

Εδώ το φως είναι σκληρό

σε δυσκολεύει να το δέσεις μαζί με τις κουρτίνες στην άκρη του παράθυρου

και στο περβάζι ένα λουλούδι

σαν ηλιοτρόπιο γυρίζει στην περσινή Πρωτομαγιά.

 

Σαν παίρνει να βραδιάζει

στέκεσαι εκεί μετρώντας τα καράβια φορτωμένα κόκαλα

τον μεταβολισμό της νεκρής ζώνης που φωσφορίζει τη βροχή

σαν ξεχασμένο φίλντισι.

 

Διστάζεις να κοιτάξεις κατάματα το δρόμο.

Η φωνή μας δεν είναι μήτε μια σταγόνα

μια σταγόνα που θα ανέβαζε το κύμα

να σκεπάσει ένα χαλίκι.

 

Ένα δρεπάνι φεγγαριού θερίζει φανοστάτες.

 

Περιμένουμε κάποιον

να μας μάθει πώς σφυράνε οι καλαμιές στα δάχτυλα του ανέμου

πώς γίνεται ξανά η μέρα μέρα και το αστέρι αστέρι.

 

Περιμένουμε το φως να μπει απ’ το παράθυρο

ίδιο φιλί γυναίκας μέσα απ’ το σκισμένο πουκάμισο.

(ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ, 1952)

 

ΠΡΟΑΓΩΓΗ

 

Όλα ήταν έξοχα χτες βράδυ

τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους

κ’ έγινε αλάτι

τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό

κ’ έγιναν αστέρια

τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας

κ’ έγινε φιλί.

Όλα ήταν έξοχα χτες βράδυ

μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση

όπως φτάνει στον πεσόντα

η διαταγή προσαγωγής του σε υποδεκανέα.

 

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

 

Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά

τόσο που κ’ ένα κάγκελο νάτανε σπασμένο

θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν’ αγγίξεις

τη διαβατική

θηλύτητά τους.

 

ΚΤΗΜΑ ΦΥΛΑΚΗΣ

 

Κάθε αυγή και κάθε δύση

μαζεύω το χρυσάφι τ’ ουρανού

και το σφραγίζω

σε προφίλ

με το πραγματικό

τ’ αληθινό μου

πρόσωπο.

Με την ελευθερία μου

ένα χρυσάφι μη δεκτόν παρά τοις εμπόροις

πληρώνω κάθε νύχτα

το πρόκαιρό μου

κτήμα τάφου.

 

ΦΡΟΝΤΙΣΕ

 

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν

με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.

Πάσχισε νάναι προεκτάσεις της πραγματικότητας

όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.

Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού

να συνεφέρουν με χαστούκια

όσους λιποθύμησαν

μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.

 

 

ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ

 

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.

Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;

Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος

με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς

με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.

 

ΓΥΜΝΑΣΜΑ

 

Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.

Κοίτα που κ’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς

ουρανό και φύκια

πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.

 

ΑΒΔΙΑΣ

 

Απ’ όλα όσα δίδαξε

ένα κεφάλαιο μονάχα κρατήσαν οι γραφιάδες.

Όταν έλεγε: «Μετεωρήσου ως αετός

θέσε την φωλεά σου ανάμεσον των άστρων»

τόξερε πως θάγραφαν: «Τον κατοικούντα επί κρημνών

ο Κύριος θέλει

καταβιβάσει εις την γην».

Ως προφήτης όπου ήτο τόξερε πως θάφηναν σωστό

μονάχα τ’ όνομά του.

Ως άνθρωπος αρνιόταν να σωπάσει

επέμενε να γράφει

ως άνθρωπος εζούσε μαζί με τους ανθρώπους

και τόξερε πως θάταν ζωντανός

όσο θα μπορούσαν –διαστρεβλωμένην έστω– ν’ ακούνε τη φωνή του.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

 

Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά.

Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

(ΕΥΘΥΤΗΣ ΟΔΩΝ, 1959)

 

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

(1954)

 

ΚΟΡΗ

 

Και θα είναι

τόσο δροσερά

τα κούμαρα

 

η πατρική σιγή

θα στέφεται

τη νύχτα

 

κανένα σπίτι

δεν θα καθρεφτίζουν

τα νερά

 

Θα χαμογελάς

και θα πλέω

 

Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ

 

Όλη τη νύχτα

θ’ ακούγεται

και το πρωί

θα είναι

εκεί

το νερό

 

κάθισε

τώρα

ησύχασε

όλοι

στο τέλος

θα μας συγχωρέσουν

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

 

Κι αν προηγείται  θόρυβος

όχι της σαύρας ούτε της βροχής

υπάρχει ένα παρελθόν

ο τόπος που αναπαύονται

οι ζωντανοί

 

κοιμητήρι μικρό

τον άσπρο σου φράχτη

πλησιάζω

και το παρόν που μας χωρίζει

είναι παιδί ακόμα για να ξέρει

 

ΜΕΡΑ ΚΥΡΙΟΥ

 

Ένα κοτσύφι

τόσο κοντά

σου ψιθύρισα

είναι πρωί

είναι η μέρα

τόσο κοντά

στο σώμα

ψιθύρισα

 

το νερό

πώς λικνίζει

τα δέντρα

τόσο μακριά σου

ψιθύρισα

τόσο κοντά σου

ένα ολόκληρο τέλος

μόλις αρχίζει

 

Ο ΑΝΑΣΤΑΣ

 

Χωρίς μυστικά

αίνιγμα

είσαι

και χωρίς όργανα

ήχος

 

χωρίς

εμένα

ο πόνος μου είσαι

βαθύς

εκτός τόπου

 

στο τέλος

του λόγου

ζωή

χωρίς όνομα

είσαι

 

και ό,τι θρηνώ

δεν ανήκει

(ΝΕΡΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, 1993)

 

ΖΩΗ ΟΠΩΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ

 

Οι καλοί τρόποι κρύβουν τον πόνο μου

Πού είσαι άραγε

και πόσο θα κρατήσει αυτό

 

Θα έλεγα όχι πια

μα λέω

όχι ακόμα

 

Και πάλι νυχτώνει

πάλι αγγίζουν τα κλαδιά

το φεγγάρι

 

Κι εγώ προσφέρω ευκάλυπτο

με ατάραχη όψη

Φθονώντας τα κλαδιά

 

ΩΣΠΟΥ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

 

Βρίσκοντας έναν λόγο να είσαι μόνος

προχώρησες στην ξένη γαλήνη

Τότε φωτίστηκες είδες

πως δεν υπήρχε στην καρδιά τόπος

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ

 

Έρχονται οι βροχές

θα βαρύνει σε λίγο

το λεπτό ύφασμα του κήπου

 

Πόσο καιρό χρειάζεσαι αλήθεια;

Να η στιγμή

αυτή βρήκα

Γιατί να χαθεί στον δρόμο

όταν υπάρχει τόσος χώρος

στο βλέμμα

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ

 

Σ’ ένα παραλήρημα αγάπης

πριν αλλάξουν σελίδα

σώμα με σώμα

τα παράφορα δέντρα

σε κλείνουν στην αγκαλιά τους

και το σπαθί της αυγής

το νιώθεις στα μάτια

 

Ποια ζωή είναι αυτή

έρχεται ή φεύγει – και ποιος

κυματίζει μέσα σου

Άοπλος είναι αυτός που αγαπάει

κι αυτός που αγαπιέται το ίδιο

(ΤΟΠΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΖΕΙΣ, 1999)

 

 

ΖΑΦΕΙΡΗΣ ΝΙΚΗΤΑΣ

(1983)

 

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΣΕΓΙΟΛ

 

Η θάλασσα, λένε, αγκαλιάζει τ’ αγαπημένα της παιδιά –

 

Το επιβατικό πλοίο Σεγιόλ,

παρέσυρε στα βάθη της θάλασσας

τριακόσιες ανθρώπινες ψυχές,

 

πολλά παιδιά που, το πρωί εκείνο,

νόμιζαν

πως απλώς πάνε εκδρομή

 

Ένα χρόνο μετά, οι γονείς μαζεύτηκαν

κι απέδωσαν φόρο στα παιδιά τους:

 

Λευκά χρυσάνθεμα απλωμένα στο νερό,

σαν λευκό νυφικό πάνω στη μαύρη παλίρροια

 

που άπλωσε το πένθος

– πετρελαιοκηλίδα που κηλιδώνει τις ψυχές –

 

Κι ακόμη η φωνή των παιδιών της θάλασσας,

ασίγαστη σαν κύμα

 

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

 

Το να ζεις στο παρελθόν

είναι σαν να αναπνέεις

 

μόνο διοξείδιο,

είπε ο Πίλσνερ

 

που ο τρόπος του να

ζει το μέλλον

 

ο τρόπος του να προχωρά

σπαθίζοντας μεγάλα

 

ανοίγματα μέσα στη δύσκολη

ζούγκλα της καθημερινότητας

 

είναι απλώς να αναπνέει βαθιά

κι έπειτα να εκπνέει

 

Αρπάζοντας με τα μυώδη του

χέρια το παρόν

(ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ, 2015)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΚωνσταντίν Μπάλμοντ: Περί έρωτος (μτφρ: Δ.Β.Τριανταφυλλίδης)
Επόμενο άρθροJazz+Πράξεις 2016 στην Πάτρα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ