Κ. Μαρκουλάκης, «The Humans». Το οικογενειακό τραπέζι είναι ίδιο παντού (της Όλγας Σελλά)

0
512

 

της Όλγας Σελλά

 

Οικογενειακό τραπέζι. Επιβεβλημένο, βαρετό αρκετά συχνά, καταφυγή και άντληση μοναδικών αναμνήσεων οπωσδήποτε. Γύρω από ένα τέτοιο οικογενειακό τραπέζι στήνει το έργο του «The Humans» («Οι άνθρωποι») ο Στίβεν Κάραμ, που έκανε πρεμιέρα το 2016 στο Broadway. Φρέσκο, φρεσκότατο, σημερινό. Ρεαλιστικό και διεισδυτικό. Αυτό το έργο επέλεξε να μας γνωρίσει στη φετινή θεατρική σεζόν ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, και στη σκηνή του θεάτρου «Μουσούρη» έχει στηθεί μια όχι λαμπερή μεζονέτα κάπου στην Τσάινατάουν της Νέας Υόρκης, από αυτές που επιλέγουν τα νέα ζευγάρια, και επειδή τα οικονομικά τους δεν τους επιτρέπουν κάτι καλύτερο και επειδή γοητεύονται από το vintage αντίστοιχης αισθητικής και εποχής σπιτιών.

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι φτάνει η οικογένεια Μπλέικ: ο πατέρας Έρικ (Λάζαρος Γεωργακόπουλος), η μητέρα Ντίντρη (Θέμις Μπαζάκα) η μεγάλη κόρη Έιμι (Ειρήνη Μακρή) και η ανοϊκή γιαγιά της οικογένειας η Μόμο (Ξένια Καλογεροπούλου). Εκεί στήνει το νέο της σπιτικό η μικρή τους κόρη, η Μπρίτζετ (Μαρία Πετεβή) με το σύντροφό της Ρίτσαρντ (Κωνσταντίνος Ασπιώτης). Αφορμή της συνάντησης η Ημέρα των Ευχαριστιών. Το σκηνικό της Αθανασίας Σμαραγδή, λιτό και κυριολεκτικά διαπεραστικό, αφού μας παρουσιάζει μια τομή αυτής της περίεργης μεζονέτας, που ο ένας της όροφος είναι στο υπόγειο και ο άλλος στο ισόγειο, και πρέπει να κρεμαστείς σ’ ένα παράθυρο για να έχει σήμα το κινητό. Φαίνονται τα παλιά και φθαρμένα υλικά της, που μαζί με την υποτυπώδη φοιτητική επίπλωση δημιουργούν ένα σουρεαλιστικό περιβάλλον. Ένα περιβάλλον που σχεδόν ανατριχιάζει τους γονείς της Μπρίτζετ, που έχουν συνηθίσει να ζουν σε πιο ευρύχωρες περιοχές, με φως, με ήλιο, με πράσινο και χωρίς τους θορύβους της πόλης. Προσπαθούν όμως να το κρύψουν. Η μαμά Ντίντρη «μαζεύει» τον μπαμπά Έρικ, που είναι πιο εκδηλωτικός στους… αφορισμούς του. Και η Μπρίτζετ υπερασπίζεται την επιλογή της ζωής της με χιούμορ ή πρόκληση: «Η Φιλαδέλφεια είναι τόσο χάλια, που ούτε οι τρομοκράτες δεν πάνε εκεί». Α, ξέχασα να σας πω ότι είναι μια οικογένεια Ιρλανδών που κάποτε έφτασε στην Αμερική και ρίζωσε. Κουβαλάει όμως  το ιρλανδέζικο ταμπεραμέντο, που θυμίζει αρκετά το μεσογειακό.

Καλωσορίσματα, μερικά πρώτα νέα, οι απαραίτητες κριτικές από τον μπαμπά και τη μαμά, οι απαραίτητες σπόντες από τις δύο αδελφές, μια γιαγιά που δεν καταλαβαίνει τι της συμβαίνει και ένας νεαρός άντρας που έχει έναν δύσκολο ρόλο: να είναι και διακριτικός και απαραίτητος και αγαπητός. Οι κουβέντες αρχίζουν και δεν τελειώνουν και οι μισές δεν ακούγονται, αφού σε όλα τα οικογενειακά τραπέζια μιλάνε όλοι μαζί και συνεννοούνται οι μισοί. Η μαμά Ντίντρη μεταφέρει όλες τις κακές ειδήσεις από τον τόπο καταγωγής (θανάτους, ασθένειες), παρεμβαίνει στον τρόπο που η Μπρίτζετ στήνει το σπίτι της, κάνοντας την κόρη της έξω φρενών, και η Θέμις Μπαζάκα γίνεται μια απλή γυναίκα της μεσαίας τάξης της Αμερικής, που είναι θρήσκα, έχει χιούμορ, έχει κατανόηση και τρυφερότητα και με αξιοπρέπεια αποσιωπά πόσα της λείπουν πλέον, ενώ κάνει διαρκώς προσπάθειες να φαίνονται όλα «όπως πρέπει». Ο μπαμπάς Έρικ είναι άλλοτε οξύθυμος, άλλοτε τρυφερός, άλλοτε απορριπτικός, και δεν θέλει να μιλάει για τους εφιάλτες που τον κρατούν ξύπνιο τις νύχτες. Η Έιμι, η μεγάλη αδελφή, μόλις χώρισε από τη σύντροφό της και ταλαιπωρείται με διάφορα ψυχοσωματικά. Όσο για την Μπρίτζετ, που φαίνεται ότι έχει ξεφύγει από το επαρχιακό οικογενειακό πλαίσιο, έχει βρει έναν σύντροφο και στήνουν το σπίτι τους, επιβιώνει ως υπάλληλος παραπέμποντας στις ελληνικές καλένδες τα όνειρά της για άλλα σχέδια.

Μικρομεσαίοι άνθρωποι, καθημερινοί, οικείοι, σχεδόν γνωστοί μας, γιατί το έργο του Στίβεν Κάραμ είναι και αμερικανικό και οικουμενικό. Ακτινογραφεί με τέτοια δεξιοτεχνία τη ζωή τους, τους φόβους τους, την οικονομική αγωνία τους, τα όνειρά τους που πάντα κάπου σκοντάφτουν, το αδυσώπητο χιούμορ με το οποίο αντιμετωπίζουν τις αναποδιές, και την ίδια στιγμή περιγράφει  τον τρόπο ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης, που ονειρεύονται, διαψεύδονται, φροντίζουν, αγαπούν, φοβούνται, κοροϊδεύουν, σαρκάζουν, νοιάζονται, παλεύουν. Κυρίως παλεύουν. Και διαρκώς ονειρεύονται μιαν άλλη ζωή. Κι όλα αυτά γύρω από το οικογενειακό τραπέζι μιας οικογένειας κάπου στην Τσαϊνατάουν της Νέας Υόρκης, το απόγευμα μιας Ημέρας των Ευχαριστιών. Ένα απόγευμα που έχει αποκαλύψεις, εκρήξεις, κατάρρευση, αποφάσεις.

Αυτό είναι το έργο του Στίβεν Κάραμ και βραβεύτηκε με Tony Award για το καλύτερο θεατρικό έργο και ήταν και στην τελική λίστα για το βραβείο Πούλιτζερ. Ένα έργο που ο ίδιος ο δημιουργός του μετέφερε και στον κινηματογράφο, υπογράφοντας και το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Και ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης ακολούθησε και τον ρεαλισμό του και τον ρυθμό του και το χιούμορ του, μεταφέροντας ατόφιες τις αναζητήσεις και τις ευαισθησίες του και δίνοντας μία από τις πλήρεις παραστάσεις του. Μόνο προς το τέλος γίνεται υπαρξιακό, σχεδόν μεταφυσικό, όταν ο Έρικ, ο πατέρας της οικογένειας, παλεύει με τους δαίμονές του και τους εφιάλτες του, έχοντας ήδη αποκαλύψει και στις κόρες του τις ανατροπές και τα αδιέξοδα της ζωής του. Κι όλο αυτό το σύμπαν το υπηρέτησαν με απόλυτη σύμπνοια και ευστοχία οι ηθοποιοί της παράστασης: η Θέμις Μπαζάκα είναι απλώς χάρμα οφθαλμών, υποδυόμενη γήινα και πληθωρικά, αυτή την απλή όσο και δυναμική γυναίκα. Η Ξένια Καλογεροπούλου ενσάρκωσε με πληρότητα και λιτότητα τους ανθρώπους που είναι μαζί με αυτούς που δεν ξέρουν ποιοι είναι. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος διήνυσε επιτυχώς μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων και συμπεριφορών, με μόνη υπερβολική σκηνή εκείνην του τέλους, η οποία όμως ήταν λίγο κόντρα και στο έργο συνολικά. Η Μαρία Πετεβή και η Ειρήνη Μακρή έδωσαν διακριτά και στέρεα τις προσωπικότητες των δύο αδελφών και των «φυλών» της νεότερης γενιάς. Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης ήταν ο ιδανικός οικοδεσπότης, ευγενής και περιποιητικός, που γνωρίζει για πρώτη φορά την οικογένεια της καλής του και είτε δεν προλαβαίνει είτε βάζει στην άκρη τις δικές του διαθέσεις και συμπεριφορές. Ένας θίασος που λειτούργησε σαν  σύνολο, χαρίζοντας μας μία από τις πιο «χορταστικές» παραστάσεις ως τώρα γι’ αυτή τη σεζόν.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Σκηνικά: Αθανασία Σμαραγδή, Φωτισμοί: Σίμος Σαρκετζής, Ηχητικός Σχεδιασμός: Κώστας Μπόκος, Κοστούμια: Κική Γραμματικοπούλου, Βοηθός σκηνοθέτη: Τζένια Κονταράτου, Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή, Γραφιστικά & Social media: Δημήτρης Γκέλμπουρας – @forbidden.designs

 

Παίζουν:

Θέμις Μπαζάκα, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Ξένια Καλογεροπούλου, Ειρήνη Μακρή, Μαρία Πετεβή, Κωνσταντίνος Ασπιώτης.

 

Θέατρο «Μουσούρη» (Πλατεία Καρύτση). Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή στις 9μμ., Σάββατο στις 6μ.μ. και στις 9μ.μ., Κυριακή στις 7μ.μ.

 

Προηγούμενο άρθροΠέτρος Α. Μ. Τζελεπίδης: Τεχνητή νοημοσύνη – τι είναι; που πάει; τι κάνουμε; (συνέντευξη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο)
Επόμενο άρθρο15 + 1 δοκίμια για να κατανοήσουμε το σήμερα και να φανταστούμε το αύριο (του Σπύρου Κακουριώτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ