Κάθριν Μάνσφιλντ: Αποσπάσματα ημερολογίου

0
1042

 

 

Ανθολόγηση, μετάφραση Κατερίνα Σχινά.

 

 

Η Κάθριν Μάνσφιλντ γεννήθηκε σαν χθες το 1888 – κι έζησε μια σύντομη, αν και πλήρη ζωή. Φιλάσθενη από νωρίς, θα υποκύψει στην φυματίωση στα τριάντα πέντε της, προλαβαίνοντας ωστόσο, στα λίγα χρόνια που της δόθηκαν, να ερωτευτεί (γυναίκες και άνδρες), να ταξιδέψει, να γράψει και να σφραγίσει την αγγλόφωνη λογοτεχνία με την δροσερή της πρόζα που αγγίζει συχνά την ποίηση. H πιο γνωστή συλλογή διηγημάτων της “Το γκάρντεν πάρτι” (μετ. Μαρία Λαϊνά, εκδ. Σμίλη) συγκεντρώνει δεκαπέντε ιστορίες που ξεχειλίζουν από την ευτυχία της ύπαρξης, μια ευτυχία που την συνιστούν οι ασήμαντες λεπτομέρειες μιας ηλιόλουστης μέρας, η ένταση και η ποικιλία μιας απλής στιγμής, η αναπάντεχη (και ανακουφιστική) μεταστροφή μιας οδυνηρής κατάστασης, ακόμη και το φτερούγισμα του θανάτου, που απλώς υπενθυμίζει πόσο  πολύτιμη είναι η ζωή.

       Λίγο μετά τον θάνατο της Κάθριν Μάνσφιλντ, ο σύζυγός της  John Middleton Murry συγκέντρωσε τα κατάλοιπά της – σπαράγματα ημερολογιακών εγγραφών, αταχυδρόμητα γράμματα, αποσπάσματα ημιτελών αφηγημάτων, με άλλα λόγια ό, τι ήταν χρονολογημένο και θα μπορούσε να θεωρηθεί γνήσιο αποτύπωμα της φλογερής ιδιοσυγκρασίας της – και τα δημοσίευσε σε βιβλίο το 1927. Ονόμασε αυτήν την συλλογή “Ημερολόγιο” – αν και δεν πρόκειται απλώς για ένα ασυνεχές, έστω, χρονικό μιας δωδεκαετούς συγγραφικής περιπέτειας, αλλά για μια ολοζώντανη καταγραφή της εξέλιξης του σύγχρονου πνεύματος στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ένα γοητευτικό συμπίλημα, όπου συναιρούνται οξεία παρατήρηση, αυτοκριτική, αυτοβασανισμός, εξομολογητική διάθεση, και όπου η επανερχόμενη οδύνη ξορκίζεται με την αδιάκοπη αναζήτηση της ηδονής.

                                          

 

23 /10/ 1907

Ευχαριστώ τον Θεό γιατί, μολονότι είμαι καταδικασμένη, προς το παρόν δεν είμαι ερωτευμένη με κανέναν, εκτός από τον εαυτό μου.

 

 

21/1/1915

Βροχερή μέρα. Σήμερα το πρωί κάναμε μαζί έναν περίπατο. Ο Τζ.[1] μου αφηγήθηκε ένα όνειρο. Καυγαδίζαμε σ’ όλο σχεδόν το δρόμο προς το σπίτι. Έχει βρέξει, έχει χιονίσει, όλα έχουν παγώσει και ο άνεμος δεν σταματάει λεπτό. Ο σκύλος στο πανδοχείο ουρλιάζει. Ένας άντρας, κάπου μακριά, παίζει τρομπέτα. Σήμερα διάβασα και έραψα, αλλά δεν έγραψα λέξη. Απόψε θέλω να γράψω. Είναι τόσο παράξενο να κάθομαι ήρεμα ράβοντας, ενώ η καρδιά μου δεν ησυχάζει ούτε στιγμή. Είμαι τρομερά κουρασμένη στο νου και στο σώμα. Αυτό το θλιβερό μέρος με σκοτώνει. Ζω με παλιά, φτιαχτά όνειρα – όμως αυτά δεν εξαπατούν κανέναν απ’ τους δυο μας.

Αργότερα βρίσκομαι στο σαλόνι στον κάτω όροφο. Ο άνεμος ουρλιάζει έξω, όμως εδώ είναι τόσο ζεστά και ευχάριστα. Μοιάζει με αληθινό δωμάτιο, όπου έχουν ζήσει αληθινοί άνθρωποι. Το καλάθι μου του ραψίματος είναι πάνω στο τραπέζι: κάτω απ’ τη βιβλιοθήκη έχουν τρυπώσει οι παλιές παντόφλες του Τζ. Η μαύρη πολυθρόνα, μισή στη σκιά, είναι σαν να’ χει ξαπλώσει πάνω της κάποιος ευτυχισμένος. Δειπνήσαμε με ψητό αρνί και σάλτσα κρεμμυδιών και πουτίγκα ρυζιού.  Ακούγεται ωραίο. Πέρασα τις κορδέλες στα εσώρρουχά μου με μια φουρκέτα, με τον παλιό, καλό, σπιτικό τρόπο. Όμως η ανήσυχη καρδιά μου καταβροχθίζει το σώμα μου, καταβροχθίζει τα νεύρα μου, καταβροχθίζει το μυαλό μου, άλλοτε αργά, άλλοτε με τρομερή ταχύτητα. Νιώθω αυτό το δηλητήριο να γεμίζει αργά τις φλέβες μου – κάθε κομματάκι μολύνεται αργά. Ναι, ένας έρωτας σαν κι αυτόν είναι αρρώστια, πυρετός, θύελλα. Είναι σχεδόν σαν το μίσος – νιώθει κανείς να καίγεται απ’ αυτόν – κι εγώ δεν είμαι ποτέ, ποτέ ήρεμη, ποτέ, ούτε για μια στιγμή. Θυμάμαι ότι πριν από χρόνια έλεγα πως θα’ θελα να ήμουν ένας από εκείνους τους ευτυχισμένους ανθρώπους που ξέρουν να υποφέρουν και στο τέλος καταρρέουν, ή εξαντλούνται. Όμως είμαι ακριβώς το αντίθετο. Όσο πιο πολύ υποφέρω, τόσο πιο μεγάλη ενέργεια νιώθω για να αντέξω. Αγαπημένε! Αγαπημένε!

 

 

19 /2/ 1918

Ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλα είδα έναν ολοστρόγγυλο ήλιο που είχε μόλις ανατείλει. Άρχισα να επαναλαμβάνω τον στίχο του Σαίξπηρ “lo, here the gentle lark weary of rest” και ξαναπήδησα στο κρεβάτι. Το τράνταγμα με έκανε να βήξω – έφτυσα – είχε παράξενη γεύση – ήταν κατακόκκινο αίμα. Από εκείνη τη στιγμή, συνέχισα να φτύνω, κάθε φορά που έβηχα, και λίγο περισσότερο αίμα. Ω ναι, φυσικά φοβάμαι. Όμως μόνο για δυο λόγους. Δεν θέλω να είμαι άρρωστη, εννοώ ‘σοβαρά’, μακριά από τον Τζακ. Ο Τζακ είναι η πρώτη μου σκέψη. 2ον, δεν θέλω να ανακαλύψω ότι πρόκειται για γνήσια φυματίωση, ίσως θα προχωρήσει καλπάζοντας – ποιος ξέρει; – και δεν έχω γράψει όσα ήθελα. Αυτό έχει σημασία. Πόσο αφόρητο θα ήταν να πεθάνω – ν’ αφήσω θραύσματα, αποσπάσματα… τίποτα πραγματικά ολοκληρωμένο.

 

 

20/2/ 1918

… Μετά από εκείνη τη μικρή κρίση που είχα, κάτι παράξενο συνέβη. Νιώθω πως η αγάπη και η λαχτάρα μου για τον έξω κόσμο – εννοώ τον κόσμο της φύσης – έχει ξαφνικά αυξηθεί ένα εκατομμύριο φορές. Όταν σκέφτομαι τα λουλουδάκια που φυτρώνουν στο γρασίδι και τα μικρά ρυάκια και τα μέρη όπου μπορούμε να ξαπλώσουμε και να κοιτάμε τα σύννεφα – ω, απλώς πονάω γι’ αυτά – γι’ αυτά μαζί μ’ εσένα. Με σένα μακριά, το άθροισμα όλων όσα υπάρχουν είναι μηδέν. Νιώθω τόσο πολύ σαν ένα μικροκαμωμένο κοριτσάκι που κάποιος το κλείδωσε στο σκοτεινό ντουλάπι – κι ας είναι μέρα. Δεν θέλω να χτυπήσω την πόρτα ή να κάνω θόρυβο, αλλά θέλω να έρθεις μ’ ένα κλειδί φτιαγμένο από τα χέρια σου και να με βγάλεις έξω, και μετά να το σκάσουμε στις μύτες των ποδιών για έναν πιο ήπιο, πιο καλοσυνάτο τόπο, όπου ο καθένας θα μας έμοιαζε περισσότερο στην καρδιά και το μέγεθος. Δεν πρέπει να σκεφτείς ότι, καθώς τα γράφω αυτά, είμαι τρομερά λυπημένη. Ναι, είμαι, αλλά, ξέρεις, πίσω απ’ τη λύπη μου υπάρχει απόλυτη πίστη, και ελπίδα και αγάπη.

 

 

1/10 1918

Ελπίζω αυτή η πένα να δουλεύει. Ωραία, δουλεύει.

Χτες αποχαιρετίσαμε τον Σεπτέμβριο – και αυτή η τελευταία του μέρα ήταν τρομερά κρύα, λες και έξω από τα παράθυρα το κρύο είχε στερεοποιηθεί. Η φωτιά μου με πρόδωσε σχεδόν όλη τη μέρα και αισθανόμουν, όπως τον παλιό καλό καιρό, το δέρμα μου να σγουραίνει. Μια τέτοια έκφραση, βέβαια, δεν έχει θέση στη λογοτεχνία. Ή μήπως όχι;

21 /7/ 1919

Βαρύ, αργόσυρτο το φετεινό καλοκαίρι… Κι όμως, πόσο είχα ελπίσει στη θεραπευτική διαύγεια του φωτός, πόσο είχα επενδύσει στη γλυκύτητα των ημερών, πόσο είχα πιστέψει ότι η θέρμη του καιρού θα ζεστάνει και την καρδιά μου…Φρούδες ελπίδες. Σίγουρα, ο καλός καιρός δεν είναι το αντίδοτο της μελαγχολίας.

10/6/ 1919

Ανακάλυψα ότι δεν μπορώ να κάψω το κερί από τη μιαν άκρη και να γράψω ένα βιβλίο με την άλλη.

17/1/1922

Ο Τσέχωφ έκανε λάθος που πίστευε ότι αν του είχε δοθεί περισσότερος χρόνος θα είχε γράψει πιο ολοκληρωμένα, θα περιέγραφε καλύτερα τη βροχή, τη μαμή και τον γιατρό να πίνουν τσάι. Η αλήθεια είναι πως μόνο τόσα μπορείς να βάλεις μέσα σε μια ιστορία. Πάντα θυσιάζεις κάτι. Υποχρεώνεσαι ν’ αφήσεις έξω αυτό που ξέρεις και ποθείς να το συμπεριλάβεις. Γιατί; Δεν έχω ιδέα, αλλά έτσι γίνεται. Σαν να τρέχεις να μαζέψεις όσο πιο πολλά μπορείς προτού χαθούν. Αλλά δεν γίνεται να αδράξεις έτσι τον χρόνο…

 

14/10/ 1922

Όταν λέω υγεία εννοώ τη δύναμη να ζει κανείς μια γεμάτη, ενήλικη, ζωντανή, πάλλουσα ζωή και να ζει πολύ κοντά με όσα κι εγώ αγαπώ  – τη γη και τα θαύματά της, την θάλασσα, τον ήλιο. Όλα όσα εννοούμε όταν μιλάμε για τον εξωτερικό κόσμο. Θέλω να μπω μέσα τους, να γίνω μέρος τους, να ζήσω σ’ αυτά, να μάθω απ’ αυτά, να ξεχάσω ό, τι είναι επιφανειακό και επίκτητο στον εαυτό μου… Θέλω να γίνω όλα όσα είμαι ικανή να γίνω.



[1]     Αναφέρεται στον John Middleton Murray, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1918.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here