«Kάποιος να κλειδώσει τους συγγραφείς μέσα σε ένα μπαρ» για μια εβδομάδα (του Δημήτρη Ελέα)

0
1080

Μερικές σκέψεις για τους Έλληνες συγγραφείς από έναν αναγνώστη (ή, «κάποιος να τους κλειδώσει μέσα σε ένα μπαρ» για μια εβδομάδα)

 

του Δημήτρη Ελέα (*)

Παρακολούθησα και εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, την «κορυφαία ανταλλαγή» απόψεων για την αξία της νεοελληνικής λογοτεχνίας που ξεκίνησε από το περιοδικό Ο Anagnostis, με την παρέμβαση του Νίκου Α. Μάντη. Για το πώς μας βλέπουν οι ξένοι; Ακολούθησαν ενδιαφέρουσες γνώμες και πολλά λέχθηκαν… Γιατί δεν μας διαβάζουν μανιωδώς όπως κάποιους Πορτογάλους, Σέρβους ή Νορβηγούς; Αναφέρω τις χώρες που έχουν ανάλογο πληθυσμό αλλά και «μικρή γλώσσα», όπως και ειπώθηκε άλλωστε.

Πριν από εβδομάδες, είδα το λινκ για το podcast, «Να ένα βιβλίο!», συζήτηση του Κώστα Κατσουλάρη με τον Δημοσθένη Κούρτοβικ. Ο οποίος είναι εξαιρετικός συγγραφέας και πολλά άλλα. (Τα τρία πρώτα, τα άκουσα το ίδιο βράδυ, και το τέταρτο, όταν «ανέβηκε».) Εντυπωσιασμένος! Μόλις πριν μέρες, στο Facebook του αιχμηρού Δημήτρη Φύσσα, είδα ένα λινκ, για την αξιοδιάβαστη παρέμβαση του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη στο Bookpress. Πέρα των όσων υποστηρίζει ο ίδιος, το κείμενό του, είναι ταυτόχρονα και μία άριστη σύνθεση πολλών άλλων παρεμβάσεων που έγιναν για το ίδιο θέμα. Μετά από μέρες, άνοιξα και διάβασα ένα λίνκ, που τούτη τη φορά, είχε αναρτήσει η εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη. Αυτό ήταν, μία ακόμη παρέμβαση από τον Αλέξη Πανσέληνο για την ανυποληψία της πεζογραφίας των απογόνων του Ομήρου. Ή να πούμε, απογόνων αυτού –αξίζει ειδικής μνείας– που έγραψε τα: Ο Ζητιάνος (1897), Ο Αρχαιολόγος (1904)… Ή, θα ήταν καλύτερα να πούμε, αυτού, που έγινε συνέταιρος σε ορυχείο και σχεδόν ξυλοδέτης και λαγουμιτζής;

Έχω διαβάσει τους Έλληνες συγγραφείς και τους σέβομαι. Τους βγάζω όμως το καπέλο; ΝΑΙ, σαφώς και τούς το βγάζω. Κάποιες τρανταχτές φωνές, θα έπρεπε ήδη να είναι μεγάλα ονόματα στο εξωτερικό. Η απάντηση γιατί αυτό δεν συμβαίνει δεν είναι εύκολη, και σίγουρα, υπάρχουν και ουκ ολίγα προβλήματα. Ίσως, κατά την ταπεινή μου άποψη, να μην δίνεται αρκετή έμφαση στο βίωμα από τους Έλληνες συγγραφείς. Αναιμική Μήτρα Βιώματος. Και ως εξαιρέσεις, μπορούν να ειδωθούν, το fiction του Βενέζη, Το Νούμερο 31328 (σε μορφή βιβλίου, 1931) και, το πρόσφατο non-fiction του Μαγκλίνη, Το μόνο της ζωής τους ταξίδι (2022) για διαφορετικούς λόγους το καθένα. (Πού απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ 2022; Σε μία Γαλλίδα που μετουσίωσε το θνητό βίωμα σε κάτι αθάνατο. Και σίγουρα, είναι άκρως ενδιαφέρουσες οι ενστάσεις που διατύπωσε ο Ηλίας Κανέλλης στα Νέα για την ίδια.) Έτσι, μήπως θα έπρεπε «κάποιος να τους κλειδώσει μέσα σε ένα μπαρ» για μια εβδομάδα; Να ρέει άφθονη μπίρα, κρασί, και ουίσκι. Και τσίπουρο. Να υπάρχει και ένα μπούτι προσούτο! Και μαύρο ψωμί! Γιατί το λέω αυτό;

Κάποτε, πριν πολλές δεκαετίες, προκάλεσαν τον Όσκαρ Ουάιλντ οι φίλοι του, να πάνε σε ένα μπαρ για μερικά ποτά. Ήθελαν να τον μεθύσουν, ήπιανε όλοι μαζί για ώρες, στο τέλος όμως, ο Συγγραφέας, τούς έβγαλε έξω πάνω στην πλάτη, σακατεμένους από το ποτό. Επίσης να συμπληρώσω, εφόσον το μπαρ είναι κάτι σαν πανίσχυρο βίωμα, πως στις 25 Σεπτέμβρη 2022, η εφημερίδα The New York Times αφιέρωσε δύο σελίδες, 14 & 15, στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ με τον τίτλο «What Hemingway Left in a Bar». Μαθαίνουμε ότι άφησε πολλά πράγματα σε κούτες, και τρία αδημοσίευτα διηγήματα. (Έχω γράψει παλιότερα, για τον ίδιο και «τον τρόπο του», στο The BooksJournal.) Πού τα άφησε είπαμε; Δεν ισχυρίζομαι ότι το ποτό είναι αναγκαίο, αλλά αυτό κάτι δείχνει. Έτσι δεν είναι; Ο Συγγραφέας, τρόπον τινά, είναι στην κόλαση. Στο μυαλό μου έρχεται επίσης ο Ουμπέρτο Έκο, που, πρέπει να ήταν μέσα σε μπαρ, πιωμένος, «στα πάνω αμπέλια» όπως λένε στην Πελοπόννησο, όταν αποφάσισε να ακολουθήσει τις οδηγίες ενός μεσαιωνικού χειρογράφου για το κολύμπι καθώς ερευνούσε για το βιβλίο Βaudolino (2000), και τελικά, παραλίγο να πνιγεί! Επιζήτησε το βίωμα του αν μπορείς να κολυμπήσεις ανάποδα. Χμμ;

Το βίωμα είναι σαν να έχεις εκατομμύρια στο πορτοφόλι σου. Και το «μακρινό» 2014, είχα αναφέρει για τους Έλληνες συγγραφείς σε μία συνομιλία που υπάρχει στο διαδίκτυο: «Να σταματήσουν να γράφουν για δέκα χρόνια και να κάνουν καμιά επίσκεψη στον Σαίξπηρ, τον Θουκυδίδη, τον Σοφοκλή και να διαβάσουν πολλά βιβλία. Θα ωφεληθούν πολύ κάνοντας παύση, τόσο οι ίδιοι όσο και οι εκδότες. […] Όλοι οι σημαντικοί συγγραφείς είχαν και βαρβάτα βιώματα: o Ντοστογιέφσκι «κατέβηκε στην κόλαση» μέσω του καζίνου, ο Χέμινγουεϊ υπήρξε πολεμικός ανταποκριτής, ο Όργουελ καθαριστής σε παρισινό εστιατόριο, ο Ζενέ μπήκε στη φυλακή, ο Γκρόσμαν στην Treblinka… Οι σημερινοί Έλληνες συγγραφείς τι βιώματα έχουν; Βιώματα γραφείου; […] Και επίσης να διαβάσουν Φρόιντ. Φαντάζομαι ειδικά τον Φρόιντ τον έχουν αφημένο για την επόμενη ζωή…». Είναι τούτη η παράγραφος καταπέλτης; Ίσως, τα λόγια τούτα, θα τα διατύπωνα σήμερα κάπως «διαφορετικά». Αλλά τότε, έτσι σκέφτηκα. Και εκλεκτικός συγγενής των άνω ονομάτων, είναι σαφώς «ο δικός μας» Νίκος Καζαντζάκης, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αντιμετωπίζοντας σημαντικό βιοποριστικό πρόβλημα, με «άδειο το θεμέλιο», το στομάχι, όπως το περιγράφει άλλωστε στο βιβλίο του Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946). (Δηλαδή, o Καζαντζάκης, βίωσε φτώχεια από το 1906 που εξέδωσε το Όφις και Κρίνος, μέχρι το 1950, που μεταφράστηκε στα αγγλικά το magnum opus του ως, Zorba the Greek.) Άρα, ίσως, πρόβλημα επικών διαστάσεων να είναι η γραφή χωρίς ισχυρότατο βίωμα, όπως πρόβλημα, είναι άλλωστε και η «μικρή γλώσσα».

Σίγουρα η ελληνική γλώσσα είναι μοναδική, αλλά, δεν είναι πολλά τα εκατομμύρια των αναγνωστών της. Αυτό είναι ένα σημαντικό εμπόδιο. Δεν υποστηρίζονται και οι μεταφράσεις όσο θα έπρεπε. Μα εδώ, δυστυχώς, ο κοινωνικός ιστός της ελληνικής κοινωνίας έχει σχεδόν καταρρεύσει. Τα νέα τρέχουν, από στυγερή δολοφονία, σε γυκαικοκτονία, σε ηδονοθηρία, σχεδόν μέρα παρά μέρα. Θλίψις. Θολοί καιροί. Μιλάμε για κατάσταση οπισθοδρόμησης μέσα στην κοινωνία. Πώς, έτσι, να μαθεύσει και να ποιεί ήθος η ελληνική λογοτεχνία;

Να εκφράσω μια άλλη παρατήρηση ως αναγνώστης; Βλέπεις την ΕΡΓΟγραφία ενός Γερμανού ή Αμερικανού συγγραφέα, και βλέπεις ένα βιβλίο κάθε 3 ή 5 χρόνια. Προσπαθείς να δεις την ΕΡΓΟγραφία ενός Έλληνα, εν ζωή, γνωστού συγγραφέα, και βλέπεις, ένα βιβλίο κάθε χρόνο και σε μερικές περιπτώσεις, και δύο βιβλία μέσα στον ίδιο χρόνο (και μία μετάφραση, και σαράντα άρθρα σε διάφορες εφημερίδες και sites). Σαν να μην πιστεύει ο συγγραφέας στο βιβλίο που μόλις εξέδωσε και αρχίζει άλλο. Χμμ; Μα δεν πρέπει να ετοιμαστεί η Μήτρα κατάλληλα για κάτι καινούργιο; Να ξεκουραστούν τα δάκτυλα, το σώμα. Πώς θα κατέβουν οι μεγάλες ιδέες; Πώς η πλοκή θα «αντιγράψει» το δίχτυ αράχνης; Μα γιατί ας πούμε, ένας Άγγλος συγγραφέας, ερευνάει για ένα μυθιστόρημα για πολλά χρόνια; Ας μην φανεί άτοπο, αν αναφέρω εδώ, ότι ο Κάρολος Δαρβίνος, χρειάστηκε 25 χρόνια από την ημέρα που άφησε τα διάσημα νησιά για να εκδόσει το, On the Origin of Species (1859). Θυμάμαι ακόμη, ότι ο Νίκος Μπακουνάκης, όταν ήταν στο Βήμα της Κυριακής, είχε διερωτηθεί για τον Dan Brown: «Μα πού χάθηκε αυτός;», επειδή για πολλά χρόνια δεν είχε βγάλει βιβλίο. Προσόν!

Είδα ότι αναφέρθηκαν επίσης, οι Αγγελόπουλος και Λάνθιμος, και το γεγονός ότι η τέχνη τους αναγνωρίστηκε στο εξωτερικό. Ναι, σπουδαία τέχνη, σε άλλο όμως χώρο και άλλο τομέα. Όπως επίσης, αναγνωρίστηκε το εμβληματικό graphic novel των: Di Donna, Δοξιάδη, Παπαδημητρίου, Παπαδάτου, Logicomix (2008). Ας μην φανεί άτοπο πάλι, αν αναφέρω εδώ, πως στο εξωτερικό διαβάζεται ευρέως ο Γιάνης Βαρουφάκης (με το ένα ν), έστω, ως κοινωνικός αναλυτής. Γνωρίζω πως ο Guardian τον παρομοίασε με έμπορο ναρκωτικών που όντας Υπουργός Οικονομικών φορούσε δερμάτινη καπαρντίνα. Όμως ο Γιάνης, έτσι, που μαγνητοφωνούσε τους πάντες χωρίς άδεια, δημιουργούσε μια περσόνα που ο κάθε συγγραφέας «έχει ανάγκη», για να πουλάει βιβλία και να διαβάζεται έξω. Η Ελλάδα τον έκανε υπουργό, και αυτός, κυνηγούσε το βίωμα, λες και είναι το αθάνατο νερό. Λες και είναι, η όμορφη κόρη της πλύστρας και του υδραυλικού! Έχει πολλές αντιπάθειες εντός των τειχών, αλλά για πολλούς φοιτητές κοινωνικών επιστημών και αναγνώστες στον υπόλοιπο κόσμο, είναι ένας Global Star.

Το πυρακτωμένο ερώτημα της «ανταλλαγής»: Γιατί δεν διαβάζουν τους Έλληνες συγγραφείς στο εξωτερικό; Σε κάποιο βαθμό, ίσως, να φταίει και η ποιότητα των βιβλίων, και εδώ εννοώ, όχι αρκετό ξαναδούλεμα, σχίσιμο, ξαναγράψιμο, όχι editors που θα κόψουν σαν χασάπηδες κομμάτια κειμένου, όχι καταλυτική κριτική εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, όχι ιδιαίτερη νοητική σύλληψη που θα μπορούσε να σταθεί στον κόσμο σαν ένας καινούργιος πνευματικός Παρθενώνας. Σύλληψη; Μα εδώ πρέπει να σταθούμε λίγο.

Μπορούν τρείς συγγραφείς, κάπως να συμβουλέψουν; Είναι άραγε η ΓΡΑΦΗ μια αναμέτρηση, μεταξύ συγγραφέων και κύριων βιβλίων τους, μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο; Μπορεί, ειδικά, αν, το βιβλίο βασίζεται σε μια εφευρετική ιδέα. «Και να είναι τέτοιο, που θα οφείλει το ενδιαφέρον του ακριβώς, στην ευρηματικότητα της βασικής του σύλληψης», όπως έγραψε ο οξύνους Κώστας Κουτσουρέλης. Ο Ουμπέρτο Έκο πρόσθεσε: «Ως μεγάλος θαυμαστής της Ποιητικής του Αριστοτέλη, πάντα πίστευα ότι, ανεξάρτητα από το τι, ένα μυθιστόρημα είναι, πρέπει επίσης―ειδικά―να διασκεδάζει και μέσα από την πλοκή του». Και όπως είπε ο Λέων Τολστόι στη σύζυγό του, Σόνια, για το έργο Anna Karenina, (σε μορφή βιβλίου, 1878) «Για να βεβαιωθείτε ότι η δουλειά σας είναι καλή, πρέπει να αγαπήσετε την κύρια, βασική της ιδέα».

Ο δρόμος είναι μακρύς, ανηφορικός και δύσβατος. Η Ελλάδα χρειάζεται καινούργιους καζαντζάκηδες και καβάφηδες. Οι οποίοι, οφείλουν, να απαγκιστρωθούν και από τα θέματα των χρόνων: 1453, 1922, 1946-49… Λοιπόν, συγγραφείς κινηθείτε γοργοκίνητα, αλλά πρέπει να μάθετε να σχίζετε τα χειρόγραφά σας. Ή τουλάχιστον, μερικά από αυτά. Όταν έχετε γράψει ένα μυθιστόρημα 500 σελίδων, που θα μπορούσε να γίνει ένα αριστουργηματικό διήγημα 8 σελίδων, πρέπει να έχετε το κρύο αίμα να το κάνετε. Αυτό έχει κάνει αρκετές φορές ο Jeffrey Eugenides.

Στη Νέα Υόρκη έχει αρχίσει να βρέχει, να νυχτώνει νωρίς, και η γραφή να είναι θνητή παρατήρηση που ίσως υψώνει «περαιτέρω» τον άνθρωπο… Ίσως γιατί, δίνει κουράγιο η σκέψη, πως ότι αξίζει να ειπωθεί, έχει ήδη ειπωθεί από τους Έλληνες στην αρχαία εποχή. ΠΡΙΝ. Όσοι γράφουν σήμερα, ακολουθούν μια θεραπεία μέσω της γραφής για να γίνουν οι ίδιοι καλύτεροι νοματαίοι, και τίποτα παραπάνω; Όχι! Μήπως οι Έλληνες συγγραφείς είναι νεκροί; Όχι! Είναι ταλαντούχοι και καλοί! Απλώς, είναι εξουθενωμένοι, ίσως πιωμένοι, ίσως παραπατάνε, ίσως ξεφυσάνε, ίσως είναι ολέθρια η θεματολογική τους παλέτα, ίσως σκέφτονται να αλλάξουν στρατηγική στη γραφή που ξεδιπλώνουν, ίσως έχουν ξεχάσει σε πιο ποτήρι κρασιού, μπίρας βρίσκονται, και αυτό είναι κάτι καλό. (Και συγγνώμη δηλαδή, μα δεν πρέπει οι συγγραφείς να είναι ταυτόχρονα όλα τα παραπάνω «ίσως»; Έτσι δεν είναι;) Η γραφή είναι οδήγηση στο άγνωστο. Μα το άγνωστο, χρειάζεται στρατηγική, και έτσι το βίωμα είναι ο αλάνθαστος οδηγός.

Η ελπίδα θα φέρει σπίθες. Τα αριστουργήματα δεν θα αργήσουν να τυπωθούν σε χαρτί. Τα βιώματα των συγγραφέων θα επιφέρουν την αλλαγή. Για να αποκομιστούν όμως, πρέπει πρώτα οι Έλληνες δημιουργοί να κατεβαίνουν στην κόλαση, όπως αναφέρθηκε και πριν, ή ό,τι άλλο μπορεί να ειδωθεί ως τέτοια, έστω και το υπόγειο ενός μπαρ που κρύβει κελάρι με γεμάτα δρύινα βαρέλια, παλιές κιτρινιασμένες εφημερίδες και δαιμονισμένους με κουσούρια που λένε ιστορίες. Δίπλα στο πανίσχυρο Βιώμα, που είναι η αρχή, δεν θα αργήσει να περπατήσει χέρι-χέρι και, η Σύλληψη. Κάποιος Έλληνας συγγραφέας, ας πάρει επιτέλους ένα σημειωματάριο, για να αρχίσει να καταγράφει πως αλλάζει ο Homo Sapiens και πως υψώνει το φρύδι του από ποτήρι σε ποτήρι. Πού ξέρεις τι θα ακούσεις; Πού ξέρεις ποιος είναι δίπλα σου και πίνει, και αξίζει να «επαινεθεί» μέσω της γραφής; Eιρήσθω εν παρόδω, και στο υπόγειο ενός μπαρ των Βρυξελλών, που φωλιάζανε σκορπιοί, το 1848, από δύο πιωμένους ξεροκέφαλους, γράφτηκε η επιδραστικότερη «ευσύνοπτη ερυθρή νουβέλα» της Ιστορίας…

Καταληκτικά, «δύστροπο συνάφι ο ελληνικός λογοτεχνικός κόσμος και μικρός σε έκταση» δήλωσε κάποτε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Μήπως, τούτη η δήλωση, παρά είναι σκληρή; Και έτσι, προς Θεού, δεν ισχυρίζομαι να «κλειδώσει κάποιος τους Έλληνες συγγραφείς μέσα σε ορυχείο», μα μέσα σε κάποιο συνοικιακό μπαρ. Αλίμονο. Στο ορυχείο βέβαια μουτζούρωσε τα χέρια του ο Καζαντζάκης και από κι πήγε στ’ αστέρια. Το Παρελθόν, πίνει, εις υγείαν, για το άδικο «Μίσος για την ελληνική λογοτεχνία» (όπως έγραψε, ο μαιτρ, Αλέξης Πανσέληνος στην παρέμβασή του #2), μα το Μέλλον αντεπιτίθεται, και πίνει, εις υγείαν, για την «Αγάπη για την ελληνική λογοτεχνία» που δεν θα αργήσει. Υπομονή… Μα το Παρόν, με μία παράφραση φωνάζει δυνατά, γροθιές σηκώνονται, σπίθες ζαλισμένες πετάγονται, πως: «the problem with the Greek Writers is that everyone is a few drinks behind».

 

*O Δημήτρης Ελέας [Dimitris Eleas] σπούδασε στο Λονδίνο και είναι αναγνώστης, συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής που ζει μόνιμα στη Νέα Υόρκη. «Eπεξεργάζεται» τα νέα του έργα, τα μυθιστορήματα/δοκιμιογραφήματα: «Όταν χάθηκε ο Σαίξπηρ 1585-1592» (για έξι+ συνεχή χρόνια) και στα αγγλικά το, «The Black Birds of Warsaw» για το συλλογικό τραύμα του Ολοκαυτώματος (για έντεκα+ συνεχή χρόνια). 

 

Προηγούμενο άρθρο100 χρόνια Ζοζέ Σαραμάγκου: Πώς οι Χαρακτήρες Έγιναν τα Αφεντικά και ο Συγγραφέας ο Μαθητευόμενός τους (μτφρ. Αλ.Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΗ θέση της νέας ελληνικής ποίησης στην παγκόσμια λογοτεχνία σήμερα (Θάνος Γώγος, Marija Dejanovic)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ