Λυπημένος Σεπτέμβριος

1
245

 

Μια ανθολογία εν προόδω του Θ. Χατζόπουλου.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

(1890-1953)

 

ΠΑΝ

 

Μες στη μουγγή και τη βαριά νταλαμεσημεριά,

που είναι οι δρόμοι έρημοι και καίει το χέρσο χώμα,

όλα ησυχάζουν πάμφωτα: πλατάνια, κυπαρίσσια,

σπίτια λευκά και η βαθιά ψυχή του ελαιώνα.

Και μόνο μέσα στο βουβό και σκονισμένο κάμπο

οχλαλοούν μονότονα κι αδιάκοπα τζιτζίκια

και μέσα στα χαμόδεντρα κουδουνισμοί ακούνται

από τ’ αργοπερπάτητα, που βόσκουνε, κατσίκια.

Τόσο η ώρα είναι βαριά, που λες πως δεν περνάει (ανω τελεία)

μ’ άξαφνα, σα να θρόησε κάποια πνοή στον κάμπο,

κάτι άγνωστο ανεξήγητο, η φύση όλη ξυπνάει:

βουίζει ο απέραντος γαλήνιος ελαιώνας,

παύουν να τσιτσιρίζουνε, σκιαγμένα τα τζιτζίκια

και σαν παρμένα εδώ κ’ εκεί σκορπάνε τα κατσίκια.

 

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

 

Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ’ άλογό του

το αχαμνό, του Θερβαντές ο ήρωας περνάει (άνω τελεία)

και νπίσω του, στο στωικό γαϊδούρι του καβάλα,

ο ιπποκόμος του ο χοντρός αγάλια ακολουθάει.

Αιώνες που ξεκίνησε κι αιώνες που διαβαίνει

με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια

και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,

πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια…

Στο πέρασμά του απ’ τους πλατιούς του κόσμου δρόμους, όσοι

τον συντυχαίνουν, για τρελό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,

τον δείχνει ο ένας του αλλουνού – κι ειρωνικά γελάνε.

Ω ποιητή! Παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί

ανθρώποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:

 

οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι Σάντσοι ακολουθάνε!

 

ΑΣΕΛΓΕΙΑ

 

Κάποτες, σ’ ένα καπελιό της γκρίζας της Αμβέρσας

–γεμάτο ναύτες που καπνόν εμάσαγαν και πίναν

και που, σε γλώσσες ξενικές μαλώνοντας, με μία

γροθιά χτηνώδη τα πιοτά τριγύρω τους εχύναν–,

είδα μια νέα Αράπισσα, γυμνή και μεθυσμένη,

μ’ ένα τριαντάφυλλο λευκό στα εβένινα μαλλιά της,

που, με τα χέρια της ψηλά, κρατώντας το λαιμό της,

εκούναγε –χορεύοντας– την άσεμνη κοιλιά της.

Και, μες στα φώτα, τους καπνούς, τα χνώτα, την κραιπάλη,

στους ναύτες που της άνοιγαν γελώντας την αγκάλη,

η Αράπισσα, χορεύοντας, σαν την οχιά εγλιστρούσε (άνω τελεία)

κι όταν σε μια όλο ίλιγγο στροφή τεντώθη χάμω,

είδα ένα ναύτη που έπεσε στο σώμα της απάνω

και που ως τρελός την κρύφια της γυμνότηα εφιλούσε.

 

Κι εκείνη, τ’ άσπρα δόντια της δείχνοντας, – εγελούσε.

 

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΔΕΚΑΤΡΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

 

Σβέλτη, γοργή και γλιστερή σαν φίδι, όλη την ώρα

που να την πιάσω τέντωνα τα χέρια, ξεγλιστρούσε

και, πάντα προκαλώντας με κι όλο ξεφεύγοντάς μου,

ευτυχισμένη, – ολόκαρδα κι ειρωνικά εγελούσε.

Μ’ απάνω στο κυνηγητό κι απάνω στο παιχνίδι,

κάθε που σμίγαν τα κορμιά και κόλλαγαν στην πάλη,

εκείνη πια δεν γέλαγεν αθώα σαν και πρώτα

κι εμένα ως κύμα ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι.

Και, μια στιγμή, που άρπαξα τη μέση της και μ’ άγρια

επιθυμία την κράτησα μέσα στην αγκαλιά μου,

σκλαβώνοντας τα πόδια της μέσα στα γόνατά μου,

την είδα που αφέθηκε γλυκά στο σφίξιμό μου,

ενώ τα μάτια εγλάρωναν και τρέμανε τα χείλη:

 

κι ένιωσα ότι μέσα της εξύπνησε το Θήλυ.

 

ΒΡΑΔΙΑ ΣΕ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

 

Βραδιάζει. Ο ήλιος έγειρε πίσω από τις κορφές

των μακρινών αρκαδικών βουνών, και στη χαράδρα,

ππου χάσκει, μαύρη άβυσσο, κάτου από τη μονή,

η εσπερινή με βουητό περνάει θαλάσσης αύρα.

Μια βιβλική απλώθηκε γαλήνη μες στη φύση:

αργοί, μακριά, κουδουνισμοί προβάτων αντηχούνε,

και στο κενό, όπου ήρεμα κι αγάλια σκοτεινιάζει,

με κύκλους μεγαλόπρεπους οι αετοί πετούνε.

Οι καλογέροι, ακίνητοι στις πόρτες των κελλιών τους,

σα μαύρα και σιωπηλά όρνεα κουρνιασμένοι,

μένουν εκεί, σε όνειρο γαλήνης βυθισμένοι,

ενώ, μακριά στη ρεματιά, ο πένθιμος χωλός

την τραγική του έκκληση σκορπάει μ’ αγωνία:

 

μα πίσω, αναπόκριτη, τη στέλνει η ερημία.

 

ΠΕΡΑΣΤΙΚΕΣ

 

Γυναίκες, που σας είδα σ’ ένα τραίνο

τη στιγμή που κινούσε γι’ αλλα μέρη (άνω τελεία)

γυναίκες, που σας είδα σ’ αλλου χέρι

με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο (άνω τελεία)

γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε

στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο

ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο

μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:

να ξέρατε με πόση νοσταλγία,

στα δειλινά τα βροχερά και κρύα

σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,

γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα

απ’ τη ζωή μου μέσα – και που τώρα

κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

 

(ΝΟΣΤΑΛΓΙΕΣ, 1920)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

(1908-1941)

 

ΖΩΗ

 

J’ai plus de souvenirs que si j’avais mille ans

Baudelaire

 

Οι άνθρωποι αργοπεθαίνουν

Και αποκοιμούνται στον ουρανό

Απ’ την πολλή ανάμνηση του χρόνου

(1933)

 

ΜΥΘΟΣ

 

Η σιωπή των ματιών ενός ανέκφραστου

Κοριτσιού (σφίγγα γεννημένη σε μια χαραυγή)

Λικνίζει τα ερείπια της αιώνιας πολιτείας

(1934)

 

ΛΑΟΥΡΑ

 

Μυημένη στα νόστιμα του ύπνου

Ήρθες και με φίλησες

 

Πες μου τη νάρκη των ματιών σου

Όταν αγκάλιασαν τη μοναξιά

Τη λυπημένη επίκληση στη σάρκα

Το σκίρτημα του κορμιού

Σαν μάδησε η ψυχή

(1936)

 

[ΘΑΡΡΩ ΠΩΣ Ο ΥΠΝΟΣ]

 

Θαρρώ πως ο ύπνος μας σκεπάζει το πρόσωπο

Και δεν μας αφήνει να βγούμε στο φως

 

Ένας ύπνος με χίλιους πειρασμούς γεμάτος μέλι

Ένα τοπίο όπου δεν πατάς τη γη

Κι ανάμεσα σε αρώματα περνάς τον έρωτα

Τον δίνεις σε άλλα χέρια και φεύγεις

Από θάμπος σε θάμπος

(1938)

 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝ’ ΤΡΕΛΟΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ

 

Ποιος είν’ τρελός από έρωτα

Ας κάνει λάκκους στην αυγή

Να πάμε εκεί να πιούμε

Τη βροχή,

Μια που εμείς σε όποια στέγη αράξουμε

Σε όποια αυλή

Ο άνεμος χαλάει τον ουρανό

Τα δέντρα

Κι η στείρα γη

Μέσα σ’ εμάς βουλιάζει

(1938)

 

[ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΗΤΑΝ ΟΝΕΙΡΟ]

 

J’ai cueilli ce brin de bruyère

G. Apollinaire

 

Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο ήτανε και τα δυό

Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια

Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα

Σαν να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα

Μού ’λεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά

Μού ’λεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου

Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της

Κάποτε απορούσα νιώθωντας την υγεία της σαν δική μου υγεία

Όταν χωρίζαμε ήταν πάντοτε νύχτα

Τ’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της

Έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της

Η καινούργια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει

Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα

Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα

Και δεν την σκεφτόμουνα πια εκείνη

(1938)

 

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ

 

Τέτοιας χαράς δεν άγγιξα το στήθος

Που να μπορώ να λέγομαι σπουδαίος

Ανάμεσα στ’ αηδόνια

Ανάμεσα στους ύπνους

Και τα καλοκαίρια

 

Τέτοιας κοπέλας

Δεν φίλησα την αβρή κορμοστασιά

 

Κι έτσι δεν ωφελούν τα παρακάλια

Τρέχουν ποτάμια

Τα δάκρυα των απογόνων

Ευχές για μας διαβάζουν

Ο άνεμος και το κύμα

 

(Πάνω από βουνά κι από λίμνες

Σε κοφτερόν αγέρα

Οι νυχτερίδες διαγράφουν τροχιές

Τα περιστατικά της ζωής μας

Που δεν γκρεμίστηκαν στο κενό)

 

Μήτε ο ήλιος μήτε η θάλασσα μας μαλώνουν

 

Άδοξα ταξιδέυουμε στον ουρανό

(1938)

 

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ

 

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φέυγουμε

Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα

Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους

Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

Και στη σκόνη του καιρού

Σημαίνει πως φοβούμαστε

Και η ζωή μάς έγινε ξένη

Ο θάνατος βραχνάς

(1938)

 

[ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΟΛΟΙ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ]

 

Κατά βάθος όλοι σκέφτονται τον τρόπο να ζήσουν ελεύθερα

Κατά βάθος ο θάνατος είναι ένας τρόπος να ζήσουμε ελεύθερα

(1939)

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΣΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ

 

Ο θάνατος απόψε δεν σου μοιάζει

Δεν σου τραβάει μια θάλασσα μπροστά του

Για να τον κυνηγήσεις μες στα σύννεφα

Με τα φτερά του γλάρου να ψηλώσεις

Να τον ακολουθήσεις όταν δύει

 

Είσαι ο αγέρας και δεν πέφτεις ποτέ

Είσαι ο βράχος που δεν κοιμάται

Και πέρασαν μυριάδες μέλισσες

Είσαι το βλέμμα που δεν παίρνει ύπνο

Και καρτεράει

Κρατώντας ξύπνιο τον ουρανό

(1939)

 

ΜΙΛΩ

 

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει

Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου

Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα

Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν

 

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω

Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω

Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου

Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

(1939)

 

ΑΛΛΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της

Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο

Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα

Τις ημέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές και τα χρώματα

Τα βράδια ξαπλώναμε κάτω απ’ τα δέντρα και τα σύννεφα

Τις νύχτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε

Είταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου

Και μονάχα ύστερα ησυχία

Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς

Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά

Από τους βράχους ώς τα βουνά μας οδηγούσε ο Γαλαξίας

Και όταν έλειπε η θάλασσα είταν κοντά ο Θεός

(1939)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

(1951)

 

ΥΠΟΤΑΓΗ

 

στην Ολυμπία

 

Θα ’ρθω κοντά σου πάλι

Σαν παιδί που το αγαπούν οι γυναίκες.

 

Είσαι το πλατύ ποτάμι.

 

Στην ερημιά σου να ’ρχονται το απόγευμα οι βοσκοί

να πλένουν τη φωνή τους.

 

(Η ΘΛΙΨΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΑΣΤΙΟΥ, 1976)

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ

 

Στον Κωστή Νικολάκη

 

Το βράδυ μαζεύεις ξύλα για το τζάκι.

 

Και το πρωί, α το πρωί,

τι πικρή που είναι η ζωή όλο με τις στάχτες.

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ

 

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.

Απογεύματα, γιορτές στο κουζινάκι

χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.

Όταν πέθανε, άφησε ένα χορταριασμένο στρατί,

ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…

Αλλάξαν οι καιροί, που λέει κι ο λαός,

πράγματα διάφορα συνέβησαν,

χαθήκαμε με τον αδελφό μου,

μάθαμε πως έφυγε και ο πατέρας…

 

Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.

Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή

που εκείνος δεν έζησε.

 

(ΟΙ ΠΥΡΟΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ, 1979)

 

ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟ 1960

 

Σε μια παραλία το 1960 καθόταν μια οικογένεια.

Η μητέρα, ο πατέρας και το παιδί.

Ήταν Ιούλιος, Κυριακή πρωί,

και έτσι που το φως του ήλιου ήταν τόσο διάφανο,

το παιδάκι σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θάλασσα

ώσπου χάθηκε.

 

Γι’ αυτό είναι που από τότε στο βάθος του ορίζοντα

επιπλέει ένα άσπρο καπελάκι με μαύρη κορδέλα

και ταξιδεύει, ταξιδεύει σαν βαρκούλα.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

 

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.

Τα μάγουλά της βαμμένα

και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.

Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι

που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει.

Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα.

Το πρόσωπό της μισό

είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.

 

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.

 

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους

την ερημιά του μάστορα.

 

(Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΠΗΜΕΝΗΣ, 1987)

 

ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΕΝ ΕΟΡΤΗ

 

Σπίτια μοντέρνα ολόλευκα σπίτια μεγάλα ωραία

πλην όμως στις εξώπορτες

άλλων γυμνά τα λάστιχα άλλων χωρίς τιμόνια

με τις κουκούλες τους στραβές το υνί τους σκουριασμένο

με τα φουγάρα ερείπια τις ρόδες βουλιαγμένες

μες στη δροσιά την όμορφη του άδεσποτου του δυόσμου

στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα των παιδικών μου χρόνων

– μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτου του δυόσμου –

στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα στην ερημιά του κόσμου.

 

(ΜΗ ΣΚΕΠΑΖΕΙΣ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, 1998)

 

ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΕΑΥΤΟΙ ΜΟΥ

 

Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν

Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,

το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν,

ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος,

ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος,

των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη,

πού πήγαν, πού χάθηκαν;

 

Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε.

 

Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αυπνία,

ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δόρμους

κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.

 

ΠΕΡΑ ΜΑΚΡΙΑ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

 

Πέρα μακριά στα σύννεφα

κάποιοι συγγενείς περνούσαν, κηδείας.

Δεν είχανε πρόσωπο, ήταν φαγωμένο

και κάπως σαν να βιάζονταν

λεωφορείο ή τραίνο να προφτάσουν

να πάνε σε άλλη πόλη.

 

Πέρα μακριά στα σύννεφα

κάποιοι συγγενείς περνούσαν, κηδείας.

Τους έβλεπα από την ταράτσα μου, χρόνια τους έβλεπα,

ώσπου με τον καιρό χάθηκαν, έφυγαν,

βράδιασε στη ζωή κι απ’ τη σελήνη τώρα πια

ένας τους μονάχα απ’ όλους που ξέμεινε

τους ψάχνει, αλυχτάει με το φαναράκι του κάθε βράδυ,

η λύπη βαριά στο στήθος τον πλακώνει

και ο πανικός τού βγάζει,

μια τρομερή φωνή θυέλλης, τού βγάζει.

 

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ

 

Εδώ τα μυριάδες θροίσματα του αέρα,

η ανεξίτητλη οσμή της πίσσας και της βενζίνης.

 

Εδώ, εδώ όλα, γερασμένα ποδήλατα, μηχανάκια,

καθρεφτάκια των πούλμαν και κεφάλες νταλικών.

 

Εδώ, εδώ όλα, τρίκυκλα κουτσά, ταξί πεταμένα

Και της βασίλισσας κότας θρόνος

Τον πίσω κάθισμα της σαπισμένης Μερτσέντες.

 

Εδώ, εδώ όλα, τρακτέρ βουλιαγμένα,

κύλινδροι οδοστρωτήρες,

εκσκαφείς της Κατερπίλαρ, της Ντόιτς, εδώ, εδώ όλα,

και μαζί τους χιλιάδες αιώνια “σ’ αγαπώ”

που ειπώθηκαν ανάμεσα σε παλισίδερα,

γαϊδουράγκαθα και κουράδες.

 

ΣΚΥΛΕ

 

Σκύλε που πας πίσω από το άλογο

και σκύλε που φυλάς το καπέλο του αφέντη.

Οδηγείς μέσ’ απ’ την πάχνη νομάδες

που αθόρυβα σε εμπιστεύονται.

Ιδού, μαζί περπατάτε,

Σας βλέπω στα βάθη της πεδιάδας ατμώδεις,

έτσι όπως πάτε να χτυπήσετε την πόρτα της μοίρας και πάλι.

Σκύλε, δείχνεις αμέριμνος,

πλήν όμως οσμίζεσαι το θάνατο και κλαις στα πηγάδια.

Σκύλε, κεφάλι κρουστό και κρανίο σε φεγγάρια σεληνιασμένο.

Είσαι αδελφός, πλήν όμως ασθμαίνεις σαν πατέρας.

Το σούρουπο απ’ το ρύγχος σου κατεβαίνει

κι απ’ τα μάτια σου σπίθες ξεφεύγουν, παλιάς πυρκαγιάς.

Στέλνεις τη φωνή σου στο υπερπέραν

και ύστερα έκθαμβός σαν ξένη κάθεσαι και την ακούς.

 

Σκύλε που τρως, σκύλε που τρως σύννεφα.

 

ΠΕΡΙΦΟΡΑ

 

Ένα νεκρό παιδάκι περιέφεραν στο φέρετρό του.

Το γύριζαν από δρομάκια με κλειστές καπναποθήκες

Με μαγαζιά “γύφτικα”, κουρεία και παλιά παντοπωλεία.

 

Ένα νεκρό παιδάκι περιέφεραν

και κανένας στον άλλονε δεν απαντούσε,

στον διπλανό του δεν μιλούσε.

Τα σπίτια λυπημένα έγερναν, σιωπηρά έγερναν,

ο άνεμος χαμηλά σαν κλέφτης, παράνομος,

στους δρόμους απέναντι, απέναντι περνούσε,

και η θάλασσα ανήσυχη,

ανήσυχη μάζευε τα μικρά της, τα κύματά της.

 

(ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, 20)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ

(1960)

 

ΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ (Β)

 

πρέπει να ’βρω ξανά

τα κομμένα απ’ τη ρίζα τους πόδια μου

σε μιαν άκρη πετώντας τα δυό δεκανικια

το χαμένο κουράγιο να βρω να βαδίσω

απαλείφοντας τύψεις πικρές κι ενοχές

 

πρέπει να ’βρω ξανά δίχως άλλο

το παιδί-αρνητή χαλασμένο χρονόμετρο

που ξεκίνησε χτες ή προχτές ή πριν χρόνια

και πριν χρόνια σταμάτησε

ή προχτές

μόλις χτες

 

στο ακόμη μετέωρο χάδι σου!

 

Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

 

μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου

έχει το ράγισμα απύθμενου βυθού

αφετηρία της την άναρθρη κραυγή

ένα παιδί κλεμμένο βάναυσα να κλαίει

παιδί νύχτα και μέρα οδοιπορώντας

στη δύσβατη της ηλικίας πέτρα

με ματωμένα πέλματα επιστρέφει

την ένθεη μνήμη φέρνοντας στο φως

 

μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου

χιόνι που χώνεψε ώς τη ρίζα μου λυγμός

παγώνει κάποτε και ξεκουφαίνει

 

(Ο ΒΥΘΟΣ ΜΟΥ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, 1986)

 

ΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ (ΣΤ)

 

η στέρηση με αποδίδει φως

στο φως του κόσμου ορυκτό αλάτι

 

αυτός που κοίταξε βαθιά

τη μοναξιά στα μα΄τια

κρατάει βλέμμα προτροπής στους επιλήσμονες

χέρια χωρίς εγκλωβισμό σε αποτυπώματα

πλατειά φτερά

να κρύβει τους χαμένους –

αυτόν που κοίταξε βαθιά

τη μοναξιά στα μάτια

 

η στέρηση τον αποδίδει φως

στο φως του κόσμου του ορυκτό αλάτι

 

γεύση στυφή στη βάναυση συνέχεια!

 

(ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΠΕΝΘΗ, 1997)

 

ΝΕΚΡΗ

 

τα σφάλματά της μέτρησα

βρήκα να περισσεύουν

 

το τελευταίο έγειρε

με πήρε από κάτου

 

το όνομά της πρόφερα

απάντηση δεν είχα

 

και το γυαλί της πίκρας μου

την έκοψε – καθρέφτης

 

ΘΕΡΟΣ

 

σκαλί σκαλί τ’ ωραίο φως

κύματα κύματα ο ιδρώτας

κ’ η παναγιά η θαλασσομίλητη

κάτι από χώμα λίγη από νερό

γυμνή πάνω στον κόκκινο το βράχο

ριγώντας πάλι στης μνήμης τον αφρό

στο αγγελόκρουσμα τ’ αυγούστου πολεμώντας

ήλιος που ζήλεψε σκιάς αναπαμό

κορμί που θέρισε ο άνεμος περνώντας

 

(Ο ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΣ, 2006)

 

ΠΙΚΡΑ

 

-μηλιές του κάτω κόσμου μη βουλιάζετε

περιβολάκι μυστικό αντίπερα στην όχτη

 

φτάνω βαρκάρης στ’ ανοιχτά κι εγώ σιγοσφυρίζοντας

 

-τι κι αν σας τσάκισε σεισμός τα μήλα να κρατάτε

γιατί ’ναι θρήνος η ομορφιά και γάργαρος ο κόσμος

 

κι η αγάπη μου περήφανη όσο δεντρί εφτά πήχες!

 

(ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ, 2010)

Προηγούμενο άρθροΦαντασιώσεις και πραγματικότητα
Επόμενο άρθροΑφωτική Ζώνη(4 ποιήματα)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Εξαιρετικά έως θαυμάσια. Ποιήματα της μοναξιάς της θλίψης, του θανάτου.
    Η απουσία πάντα επίκαιρη.

Γράψτε απάντηση στο Κουγιουμτζή Μαρία Ακύρωση απάντησης

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ