Καθηλωτική Κλυταιμνήστρα στην Επίδαυρο (της Όλγας Σελλά)

0
696

της Όλγας Σελλά

 

Ελάχιστοι από όσους κατεβήκαμε στην Επίδαυρο το περασμένο Παρασκευοσάββατο είχαμε δει δουλειά του Γερμανού σκηνοθέτη Ούρλιχ Ράσε. Γνωρίζαμε όμως ότι ο ίδιος υπογράφει τα σκηνικά των παραστάσεών του που συνήθως είναι μηχανικές επιφάνειες, ότι δίνει ιδιαίτερη σημασία στη συμβολή της μουσικής και στη διαρκή κίνηση των ηθοποιών του που μετέχουν στην ομάδα Residenztheater, ενός από τους παλαιότερους θιάσους του γερμανόφωνου κόσμου. Και ήμασταν ανοιχτοί να δούμε τη δική του προσέγγιση στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Έναν τεράστιο κυκλικό μεταλλικό δίσκο, σχεδόν ίδιων διαστάσεων με την ορχήστρα του αρχαίου αργολικού θεάτρου, είδαμε πηγαίνοντας προς το κοίλον. Στη μέση του, διάμετρος αυτού του κύκλου, μια μεγάλη «ράβδος», πάνω στην οποία υπήρχαν πολλά μουσικά όργανα, κυρίως κρουστά. Στην «πλάτη» της ορχήστρας υπήρχαν μόνο τρία μεγάλα τετράγωνα ταμπλώ.

Και τα μέλη του Residenztheater πήραν τη θέση τους πάνω στον μεταλλικό κύκλο που άρχισε να κινείται, και οι ηθοποιοί κινούνταν στη φορά των δεικτών του ρολογιού ασταμάτητα. Μ’ ένα βάδισμα υποβλητικό, μοναδικά συγχρονισμένο, που ακολουθούσε το ρυθμό των κρουστών. Και τον ακολουθούσαμε κι όλοι εμείς στις κερκίδες. Και πιάσαμε πολλές φορές τον εαυτό μας να κινείται πάνω στο θέση μας σ’ αυτόν τον ρυθμό, ν’ ακολουθεί τα βήματα των ηθοποιών, τόσο έντονα, τόσο προσηλωμένα, που ξεχνάγαμε να διαβάσουμε τους υπέρτιτλους. Στη μία πλευρά ο χορός, στην άλλη η Κλυταιμνήστρα. Μόνη της. Θυμωμένη, ανήσυχη. Έχει ήδη μάθει ότι η Τροία έπεσε, ξέρει ότι θα επιστρέψει ο σύζυγός της, ο Αγαμέμνων. Το πάθος του πολέμου, της κατάκτησης, της νίκης μεταφέρεται σ’ όσους είναι πίσω. Και μαζί ο πόνος, η απελπισία και η παράνοια που συνοδεύουν έναν πόλεμο – κάθε πόλεμο, από τον Τρωικό μέχρι τον τωρινό, της Ουκρανίας. Και μαζί ο φόβος για το αν θα γυρίσουν ζωντανοί όσοι έφυγαν για να πολεμήσουν. Και είναι σκληρές οι φράσεις του Αισχύλου: «Αρματωσιές και στάχτες επιστρέφουν. Τεφροδόχες, όχι πολεμιστές», «Άρπαξε άντρες σωρό το καμτσίκι του πολέμου».

Κορυφαίος δεν υπάρχει στο χορό. Όλοι εναλλάσσονται σ’ αυτή τη θέση. Και δεν σταματούν να περπατούν μ’ αυτόν τον πεισμωμένο, σταθερό και απελπισμένο μαζί βηματισμό, που μουσική είναι κι αυτός, γιατί όταν οι νότες σταματούν ακούγεται, μουσική ατόφια, το σύρσιμο των βημάτων τους. Όπως και η εκφορά του λόγου, κι αυτή μουσικότητα έχει, που κάποιες φορές μοιάζει με στόμφο. Κι άλλοτε έχει δύναμη, άλλοτε θυμό, άλλοτε απελπισία, άλλοτε υποκρισία, άλλοτε έπαρση και αλαζονεία, που επιστρέφει μαζί με τους νικητές: «Ποιο το νόημα να μνημονεύω τους νεκρούς; Εγώ είμαι ζωντανός»!

Ο τριπλός αγγελιαφόρος αναγγέλλει τον ερχομό του Αγαμέμνονα, που φτάνει μαζί με το «λάφυρό» του, την Κασσάνδρα. Και από τη μεταλλική διάμετρο πάνω στον μεταλλικό δίσκο ξεπετάγεται ένα δυνατό κόκκινο χρώμα που κατακλύζει όλη την ορχήστρα μέχρι τις κερκίδες. Είναι το περίφημο κόκκινο χαλί που στρώνει η Κλυταιμνήστρα για να υποδεχθεί με δόλο τον Αγαμέμνονα και να τον οδηγήσει στο παλάτι, είναι το αίμα του που πρόκειται σε λίγο να χυθεί. Τριπλή υπόσταση (τρεις γυναίκες ηθοποιοί) ερμηνεύουν και την Κασσάνδρα και τον θρήνο της, που τον συνοδεύουν τα κρουστά μ’ έναν ήχο που μοιάζει με σήμαντρο…

Ο Ούρλιχ Ράσε δεν αλλάζει το ύφος της παράστασής του. Οι ηθοποιοί συνεχίζουν να βαδίζουν με τον ίδιο τρόπο, η μουσική συνεχίζει να συνοδεύει την κίνησή τους, όλα μοιάζουν απαράλλακτα. Έχει όμως τον δικό του τρόπο να δείξει την ανατροπή, την κορύφωση. Όταν η Κλυταιμνήστρα (η σπουδαία Pia Handler) έχοντας εκδικηθεί τον Αγαμέμνονα (τον καθηλωτικό Thomas Lettow) για το χαμό της κόρης τους Ιφιγένειας, αλλά και για την παρουσία της Κασσάνδρας στο παλάτι, τους σκοτώνει και εμφανίζεται στην ορχήστρα, σέρνοντας τις σορούς τους σε μια πλαστική λινάτσα, ολόγυμνη. Χωρίς το κλέος, χωρίς την ενδυμασία της θέσης της, χωρίς το βάρος της οργής και της επιθυμίας για εκδίκηση. Ακολουθεί πάντα τον ρυθμό του βηματισμού πάνω στον μεταλλικό δίσκο. Και είναι πάλι απέναντι από το χορό. Την ακολουθεί, επίσης ολόγυμνος, ο σύντροφός της στη ζωή και στην εκδίκηση Αίγισθος, που έχει και δικά του παλιά οικογενειακά χρέη να ξεκαθαρίσει μ’ αυτό το φονικό, που το θεωρεί δικαιοσύνη (μοναδικός ο τρόπος που μπήκε στον μεταλλικό δίσκο ο Lukas Ruppel). Τέλειωσαν όλα; Η εκδίκηση είναι λύτρωση; Μάλλον αυτός ο τρομερός κύκλος του αίματος, εύκολα ανοίγει και δύσκολα κλείνει. Και κάποιος άλλος (ο Ορέστης) θα εκδικηθεί αυτούς που θέλησαν να εκδικηθούν…

Και μόνο στο τέλος της παράστασης σταμάτησε να γυρίζει ο μεταλλικός δίσκος, και μόνο τότε σταμάτησαν τον συγκλονιστικό τους βηματισμό οι καταπληκτικοί ηθοποιοί του Residenztheater, και μόνο τότε σταμάτησαν να ηχούν τα τύμπανα πάνω στη μεταλλική διάμετρο. Και τότε όλη αυτή η απίστευτη συνύπαρξη σωμάτων, λόγου, κίνησης, μουσικής, φωτισμών χειροκροτήθηκε πολύ θερμά από τους όχι πάρα πολλούς δυστυχώς θεατές (περίπου 6.000 βρέθηκαν στην Επίδαυρο και στις δύο παραστάσεις). Οι οποίοι είχαν, είχαμε την τύχη να απολαύσουμε μια παράσταση υψηλού επαγγελματισμού, μοναδικής προετοιμασίας, και μια θαυμαστή συνύπαρξη του αρχαίου κειμένου με τη σύγχρονη τεχνολογία του θεάτρου. Ήταν μια ξεχωριστή θεατρική γλώσσα που μας καθήλωσε και μας γοήτευσε. Ήταν μια από τις σημαντικές στιγμές του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου, που ευτύχησε στις δύο ξένες παραγωγές του.

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία – Σκηνικά Ulrich Rasche, Μετάφραση – Διασκευή Walter Jens (Πνευματικά δικαιώματα Theater-Verlag Desch GmbH), Μουσική σύνθεση – Μουσική διεύθυνση Nico van Wersch, Κοστούμια Romy Springsguth, Διεύθυνση Χορού Jürgen Lehmann, Φωτισμοί Gerrit Jurda, Δραματουργία Michael Billenkamp, Βοηθοί σκηνοθέτη David Moser, Nils Hampe, Βοηθός στη μουσική Jonathan Emilian Heck, Βοηθός σκηνογράφου Lisa Käppler, Βοηθός ενδυματολόγου Natascha Dick. Διεύθυνση σκηνής Emilia Holzer, Υποβολέας Anna Dormbach, Τεχνική διεύθυνση Andreas Grundhoff, Επιθεώρηση σκηνής Ralph Walter, Τεχνική διεύθυνση σκηνής Maximilian Gassner, Φροντιστές Daniel Michael Jaumann, Benjamin Bob Knabe, Tobias Leitenstern, Jakob Sebastian Lukacin, Florian Manfred Mikschl, Luisa Hendrike Struckmeyer, Τεχνικοί φωτισμού Goran Budimir, Thomas Keller, Susanne Koch, Ήχος Nikolaus Knabl, Alexander Zahel, Γκαρνταρόμπα Veronika Kiechle, Stephanie Poell, Jörg Upmann, Μακιγιάζ Lena Kostka, Isabella Krämer, Σκηνικά αντικείμενα Anna Wiesler

Φωτογραφίες παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας

Παίζουν Liliane Amuat (Κασσάνδρα, Χορός), Anna Bardavelidze (Κασσάνδρα, Χορός), Pia Händler (Κλυταιμνήστρα), Thomas Lettow (Αγαμέμνων, Χορός), Niklas Mitteregger (Αγγελιοφόρος, Χορός), Max Rothbart (Αγγελιοφόρος, Χορός), Lukas Rüppel (Αίγισθος), Noah Saavedra (Αγγελιοφόρος, Χορός), Myriam Schröder (Κασσάνδρα, Χορός), Moritz Treuenfels (Μενέλαος, Χορός)

Συμπαραγωγή Residenztheater – Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Με την υποστήριξη του Federal Foreign Office

H εκδήλωση εντάσσεται στο πλαίσιο του εορτασμού των 70 χρόνων του GoetheInstitut Athen.

 

Προηγούμενο άρθροΖώντας σε μια αίθουσα αναμονής (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΕρωτικό τραγούδι και ανεξιθρησκία (του Φίλιππου Φιλίππου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ