Καρύδια, κάστανα και μανταρίνια (μια ιστορία του Μένου Δελιοτζάκη)

0
290

 

 Μένος Δελιοτζάκης (1)

Στο κρυστάλλινο ποτήρι, δυο μισολιωμένα παγάκια, περιμένουν το δεύτερο ουίσκι. Έχει έρθει για μίνι διακοπές, στη γενέθλια κωμόπολη. Μετά από χρόνια.

Ώρες τώρα προσπαθεί να μαζέψει το μυαλό του. Έχουν περάσει τα μεσάνυχτα κι αύριο πρωί, παραμονή Πρωτοχρονιάς, πρέπει να στείλει με e-mail στην εφημερίδα, ένα διήγημα για το εορταστικό ένθετο. Καμία πρωτοτυπία. Γράφει πρώτα με μολύβι σε λευκή κόλλα, παλιομοδίτικα και πληκτρολογεί το τελικό κείμενο στο lap top.Το δεύτερο ουίσκι καθιστά τα παγάκια υποβρύχια.

Στο παλιό ξύλινο γραφείο του δάσκαλου πατέρα του, ξεχασμένα μερικά λατρεμένα βιβλία. Δυο από αυτά, του αγαπημένου του συγγραφέα, στρατιωτικού γιατρού, που πριν μισό αιώνα, με δυσμενή μετάθεση, υπηρετούσε σε τούτα τα μέρη. Τον αγαπούσε πολύ, διότι πάντα τον συνέδεε υπόγεια, με τον μεγάλο Σκιαθίτη.

Δυο γερές δόσεις από το ποτό. Στα χέρια του, το ΕΠΙ ΠΤΙΛΩΝ ΑΥΡΑΣ ΝΥΚΤΕΡΙΝΗΣ. Ξεχνιέται, στα κείμενα για τα γκιουβέτσια και τα άλλα του Παπαδιαμάντη, «μετ’ εξοικονομήσεως», στη «Φλώρα ή Λαύρα»

Το ποτήρι άδειο. Έξω παγωνιά. «Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άης-Bασίλης, Φώτα». Στη σκέψη του, η μάταιη πορεία του μπαρμπα-Γιαννιού, του Έρωντα, έχοντας «εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του», στο κατώφλι της γειτόνισσας της πολυλογούς. «Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον»

Το ποτήρι ξανά πλήρες. Η κόλλα λευκή. Η σκέψη του στο «Χριστό στο Κάστρο», στο «Χριστόψωμο». Πάντα τον γοήτευε η δύναμη του παραλόγου σε τούτο το Χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Μαζεύει τις σκέψεις του. Να τελειώσει, έστω να αρχίσει το κείμενο. Το βάρος του αλκοόλ δεν είναι σύμμαχος. Ξεφυλλίζει πάλι τα ξεχασμένα βιβλία. «Ο θησαυρός των Αηδονιών και άλλα διηγήματα». Μια ματιά στα περιεχόμενα. «Πρωτοχρονιά!» σελ.35. Πηγή έμπνευσης; Ανατρέχει. Αφιερωμένο στη μνήμη του Γιάννη Δουβίτσα.

«Ανήκω στην ευάριθμη (ίσως και

στη μεγάλη, για να μην πώ στην

πλειοψηφούσα…) ομάδα των Νεοελ-

λήνων αστών, η οποία ουδέποτε κα-

τάφερε να χωνέψει όλο αυτό το παν-

δαιμόνιο, την αναστάτωση, τους γλυ-

κασμούς, τις προκάτ ευχές, χαρές και

συγκινήσεις για τις γιορτές των Χρι-

στουγέννων και της Πρωτοχρονιάς –

γιορτές που (αν δεν κολυμπούσαμε

σε ωκεανούς υποκρισίας) θα μπο-

ρούσαν άνετα να διεκδικήσουν τον

χαρακτηρισμό των πιο πληκτικών και

θλιβερών ημερών του έτους».

 

Η μέθη τον παρασύρει στην ανάγνωση του κειμένου. Πιο κάτω:

 

«Θυμάμαι δυο μικρά αδερφάκια

στη Νιγρίτα της Βισαλτίας, όταν με

καθαρό μουτράκι και παγωμένα πό-

δια, βουτηγμένα στο χιόνι, χτύπησαν

την πόρτα μας και άρχισαν να μέλ-

πουν, ενώ αραιές μυξούλες τρέχαν

πάνω στα χείλη τους:

Κόλιαντα, μπάμπω, κόλιαντα

δυό χιλιάδες πρόβατα

και πεντακόσια γίδια

δώσε, θειά, καρύδια…

Μετά που τελείωσαν, το κοριτσάκι

άπλωσε την ποδίτσα του, περιμένο-

ντας τα καρύδια…»

 

Τότε, μικρό παιδί, στα τέλη του ’60, γεννημένος σε τούτη τη Μακεδονική κωμόπολη, τη Νιγρίτα, με την αδερφή του και τα άλλα γειτονόπουλα, χαράματα παραμονής Πρωτοχρονιά και Χριστουγέννων, έψαλαν τα κάλαντα. Αντίδωρο, καρύδια, κάστανα και μανταρίνια. Τα σπίτια που τους έλκυαν περισσότερο, τα πιο χουβαρδάδικα, ήταν τα σπίτια των στρατιωτικών. Και φιλοξενούσε πολλούς της εποχή εκείνη. Να ήταν αυτός, με τη μεγάλη του αδερφή, που «έμελπαν» τα κάλαντα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, στον στρατιωτικό γιατρό – συγγραφέα;

Το ποτήρι άδειο. Και το μπουκάλι. Η κόλλα λευκή. Χάραξε. Στην πόρτα του, η πρώτη παρέα παιδιών, του ψάλουν τα κάλαντα. Δυο μικρά αδερφάκια.

«Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος….»

Καλή Χρονιά!

 

(*) Τα αποσπάσματα είναι από το διήγημα «Πρωτοχρονιά!» της συλλογής «Ο θησαυρός των Αηδονιών και άλλα διηγήματα» του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου. Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

(1) Ο Μένος Δελιοτζάκης είναι σκηνοθέτης και η ιστορία στηρίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here