Κατερίνα Ηλιοπούλου: Η ποιητική ταυτότητα του Γουόλτ Γουίτμαν (συνέντευξη στον Γιάννη Ν.Μπασκόζο)

1
480

 

συνέντευξη στον Γιάννη Ν.Μπασκόζο

 

H Κατερίνα Ηλιοπούλου και η Ελένη Ηλιοπούλου παρουσίασαν σχετικά πρόσφατα ένα σπουδαίο έργο μεταφράζοντας τα Φύλλα Χλόης του Γουόλτ Γουίτμαν (1819-1892). O εθνικός ποιητής των ΗΠΑ επηρέασε πλειάδα λογοτεχνών από τον Έλιοτ έως τον Μπόρχες και εξακολουθεί να  επηρεάζει ακόμα και σήμερα. Το έργο του παραμένει ένα σώμα – “ένα πνευματικό σχέδιο προσβάσιμο από τον καθένα το οποίο οδηγεί τη συνείδησή μας στην αυτογνωσία, διευρύνει την αντίληψή μας και αποτελεί βαθύτατη σωματική και πνευματική εμπειρία”. Η Κατερίνα Ηλιοπούλου  δίνει στη συνέντευξη που ακολουθεί βασικά στοιχεία της ποιητικής φυσιογνωμίας του Γουίτμαν.

 

Θεωρείται ο ποιητής του αμερικάνικου έθνους. Ποιο είναι το προσωπικό του στίγμα;

Η απόδοση του χαρακτήρα του εθνικού ποιητή σε κάποιον είναι μια τιμή στην οποία ελλοχεύει ο κίνδυνος της διαμεσολαβημένης ως και διαστρεβλωμένης μερικές φορές πρόσληψης του έργου. Ο διεθνιστής Γουίτμαν, ο κριτικός του διαχωρισμού των τάξεων, ο υπέρμαχος του συλλογικού οράματος και υμνητής του ομοφυλόφιλου έρωτα, υποχωρεί μπροστά στην εθνική εικόνα του Αμερικανού Αδάμ. Ο μηχανισμός αυτών των κατασκευών είναι πάντα επιλεκτικός στοχεύοντας να αναδείξει τα χαρακτηριστικά εκείνα του έργου που εξυπηρετούν τον σκοπό του.  Πάντως εφόσον πολιτιστικές μας δομές χρειάζονται σύμβολα ναι είναι ένας εθνικός ποιητής με τεράστια επιρροή, ένας γκέι ποιητικός πατέρας, αποσυνάγωγος, αυτοδίδακτος, αντιφατικός, επαναστάτης. Ο γιός του Μανχάταν είναι ένας παράδοξος υπερβατικός ουμανιστής, πρωτομοντερνιστής και υπέρμαχος του ελεύθερου στίχου, ο οποίος καταδιώχθηκε σε όλη τη ζωή του σχεδόν από τις συντηρητικές δυνάμεις της εποχής του για τον τρόπο που μιλούσε στην ποίησή του για την σεξουαλικότητα, τα φύλα, την δουλεία και την εξουσία, αλλά και την ίδια τη μορφή του έργου του, την χρήση του ελεύθερου στίχου και την “βάρβαρη” προφορική του γλώσσα. Μέσα στην ποίηση του Γουίτμαν η Αμερική αναδύεται ως ένας καινούργιος κόσμος γεμάτος δυνατότητες, με μια καινούργια γλώσσα απαλλαγμένη από τους περιορισμούς της ασφυκτικής παράδοσης, αναδύεται η πολλαπλότητα των φυλών, ο ορίζοντας ενός φωτεινού μέλλοντος. Ο ίδιος έγραφε εκτεταμένες εισαγωγές στις εκδόσεις των βιβλίων του και στόχος του είναι να δημιουργήσει μια ποίηση καθαρά Αμερικανική που να είναι η φυσική έκφραση του δημοκρατικού πνεύματος, ένα αρμονικό μίγμα μεταξύ του παραδοσιακού και του μοντέρνου, του λόγιου και του καθημερινού. Το ολοποιητικό όραμα του Γουίτμαν  είναι ταυτόχρονα το όραμα της δημοκρατίας και της Αμερικής ως τόπου πραγμάτωσής της, είναι ποίηση του ξεκινήματος. Ο πηγαίος ιδεαλισμός του προοιωνίζεται έναν κόσμο ελευθερίας και ισότητας που χωράει τους πάντες και διαπνέεται από το πνεύμα της προόδου και της εξέλιξης. Αυτά τα κομμάτια της ποιήσής του διαβάζονται ως ελεγεία σήμερα, αλλά ακόμα και τότε ο Γουίτμαν ζούσε σε έναν κόσμο ήδη διαλυμένο από την λογική της αγοράς και της ταξικής διαφοράς, των διακρίσεων και της εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους. Χρειάζεται να τον δούμε ως οραματιστή, όπως γράφει ο Μπόρχες, μιας ανθρώπινης κοινωνίας συντρόφων, μιας ποιητικής δυνατότητας για το τι θα μπορούσε να. Παρόλο που αρχικά ο ίδιος πίστεψε στην δύναμη πειθούς του ποιητικού του έργου, σε μεταγενέστερα πολιτικά γραπτά του ομολογεί την διάψευση των ιδεών του και στηλιτεύει την υποκρισία της δημοκρατίας και των πολιτικών, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε τον συγκλονίζει.

 

 

Ποια είναι η θέση του σήμερα στην αμερικάνικη αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία;

Το έργο του Γουίτμαν μοναδικό στη σύλληψη και την εμβέλειά του, επηρέασε με ποικίλους τρόπους όλη την ποίηση που ακολούθησε μετά από αυτόν και οι κύκλοι αυτής της επιρροής εξακολουθούν να δονούνται σε όλο και μεγαλύτερες τροχιές. Σε πολλά ποιήματά του απευθύνεται σε μέλλοντες αναγνώστες και ποιητές και οι αμερικανοί μοντερνιστές όπως ο  ο Φώκνερ, ο T.S. Eliot, ο  Hart Cran, ο Wallace Stevens και ακόμα ο Langston Hughes, η Muriel Rukeyser, ο William Carlos Willams και ο Robert Creeley, ανέπτυξαν με το έργο του ένα δημιουργικό διάλογο, ακόμα και διαφωνώντας και ασκώντας κριτική στο πολύπλευρο και δημοκρατικό μέλλον της Αμερικής που υποσχέθηκε. Ο ριζοσπαστισμός και ο πλούτος του ποιητικού του έργου τόσο από πλευράς θεματολογίας όσο και μορφής αποτελεί ένα ανεξάντλητο ορυχείο όπου ο καθένας μπορεί να περιπλανηθεί να ανακατέψει τα υλικά και να παράξει νέα. Οι μπιτ συγγραφείς όπως ο Allen Ginsberg ο Jack Kerouak ή ο Lawrence Ferlinghetti, εμπνεύστηκαν από την ελευθερία που προτείνει, τα ανθρωπιστικά ιδεώδη, την σωματική έκφραση ενώ και πιο σύγχρονοι ποιητές όπως  Adrienne Rich και ο Gary Snyder εξακολουθούν να συνομιλούν μαζί του.

Ο ποιητικός αυτός διάλογος εξαπλώθηκε εκτός συνόρων εδώ και 150 χρόνια με την επιρροή που άσκησε στους Γάλλους ποιητές του τέλους του 19ου αιώνα, στους Ρώσους φουτουριστές  καθώς και πολλούς άλλους  ποιητές διαφόρων γλωσσών και εθνοτήτων όπως ο Federico García Lorca, ο Jorge Luis Borges, ο Pablo Neruda, ο Cesare Pavese, ο Czeslaw Milosz, και ακόμα ο Fernando Pessoa, και ο D.H. Lawrence, καθώς η ποίησή του διασχίζει σύνορα και γλώσσες, φυλές, έθνη, ποιητικές παραδόσεις και ηπείρους. Το έργο του εμπνεύσει καλλιτέχνες διαφόρων μέσων στη λογοτεχνία, το σινεμά, την αρχιτεκτονική, το χορό, τη μουσική, τη ζωγραφική και τη φωτογραφία σε πολλά μέρη του κόσμου και υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός σε συγγραφείς που ανήκουν σε μειονότητες.

O Whitman έχει παρομοιαστεί με «προφήτη», «αμερικάνο Ιησού», οραματιστή κλπ. Ο μέντοράς του Έμερσον είχε δει σε αυτόν έναν σαμάνο, κάτι κοντά στο θείο.  Πώς διακρίνεται αυτό στην ποίησή του; Ο Μπόρχες όπως και ο κριτικός Χάρολντ Μπλουμ τονίζουν ότι ο ίδιος ο Γουίτμαν είναι ο κεντρικός χαρακτήρας των Φύλλων Χλόης , τον συγκρίνουν μάλιστα με τον Δον Κιχώτη και τον Άμλετ. Τι αντιπροσωπεύει λοιπόν αυτός ο ποιητικός ήρωας στα μάτια του αναγνώστη και μεταφραστή του; Ο Whitman διαθέτει μια βιωματική πρόσληψη της πραγματικότητας και πολλές φορές αναφέρεται στον εαυτό του. Πόσο διακρίνεται και πόσο επηρεάζει αυτό το σύνολο του έργου του;

Ποιος είναι αυτός ο γιος του αλκοολικού ξυλουργού; Γεννημένος στο Λονγκ Άιλαντ το 1819, μέλος μιας πολυπληθούς οικογένειας με πολλά προβλήματα, ο Γουίτμαν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο από τα έντεκα χρόνια του και να δουλέψει αρχικά ως κλητήρας και αργότερα ως τυπογράφος, δάσκαλος και ως ελεύθερος δημοσιογράφος στο Μπρούκλυν. Έκανε ένα ταξίδι ως τη Νέα Ορλεάνη, ρουφούσε γνώση από βιβλιοθήκες (Άγγλους ρομαντικούς ποιητές, αμερικανική ποίηση και φιλοσοφία, αρχαίους και Σαίξπηρ, γερμανική φιλοσοφία, ιστορία, εκλαϊκευμένα επιστημονικά  βιβλία), περιπλανιόταν στο Μανχάταν και στο Μπρούκλυν  απολαμβάνοντας την αστική ζωή και τα πλήθη και τέλος το 1855, σε ηλικία 35 ετών προέκυψε η πρώτη έκδοση των Φύλλων Χλόης που τύπωσε και διένειμε ο ίδιος.

Στο έργο του ερχόμαστε σε επαφή με το μεγαλείο ενός πνεύματος που υπερβαίνει την βιογραφία και ενώ αναδύεται κάπου κάπου ένα βιωματικό υλικό, ο εαυτός, αυτός που εκφέρει το εγώ μπορεί να καταλαμβάνει διαφορετικές θέσεις, να είναι άντρας και γυναίκα, νέγρος σκλάβος και ταξιδευτής, πυροσβέστης και αγρότης, προφήτης και ποιητής, να περιέχει τα πλήθη επινοώντας μια ρητορική ισχύος χωρίς αυθεντία, χωρίς ιεραρχία, χωρίς βία. Όπως γράφει ο Μπόρχες ο Γουίτμαν “με μια κίνηση λυσσαλέας τρυφερότητας θέλησε να ταυτιστεί με όλους τους ανθρώπους”.Με μια τεράστια κίνηση βιωματικής πρόσληψης της πραγματικότητας υπερβαίνει το κοινωνικό εγώ του και ανυψώνεται σε μια θέση που συμπεριλαμβάνει τους πάντες. Είναι δεκάδες οι αναφορές του σε ποικίλα υποκείμενα, άντρες και γυναίκες, ανθρώπους διαφορετικών φυλών και κοινωνικών τάξεων με τους οποίους ταυτίζεται και μιλάει με τη φωνή τους.

Το λέει από την αρχή: Γιατί κάθε μόριο που μου ανήκει, ανήκει και σε σένα.

Αυτό το Εγώ του Γουίτμαν είναι κάποιος που νομιμοποιεί και περιέχει πολλούς εαυτούς, δικούς του και άλλους, εαυτούς συνειδητούς αλλά και λανθάνοντες.

Αντιφάσκω άραγε; / Καλώς, λοιπόν, αντιφάσκω, / (Είμαι ευρύς, περιλαμβάνω τα πλήθη). Και αλλού: Ποιος προχωράει εκεί; Έμπλεος πόθου, άξεστος, μυστικιστής, γυμνός;…Σε όλους τους ανθρώπους βλέπω τον εαυτό μου, τίποτα περισσότερο / μα ούτε κι έναν κόκκο λιγότερο.

Το έργο του Γουίτμαν αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα για να μιλήσουμε για την κατασκευή εαυτού μέσα από την ποίηση και την αναζήτηση της ταυτότητας επειδή η ποίηση απελευθερώνει την εμπειρία από την οριστικότητα του γεγονότος και την καθιστά αντικείμενο συνομιλίας. Μέσα στην ποίηση συναντάμε τον άλλον, αλλά  και τον εαυτό μας ως άλλον. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε μέσω της ποίησης του Γουίτμαν λοιπόν δεν είναι, ούτε η ταυτότητα ούτε η διαφορά, αλλά η πολλαπλή δυνατότητα των εμπειριών μας και μια διαδικασία αυτογνωσίας. Στην ποίηση του Γουίτμαν ας μην ψάχνουμε τον Γουίτμαν αλλά τον εαυτό μας.

Ο Μπόρχες σε ένα δοκίμιό του για τον Γουίτμαν παραθέτει τα λόγια του Σερ Έντμουντ Γκρόσι: “Δεν υπάρχει αληθινός Γουόλτ Γουίτμαν….Ο Γουίτμαν είναι λογοτεχνία σε κατάσταση πρωτοπλάσματος: ένας διανοητικός οργανισμός που αντικατοπτρίζει όσους τον πλησιάζουν”.  Και στη συνέχεια την δική του άποψη: “Σχεδόν όλα όσα έχουν γραφτεί για τον Γουίτμαν, στιγματίζονται από δυο ανεπανόρθωτα λάθη: το πρώτο είναι η χονδροειδής ταύτιση του Γουίτμαν λογοτέχνη με τον Γουίτμαν -ημίθεο ήρωα τον Φύλλων Χλόης, όπως ο Δον Κιχώτης είναι του Δον Κιχώτη. Το άλλο η ανόητη υιοθέτηση (από κριτικούς) του ύφους και του λεξιλογίου των ποιημάτων του, δηλαδή του ίδιου εκπληκτικού φαινομένου που επιχειρούν να εξηγήσουν.” Αναφερόμενος στο θέμα της αθανασίας του ποιητή γράφει πως ο  Γουίτμαν δεν το κάνει ούτε από ματαιοδοξία ούτε από εκδίκηση όπως άλλοι αλλά “για να συνάψει προσωπικές σχέσεις με κάθε μελλοντικό αναγνώστη. Συγχέεται μ’ αυτόν και συνδιαλέγεται με τον άλλον, τον Γουίτμαν: Τι ακούς Γουόλτ Γουίτμαν; (“Salut au monde”). Έτσι αναδιπλασιάστηκε στον αιώνιο Γουίτμαν, σε αυτόν τον φίλο που είναι ένα γηραλέος Αμερικανός ποιητής του 19ου αιώνα αλλά και ο θρύλος του, αλλά και καθένας από εμάς, αλλά και η ευτυχία. Το έργο ήταν τεράστιο και σχεδόν υπεράνθρωπο. Το ίδιο και η νίκη.”  (Χόρχε Λούις Μπόρχες, Δοκίμια, μετφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)

 Πώς συνομιλεί με μας σήμερα;  Τι βρίσκει ο καθένας στον Γουίτμαν;

Το έργο του Γουίτμαν αποτελεί μια τομή άνευ προηγουμένου στην αγγλόφωνη αλλά και την παγκόσμια ποίηση, είναι μια διακήρυξη πίστης στην ίδια την ποίηση, ως μια φυσική δύναμη και μια μοναδική μορφή γνώσης. Μέσω της ποίησης καταστρώνει και προτείνει ένα πνευματικό σχέδιο προσβάσιμο από τον καθένα το οποίο οδηγεί τη συνείδησή μας στην αυτογνωσία, διευρύνει την αντίληψή μας και αποτελεί βαθύτατη σωματική και πνευματική εμπειρία.

Ο Γουίτμαν αντλεί από κάθε δυνατή περιοχή του ορατού και του αόρατου για να δημιουργήσει το ιδιαίτερο ποιητικό του σύμπαν που χωράει τα πάντα. Την αστική ζωή και την άγρια φύση, τη θάλασσα και την πορεία των άστρων, σκέψεις για τον χρόνο, τη θνητότητα, τον έρωτα και το σεξ, τον αυτοερωτισμό, το ανθρώπινο μεγαλείο και τη χυδαιότητα, τον πόλεμο και τον ηρωισμό, την φτώχεια και τα βάσανα, την αρρώστια, την υποκρισία των πολιτικών, τα ζώα, τα επαγγέλματα και την οικογενειακή ζωή, τη συντροφικότητα, τις θρησκείες και τη δημοκρατία.

Το ποιητικό εγώ εμφανίζεται πανίσχυρο, πολλαπλό, αντιφατικό, επικυρώνοντας όλες τις πλευρές του μέσα στο ποίημα, διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει όλους και όλα. Γιορταστικό, χειραφετημένο, ελεύθερο μας καλεί να γίνουμε μέσα από την ποίησή του κι εμείς ποιητές, ο καθένας ποιητής του εαυτού του. Πάμπολλες φορές μας απευθύνεται, το you του ποιήματος είναι πάντα σχεδόν στον ενικό, όλη η ποίηση του Γ. είναι μια απεύθυνση, πρόκληση, πρόσκληση, υπόσχεση και προτροπή σε ένα “Εσύ” και αυτό το εσύ είναι ο καθένας. Δεν είναι καν απεύθυνση, αλλά το ποίημα προϋποθέτει το εσύ με το οποίο βρίσκεται σε μια στοιχειακή σύνδεση έως και συγχώνευση. Άλλωστε πολλά από τα σημαντικότερα ποιήματά του έχουν σαν τίτλο το τραγούδι αλλά και ο ίδιος όταν αναφέρεται σε αυτά τα ονομάζει τραγούδια. Πράγμα πολύ σημαντικό επειδή το τραγούδι είναι πάντα συλλογικό. Αυτό το συλλογικό σώμα είναι το ίδιο το βιβλίο μέσα από το οποίο μας αγγίζει, ο θωπευτής της ζωής, όπως αποκαλεί τον εαυτό του, μας κρατάει το χέρι, μας κουβαλάει και μας φορτίζει.

Μας παρασέρνει με την αμεσότητα της γλώσσας του, μας εκπλήσσει με την δύναμη και την πρωτοτυπία των λυρικών του εξάρσεων, προκρίνει τη συμπόνια και την αγάπη ως κινούσα δύναμη του κόσμου/ -αποκαλεί την αγάπη –εσωτρόπιο της πλάσης-και τη συμπόνοια- Εγώ είμαι ο υπερασπιστής της συμπόνιας, / (Πώς θα μπορούσα να φτιάξω τον κατάλογο με τα αντικείμενα του σπιτιού και να παραλείψω το σπίτι που τα στεγάζει;) Και αλλού μας λέει:

Camerado, αυτό δεν είναι ένα βιβλίο, / Όποιος αγγίζει αυτό αγγίζει έναν άνθρωπο,

Αυτός ο σύντροφος μέσα από τις σελίδες του απέραντου βιβλίου του παραμένει πάντα σύγχρονος, είναι ένα χέρι που σφίγγει το δικό σου μέσα στη νύχτα, ένα μπράτσο γύρω από τους ώμους σου όταν περπατάς στην πόλη ή την εξοχή, ένα βλέμμα αναγνώρισης μέσα στο πλήθος κι ένας ψίθυρος που σου λέει “προχώρα” όπως στο Τραγούδι του ανοιχτού δρόμου:  Allons!

 

Λέγεται ότι παραγνωρίστηκαν στο έργο του η θεματολογία γύρω από τον  ερωτισμό, τον αυτοερωτισμό και την ομοφυλοφιλία …αληθεύει, γιατί;  Ποια είναι η σχέση σώματος / ψυχής στην ποίηση του;

Φωτογραφία σε στούντιο του Γουίτμαν με τον φίλο του (και πιθανό εραστή του ) Πίτερ Ντόυλ (1865)

Μέσα στην ποίηση του Γ. το ανθρώπινο σώμα εμφανίζεται όπως ποτέ πριν με όλη την υλική του φυσικότητα και τρωτότητα, με τις αισθήσεις, τις οσμές και τους χυμούς του. Είμαι θεϊκός και μέσα και έξω, και καθιστώ ιερό οτιδήποτε αγγίζω ή με αγγίζει, / Η μυρωδιά αυτής της μασχάλης άρωμα πιο εκλεπτυσμένο από την προσευχή, / Αυτό το κεφάλι ανώτερο από εκκλησίες, βίβλους κι όλα τα δόγματα.

Το σώμα στον Γουίτμαν συνιστά μια αισθησιακή, συγκινησιακή ευφυΐα την οποία αναδεικνύει σε συγκλονιστικό βαθμό κάνoντάς μας κοινωνούς αυτής της ασύλληπτης ευαισθησίας και διαπερατότητας που το χαρακτηρίζουν. Εάν λατρέψω κάτι περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα θα είναι το κορμί μου ολόκληρο, ή κάποιο του κομμάτι, / Διάφανο καλούπι μου θα είσαι εσύ!

Στο έργο του Γουίτμαν το σώμα και η ψυχή ταυτίζονται και η πιο βαθιά εκδήλωση του σώματος είναι η ερωτική. Ο θωπευτής της ζωής γράφει για το σεξ, την ερωτική επιθυμία, την ερωτική απόλαυση και τον αυτοερωτισμό, απροκάλυπτα και απενοχοποιημένα. Η ευφορία και η σεξουαλική χαρά, ο ερωτισμός, διαχέονται πέρα από το ανθρώπινο και φορτίζουν ερωτικά όλη τη φύση. Η γυναίκα στον Γουίτμαν είναι επίσης παρούσα, δεν είναι μούσα ούτε θύμα, ούτε προβολή της αντρικής επιθυμίας, είναι ο εαυτός της, μέρος του οποίου είναι ο ερωτικός εαυτός της, η επιθυμία και η απόλαυση.

Η αγάπη μεταξύ αντρών είναι κεντρικό θέμα στην ποίηση του Γουίτμαν και εκφράζεται σαν ένας ιδιαίτερος δεσμός συντροφικότητας αλλά (και) ως απροκάλυπτα ερωτική σχέση. Πλήθος είναι οι αναφορές σε εραστές και αγαπημένους. Κι όταν σκέφτηκα πως ο αγαπημένος μου φίλος ο εραστής μου θα ερχόταν σύντομα κοντά μου, Ω τότε ήμουν ευτυχισμένος,/ Ω τότε κάθε ανάσα μου είχε γεύση πιο γλυκιά, και ολόκληρη τη μέρα εκείνη η τροφή μου ήταν πιο θρεπτική και πέρασε καλά η όμορφη ημέρα. Η συλλογή των ποιημάτων “Κάλαμος” περιέχει μερικά από τα πιο όμορφα ποιήματα με αυτό το θέμα, ενώ πολλά από τα μικρότερα ποιήματα αυτής της συλλογής θυμίζουν έντονα την ερωτική ποίηση του Καβάφη. Η ρίζα του κάλαμου, αυτής της υδρόβιας λυγαριάς  του βάλτου, γίνεται το σύμβολο της αγάπης των συντρόφων. Και αυτό, Ω αυτό, θα γίνει από δω και στο εξής το ενθύμιο των συντρόφων, ο κάλαμος, / Ανταλλάξτε τον νέοι ο ένας με τον άλλο! Και μην αφήσετε κανέναν να τον δώσει πίσω!). Τόσο για τα “ομοερωτικά” ποιήματά του όσο και για τα “άσεμνα” ποιήματα που  αναφέρονται στον γυναικείο ερωτισμό δέχτηκε δριμεία κριτική σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του, κατηγορήθηκε για προσβολή δημοσίας αιδούς και ανηθικότητα, διώχθηκε από την εργασία του, απειλήθηκε με φυλάκιση ενώ η έκδοση του έργου του παρακωλύθηκε και σε μία περίπτωση αποσύρθηκε.

Τραγουδώ το ηλεκτρικό κορμί,/ Οι στρατιές εκείνων που αγαπώ με περιζώνουν, όπως τους περιζώνω/ κι εγώ,/ Δεν θα με ελευθερώσουν ώσπου να δεχτώ το κάλεσμά τους, να πάω/ μαζί τους,/ Και να τους εξαγνίσω, και να τους φορτίσω ολόκληρους με το φορτίο/ της ψυχής./ Υπάρχει αμφιβολία ότι αυτοί που διαφθείρουν το ίδιο τους το σώμα/ αποκρύπτουν τον εαυτό τους;/ Και μήπως αυτοί που βεβηλώνουν τους ζωντανούς δεν είναι τόσο κακοί όσο κι αυτοί που βεβηλώνουν τους νεκρούς;/ Και μήπως το σώμα δεν κάνει ακριβώς όλα όσα κάνει η ψυχή;/ Κι αν το σώμα δεν είναι η ψυχή, τότε τι είναι η ψυχή;»

(«Τραγουδώ το ηλεκτρικό κορμί»)

 

 Η μουσικότητα και η ρυθμικότητα του των ποιημάτων του σας δυσκόλεψε στην ελληνική τους απόδοση κι πώς ξεπεράσατε τον σκόπελο; Πώς ξεπεράσατε τη μικτή γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής που είναι ανάμικτη με λαϊκές και λόγιες λέξεις;

Στο ποιητικό έργο του Γουίτμαν έχουμε έναν χείμαρρο μουσικότητας χωρίς συγκεκριμένο μέτρο που απλώνεται συχνά σε εκτενέστατες προτάσεις, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με κόμματα, και σπάνε σε δεκάδες δευτερεύουσες προτάσεις  που τρέχουν ασυγκράτητες χωρίς να χάνεται το νόημα και η σύνδεση. Ο κατακλυσμιαίος ρυθμός αναγκάζει τον αναγνώστη να λαχανιάζει, να ανεβάζει ρυθμούς, που και που να κοντοστέκεται με απορία ή θαυμασμό, και πάλι να παρασύρεται σε αυτό το ποτάμι του λόγου που καταλήγει να κυλάει σιγά σιγά μέσα στο σώμα του με τη φυσικότητα ενός φαινομένου. Πολλές εργασίες και πειράματα έχουν γίνει από μελετητές και πανεπιστημιακά εργαστήρια να κατατάξουν μετρικά τα ποιήματα, ανακαλύπτοντας τροχαϊκούς ρυθμούς, κρυμμένες ομοιοκαταληξίες, μετρώντας συλλαβές και όλοι συμφωνούν για την ανομοιομορφία και την ρυθμική αναρχία της ποίησής  του που δεν μπαίνει σε μετρικά καλούπια και διεκδικεί την δική της μοναδική μουσικότητα. Προσπαθήσαμε λοιπόν να μεταφέρουμε το ρυθμικό παιχνίδι του ποιήματος χωρίς να παραχαράξουμε τον ακανόνιστο ρυθμό του, τον “βαρβαρικό ρεκασμό” του, τις παράτονες στιγμές του, την πεζότητα ορισμένων χωρίων και τις αλλόκοτες εκφράσεις άλλων, χωρίς να παρασυρθούμε σε οικείες ρυθμικές λύσεις. Η εναλλαγή των ρυθμών και η στοιχειακή σωματικότητα της γλώσσας του Γουίτμαν που εξακολουθεί να παραμένει συναρπαστική ως σύγχρονη ποίηση ήταν ένα από τα κεντρικά στοιχήματα της μεταφραστικής δουλειάς μας.

Η γλώσσα του Γουίτμαν κινείται στη βάση μιας αντινομίας, μιας εσωτερικής σύγκρουσης αλλά και συγχώνευσης και συνύπαρξης αντιθέτων που αποτελεί και τη γοητεία της. Από τη μια η καθομιλουμένη, η γλώσσα του πεζοδρομίου, the blab of the pave, η γλώσσα των απλών ανθρώπων της πόλης και της εξοχής, των εργατών και των αγροτών, αυτών που ο ίδιος διακηρύσσει πως προτιμά ως συντρόφους, που του δίνει τη δυνατότητα να μιλήσει με τέτοια αμεσότητα. Από την άλλη  ένα λόγιο λεξιλόγιο εξευγενισμένο έως και επιτηδευμένο και σε στιγμές εξεζητημένο, το οποίο απηχεί τα ποικίλα διαβάσματά του και την δημοσιογραφική του εμπειρία. Σε αυτό μπλέκονται επιστημονικοί όροι, ξενικές και λατινογενείς λέξεις, αρχαϊσμοί, νεολογισμοί και κοντά σε αυτές η αργκό της πόλης και τα συντεχνιακά ιδιώματα, δημιουργούν μια πυκνή γλωσσική υφή, ένα μικτό ιδίωμα όπου εγγράφεται το υψηλό και το ταπεινό αξεδιάλυτα. Άλλωστε το ίδιο το Εγώ του ποιήματος λαμβάνει πολλές ιδιότητες και μιλάει εξ αυτών. Το γλωσσικό πείραμα του Γουίτμαν συνιστά την απόλυτα συνειδητή καλλιτεχνική του πρόθεση που αντιμετωπίζει την ίδια τη γλώσσα ως μια ουσία που δύναται να επεξεργαστεί και να μορφοποιηθεί. Εξαντλεί λεξικά και λεξιλόγια αλλά και τις ηχητικές δυνατότητες των λέξεων. Η ποίησή του είναι γεμάτη συνηχήσεις και παρηχήσεις, γεμάτη σύμφωνα που συγκρούονται και φωνήεντα που τραγουδούν. Χρειάζεται μια σωματική ή στοιχειακή εξοικείωση με τον κόσμο του ποιητή και με το ίδιο το κείμενο για να αρχίσει να ξεδιαλύνεται και αυτό δεν είναι δυνατόν παρά μόνον (και πάλι όχι σίγουρα) όταν αυτόν τον κόσμο τον έχεις μάθει απέξω και ανακατωτά, τον έχεις κατανοήσεις βαθιά, τον έχεις αποδομήσει και ξανασυνθέσει. Όταν κοιμάσαι και ξυπνάς πλέον με αυτόν μέσα στο κεφάλι και το σώμα σου σαν ένα τραγούδι που παίζει από μόνο του ρυθμικά μέσα στο μυαλό σου.

Πέρα από την ευθύνη και τον μόχθο μιας τέτοιας μεταφραστικής εργασίας, είναι επίσης όπως λέει και ο Γουίτμαν “τύχη καλή”, να βυθιστείς, όπως μόνο ένας μεταφραστής μπορεί, στο έργο ενός τέτοιου πνεύματος, ενός τέτοιου έργου, να γίνεις κοινωνός και φορέας του. Η μεγάλη λογοτεχνία άπαξ και σε αγγίξει σε αλλάζει για πάντα και πάντα προς το καλύτερο. Γίνεσαι, ή τουλάχιστον αισθάνεσαι ότι μπορείς να γίνεις λίγο πιο συνειδητός, λίγο πιο ανοιχτόμυαλος, λίγο πιο συμπονετικός. Η μεγάλη λογοτεχνία είναι αυτή ακριβώς η δυνατότητα, δεν μπορεί να το κάνει για σένα αλλά σου δείχνει τον δρόμο.

 

Στον τάφο του είναι γραμμένο  αυτό. Μπορείτε να μας το σχολιάσετε;  

Το βάθρο μου είναι σφηνωμένο και στεριωμένο σε γρανίτη,

Γελώ με αυτό που αποκαλείτε αφανισμό,

Και γνωρίζω το εύρος του χρόνου.

(“Τραγούδι του εαυτού μου”)

Ο Γουίτμαν οραματίζεται συχνά τον θάνατό του και προτείνει την αθανασία μέσω της ποίησης για τον συγγραφέα αλλά και για τον αναγνώστη, ενώ βάζει τον εαυτό του να μας μιλά από το επέκεινα σαν ένα παλιός φίλος ήδη από τα πρώτα ποιήματά του Όταν τα διαβάσεις, εγώ που ήμουν ορατός θα έχω γίνει αόρατος, / Τώρα είσαι εσύ συμπαγής και ορατός, αντιλαμβάνεσαι τα ποιήματά μου, εσύ με αναζητάς,(“Γεμάτος ζωή τώρα”), αλλά και από το πολύ συγκινητικό “Εχε γεια!” : Σύντροφε, αυτό δεν είναι ένα βιβλίο, όποιος αγγίζει αυτό αγγίζει έναν άνθρωπο, / (Είναι νύχτα; Είμαστε μόνοι εδώ οι δυο μας;) / Εγώ είμαι που κρατάς και αυτός που σε κρατάει, / Μέσα απ’ τις σελίδες πηδώ στην αγκαλιά σου/ ο θάνατος με καλεί. Και  “Αντίο φαντασία μου!” όπου απευθύνεται στον πιο πολύτιμό του σύντροφο, την ίδια τη φαντασία του: Όμως ας μην είμαι τόσο βιαστικός, / Πολύ καιρό πράγματι ζήσαμε, κοιμηθήκαμε, απορροφήσαμε, συγχωνευθήκαμε και γίναμε ένα· / Επομένως αν πεθάνουμε, θα πεθάνουμε μαζί, (ναι, θα παραμείνουμε ένα,) / Αν πάμε κάπου θα πάμε μαζί για να συναντήσουμε ό,τι μας μέλλεται,

Ο θάνατος είναι ο άλλος πυλώνας της ποίησης του Γουίτμαν, πάντα παρών σε κάθε του μορφή χωρίς ο ίδιος ποτέ να αποστρέφει το βλέμμα από αυτόν. Αντίθετα, με την απόλυτη αποδοχή που του επιφυλάσσει, θεωρεί τον θάνατο μια συνέχεια της ορμής της ζωής πέρα από το ανθρώπινο. Στο έργο του η σκέψη για το θάνατο παρόλο τον θρήνο της απώλειας, διευρύνεται και βαθαίνει σε τέτοιο βαθμό που φτάνει στην εξύψωση και την εξύμνηση του θανάτου ως κάτι πολύτιμο που νοηματοδοτεί τη ζωή.

 

 

info: Γουόλτ Γουίτμαν, Φύλλα Χλόης, Επιλογή, μετάφραση, επίμετρο, χρονολόγιο, σημειώσεις: Ελένη Ηλιοπούλου και Κατερίνα Ηλιοπούλου, εκδόσεις Κέδρος

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Εξαιρετική συνέντευξη.

    Επειδή από το πόστο μου, εδώ, έχω διαβάσει πολλές φορές εκτιμήσεις, στην Ελλάδα, έργων και συγγραφέων της Αμερικανικής λογοτεχνίας που θεωρώ ότι “χάνουν” κάτι (και δικαιολογημένα, λόγω της γεωγραφικής και της πολιτιστικής απόστασης), δηλώνω κατενθουσιασμένος για την καίρια και διεξοδική ανάπτυξη της ποιητικής και του προσώπου του μεγάλου αυτού ποιητή από την Κατερίνα Ηλιοπούλου. Και από τα αποσπάσματα των ποιημάτων που παρατίθενται στη συνέντευξη, διαπιστώνω με χαρά ότι οι δυο μεταφράστριες, Ελένη και Κατερίνα Ηλιοπούλου, έχουν όντως γίνει “κοινωνοί” και “φορείς” της ποίησης του Γουίτμαν στην ελληνική γλώσσα.

    Χρήστος Τσιάμης, Νέα Υόρκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here