Καταφρονεμένοι άγιοι

0
195

Της Νίκης Κώτσιου.

Εικόνες σήψης και παρακμής συνθέτουν τη νουβέλα «Σεργιάνι στο Γκιναρντό»(εκδ. Πατάκης, μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου) του σπουδαίου Ισπανού συγγραφέα Χουάν Μαρσέ. Η ιστορία αρχίζει την 8η Μαϊου του 1945, ημέρα συνθηκολόγησης των Γερμανών,  όταν ένας αστυνόμος στη Βαρκελώνη αναλαμβάνει να οδηγήσει μια  ορφανή στην αίθουσα του νεκροτομείου, προκειμένου εκείνη να αναγνωρίσει τον διαφυγόντα βιαστή της πάνω στο πρόσωπο  ενός νεκρού αλήτη. Η διαδρομή αυτών των δύο που διαρκεί όσο ένα απόγευμα, προτού καταλήξει στον τελικό προορισμό του νεκροτομείου, σημαδεύεται από μια σειρά αναγκαστικών στάσεων στα διάφορα αστικά κυρίως σπίτια, όπου η ορφανή Ροσίτα δουλεύει ως οικιακή βοηθός έναντι πινακίου φακής. Η έφηβη κοπέλα πλένει και καθαρίζει σε σπίτια φιλάνθρωπων οικογενειών, που έχουν συνάψει συμφωνία με το ορφανοτροφείο να δέχονται τα ορφανά και άπορα κορίτσια ως παραδουλεύτρες έναντι ενός μικρού κάθε φορά αντίτιμου, που καταβάλλεται στο ορφανοτροφείο. Η Ροσίτα, προτού αναγνωρίσει το πτώμα, οφείλει να διεκπεραιώσει τη μία μετά την άλλη τις δουλειές της ώστε να μαζέψει τα φραγκοδίφραγκα που της αναλογούν. Εκτός από τις οικογένειες που εξυπηρετεί, συναντά επίσης στο δρόμο της παιδιά εξίσου παραμελημένα και κακοποιημένα, παρατημένα, άστεγα, ακόμα και ανάπηρα, που μηχανεύονται διάφορους, συνήθως έκνομους, τρόπους για τα προς το ζήν  και μυούν και τη Ροζίτα στα κόλπα τους, μια που είναι και αυτή περίπου όμοιά τους. Ο αστυνόμος που συνοδεύει το κορίτσι παρακολουθεί με άγρυπνο μάτι αυτό το αδιάκοπο αλισβερίσι ανάμεσα στα λούμπεν στοιχεία της φτωχογειτονιάς αλλά διαπιστώνει πως δεν μπορεί πια να κάνει και πολλά πράγματα. Εξάλλου, είναι πολλαπλά επιβαρυμένος  ο  ίδιος με  αδιευκρίνιστες αρρώστιες, από τις οποίες προσπαθεί επί ματαίω να αναρρώσει αλλά και με ένα αίσθημα ανυπέρβλητης κόπωσης και αηδίας.

Ο αστυνόμος είναι παντρεμένος αλλά άτεκνος, η γυναίκα του προσφέρει υπηρεσίες στο ορφανοτροφείο της Ροσίτας. Θα μπορούσε η ορφανή να είναι η άτυπη κόρη αυτού του σκληροτράχηλου τύπου, που ενίοτε νιώθει μέσα του να σπιθίζουν κάποιες αναλαμπές μιας ξεχασμένης καλοσύνης και τρυφερότητας, αν και η άξεστη ιδιοσυγκρασιακή του τραχύτητα δεν τον εγκαταλείπει ποτέ. Άλλωστε ως αστυνόμος που είναι, αντιπροσωπεύει με τον πλέον ιδανικό τρόπο το νόμο και την απαγόρευση στην πιο αρχετυπική τους μορφή. Με άλλα λόγια, φέρει λόγω θέσης τα διακριτικά που χαρακτηρίζουν την εξουσία του πατέρα, είναι ο πιο εμβληματικός «πατέρας» ως φρουρός του νόμου και της τάξης. Όμως η Ροσίτα είναι η κόρη που δεν θα ήθελε να είχε, κι ας διατηρεί ακόμα μέσα της δείγματα  παιδικής αφέλειας και γνωρίσματα αφοπλιστικής αθωότητας, που ο απάνθρωπα σκληρός βίος της δεν έχει προλάβει να ξεριζώσει. Στο διάστημα που διαρκεί το σύντομο, ούτως ή άλλως, σεργιάνι στο Γκιναρντό, βλέπουμε να οικοδομείται μια στοιχειώδης σχέση πατέρα-κόρης ανάμεσα στον αστυνόμο και την ορφανή αλλά αυτή η απόπειρα σχέσης στο τέλος καταρρέει, αποτυγχάνει τόσο οικτρά και άδοξα, που μας βυθίζει στην απελπισία. Ο οιονεί πατέρας επιστρέφει στη θλιβερή και άγονη μοναξιά του ενώ η μιζέρια μοιάζει να καταπίνει όλο και περισσότερο την άτυχη μικρή, που όμως έχει επινοήσει κάποιες ολοδικές της δικλείδες ασφαλείας για να ξεφεύγει και να παρηγοριέται.

Σε όλη τη διαδρομή, η Ροσίτα κουβαλάει μια φορητή εικόνα της Παναγίας, όχι τόσο επειδή πιστεύει αλλά κυρίως για να εξάπτει τα φιλάνθρωπα, χριστιανικά αισθήματα όσων την έχουν στη δούλεψή της προσδοκώντας έτσι ένα μικρό κέρδος. Φορτωμένη με μια ψάθινη τσάντα γεμάτη συμπράγκαλα και λίγα παραγινωμένα φρούτα για να κολατσίζει, το κορίτσι κουβαλά απαραιτήτως και την εικόνα της Παναγίας της Μελαχρινής που, μολονότι μάλλον αμέτοχη, δεν παύει να συντροφεύει και να παρηγορεί την έφηβη σαν ατελέσφορη αλλά εντέλει φιλική παρουσία. Άλλωστε, η Ροσίτα , μέσ’ από το βίο και την πολιτεία της  στον κόσμο των λούμπεν και των απελπισμένων, γίνεται στο τέλος κι αυτή μια μικρή παναγία των περιθωριακών και κολασμένων, που σηματοδοτεί φως και ίσως μια κάποια ελπίδα.

Σ΄αυτό το σκληρό έργο που αποτυπώνει τη βαναυσότητα της φτώχιας με τρόπο συνταρακτικό, ο Χουάν Μαρσέ μιλά, κατά την προσφιλή του τακτική, με ταξικούς και πολιτικούς όρους αλλά και δεν παύει να παράγει μια καθαρόαιμη λογοτεχνία υψηλών αξιώσεων. Μαυραγορίτισσες, άπορα κορίτσια που εκπορνεύονται ελαφρά τη καρδία, παρατημένα παιδιά που εμπορεύονται ψόφια περιστέρια με αντάλλαγμα λίγα κέρματα,  φτιάχνουν  μια εφιαλτική τοιχογραφία μιας θνήσκουσας μεταπολεμικής Ισπανίας. Μέσ’ από τις περιγραφές και μόνο, χωρίς περαιτέρω σχόλια και κρίσεις, αναδεικνύεται η  ζοφερή εικόνα μιας χώρας που όλο και περισσότερο βυθίζεται στην απόλυτη παρακμή. Ένας απρόσωπος αλλά παντογνώστης αφηγητής παρακολουθεί τη διαδρομή των δύο πρωταγωνιστών, που μοιάζει με κάθοδο στην κόλαση και καταγράφει τη δραστηριότητα της συνοικίας επιμένοντας σε σημαίνουσες, φορτισμένες λεπτομέρειες ενδεικτικές κατάπτωσης και ηθικού εκφυλισμού. Πολύ συχνά ο ανώνυμος αφηγητής μοιάζει να απηχεί και να αναπαράγει την οπτική γωνία του αστυνομικού.

Η σύνθετη ψυχοσύνθεση του αστυνόμου και ο πολύπλοκος χαρακτήρας του  φτιάχνουν έναν τύπο έντονου υπαρξιακού ενδιαφέροντος, που ισορροπεί συνεχώς στο χείλος ενός απεγνωσμένου μηδενισμού, χωρίς ωστόσο να παρασύρεται από  τη δίνη του ωμού κυνισμού, με τον οποίο όμως φλερτάρει συνεχώς. Αναλαμβάνοντας να παίξει , έστω για ένα απόγευμα, το ρόλο της πατρικής φιγούρας απέναντι σε ένα πλάσμα ανείπωτα βασανισμένο, ο αστυνόμος ανακαλύπτει μέσα του κάποια υπολείμματα ανθρωπιάς, που ούτε καν φανταζόταν ότι υπήρχαν και που δυστυχώς δεν αρκούν για να αντιστρέψουν τη φθίνουσα και ολοένα πτωτική πορεία του στην προσωπική του άβυσσο.Η δε μικρή, σχεδιασμένη με  σπάνιο μπρίο και αλεγρία καταπληκτική, ίσως διαισθάνεται με κάποιο τρόπο το μέγεθος της τραγικότητάς της αλλά ποτέ δεν αφήνεται να βυθιστεί στην ύστατη απελπισία. Όταν απαγγέλλει το ρόλο της για το θεατρικό που ετοιμάζουν οι ορφανές, καθόλου δεν φαντάζεται η  Ροσίτα πόσο πολύ μοιάζει στην πραγματικότητα με τη  μαρτυρική αγία Ευλαλία που προσπαθεί να υποδυθεί, όντας και η ίδια μια μικρή αγία των  βασανισμένων. Τόσο η Ροσίτα όσο και ο αστυνομικός είναι και οι δυο τους στοιχειωμένοι από  φοβερούς εφιάλτες αλλά, τουλάχιστον για τη μικρή, ίσως υπάρχει ακόμα σωτηρία.

Σημείο αναφοράς στην ισπανόφωνη λογοτεχνία, ο πολυβραβευμένος Καταλανός συγγραφέας Χουάν Μαρσέ(1933-) ασχολείται συστηματικά στο έργο του με τις ταξικές αντιθέσεις της μεταπολεμικής Βαρκελώνης και τις παθογένειες του φρανκισμού. Το Σεργιάνι στο Γκιναρντό(1984), αιχμηρό και λεπτοσουλεμένο, είναι ένα μικρό αλλά αντιπροσωπευτικό δείγμα της μοναδικής του ικανότητας να εντοπίζει με ακρίβεια και να καταγγέλλει τους σαθρούς πυλώνες μιας άρρωστης και υποκριτικής κοινωνίας φτιάχνοντας δυνατές νατουραλιστικές εικόνες, που δεν ξεχνιούνται ποτέ.

INFO: Χουάν Μαρσέ: Σεργιάνι στο Γκιναρντό, μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου,σελ. 152, εκδ. Πατάκη,2016

Προηγούμενο άρθροΗ ηδονή του ιστορικού μυθιστορήματος
Επόμενο άρθροΟι μαθητές ως ξεναγοί τέχνης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ