Ιστορίες για την μουσική και τον εγκέφαλο

1
866

του Δημήτρη Σωκιαλίδη.

 

 

Το να είσαι χειρούργος, να σε κτυπάει κεραυνός και αντί για πτώμα, στα 42 σου χρόνια, να γίνεσαι εξαίρετος μουσικός και πιανίστας, είναι από μόνο του μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Αλλά δεν είναι η μόνη, σε αυτό το όμορφο βιβλίο του νευρολόγου Oliver Sacks. Ο Sacks  ακολουθεί την πετυχημένη συνταγή των προηγούμενων βιβλίων του.1 Αντλεί από τις περιπτώσεις που αντιμετώπισε κατά την πολύχρονη καριέρα του, για να φωτίσει και να προβληματίσει για τα μυστήρια της λειτουργίας του μουσικού (και όχι μόνο) εγκεφάλου.

Θεωρούμε πολλές λειτουργίες του εγκεφάλου όπως την μνήμη και τις αισθήσεις ως δεδομένες. Δεν συνειδητοποιούμε ότι αποτελούν συνθέσεις πολλών διαφορετικών στοιχείων που αναλύονται πρώτα ξεχωριστά σε διαφορετικά κυκλώματα του εγκεφάλου, για να συναρμολογηθούν στην συνέχεια στην εικόνα που βλέπουμε ή την μουσική που ακούμε.

Αρχίζουμε να υποπτευόμαστε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει, όταν λόγω κάποιας δυσλειτουργίας χάσουμε ένα από τα συνθετικά της αντίστοιχης αίσθησης. Στην περίπτωση της όρασης π.χ. όταν χάσουμε από την εικόνα το χρώμα, ή την φόρμα, ή την κίνηση, ή το βάθος, ή έστω και αν όλες αυτές οι προκαταρκτικές αντιλήψεις λειτουργούν ομαλά, λόγω  κάποιου ελλείματος υψηλότερου επιπέδου, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε την εικόνα που συνθέτουν όλα αυτά (οπτική αγνωσία). Αντίστοιχα στην περίπτωση της ακοής, όταν χάσουμε από την μουσική είτε το τονικό ύψος, είτε τον ρυθμό, είτε την χροιά/ηχόχρωμα (αυτό που διαφοροποιεί π.χ. το Λα του βιολιού από το αντίστοιχο Λα του σαξόφωνου ή του πιάνου), ή παρόλο που όλα αυτά λειτουργούν καλά, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε την μελωδία που αυτά συνθέτουν.

Αυτή η μειωμένη συνείδηση/αντίληψη που έχουμε για τις εγκεφαλικές μας λειτουργίες, μας κάνει επίσης να φανταζόμαστε λανθασμένα το πόσο καλλίτεροι θα είμασταν εάν είχαμε π.χ. την απόλυτη μνήμη (να θυμόμαστε δηλαδή τα πάντα) ή το πόσο καλλίτερη μουσικοί θα είμασταν εάν είχαμε το απόλυτο αυτί (την ικανότητα να ξέρουμε χωρίς να το σκεφτούμε το ύψος της κάθε νότας που ακούμε).

Εύκολα φανταζόμαστε τα πλεονεκτήματα τέτοιων ικανοτήτων, αλλά δύσκολα αντιλαμβανόμαστε το κόστος και τα μειονεκτήματα που συνεπάγονται. Η εκπληκτική μνήμη του Σερεσέφσκι2 ήταν τόσο κατακλυσμένη από τις λεπτομέρειες των βιωμάτων του, που καθιστούσε δύσκολη την διαδικασία της αφαίρεσης και της γενίκευσης με αποτέλεσμα και ο μεταφορικός λόγος και η ποίηση να είναι πέρα από τις δυνατότητές του. Με τα ίδια του τα λόγια:

«Έχω συχνά πρόβλημα να αναγνωρίσω την φωνή κάποιου στο τηλέφωνο. Αυτό συμβαίνει επειδή τυχαίνει η φωνή αυτού του κάποιου να αλλάζει είκοσι με τριάντα φορές στην διάρκεια της ημέρας.»

Κατά αναλογία και το απόλυτο αυτί δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αυξημένη μουσικότητα ενώ μπορεί να περιορίζει την γενίκευση, δημιουργώντας δυσκολίες στην αναγνώριση μιας σύνθεσης εάν παιχτεί σε άλλη τονικότητα.

Ιστορίες λοιπόν, για την μουσική και τον εγκέφαλο, που μεταξύ άλλων αναδεικνύουν και την περίεργη σχέση γλώσσας και μουσικής και αποκαλύπτουν σχέσεις εξουσίας στον εγκέφαλο. Το απόλυτο αυτί αποκαλύπτει ένα υψηλότερο επίπεδο «ποιοτικής» αντίληψης, που είναι δύσκολο για όσους δεν το έχουμε να το φανταστούμε. Όμως υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι είναι καθολικό στην νηπιακή ηλικία και αργότερα χάνεται. Αυτή η παρατήρηση μαζί με άλλες οδήγησαν σε μία θεωρία που θέλει την ανάπτυξη της γλώσσας να απαιτεί την αναστολή του απόλυτου τονικού ύψους και της μουσικής λειτουργίας.

«Με την ανάπτυξη μιας συνθετικής γλώσσας και συντακτικών κανόνων που επιτρέπει να ειπωθεί μια απειρία πραγμάτων σε αντίθεση με τον περιορισμένο αριθμό φράσεων που επέτρεπε» η υπάρχουσα τότε μουσική πρωτογλώσσα3,  «οι εγκέφαλοι των νηπίων και των παιδιών αναπτύχθηκαν ίσως κατά ένα καινούργιο τρόπο που είχε συνέπεια, μεταξύ άλλων, την απώλεια του απόλυτου αυτιού στην πλειονότητα των ατόμων και μια έκπτωση των μουσικών ικανοτήτων»

Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία ακόμα για αυτή την θεωρία. Είναι γνωστό όμως ότι υπάρχει μία «σχετική» εξειδίκευση στις λειτουργίες των δύο πλευρών του εγκεφάλου με την ανάπτυξη των αφηρημένων και λεκτικών ικανοτήτων να συσχετίζονται με το επικρατούν αριστερό εγκεφαλικό ημισφαίριο, ενώ οι αντιληπτικές ικανότητες με το δεξιό. Είναι επίσης γνωστό ότι το αριστερό ημισφαίριο αναπτύσσεται αργότερα από το δεξιό και υπόκειται και σε θεμελιώδεις μεταβολές μετά την γέννηση.

«Καθώς λοιπόν αναπτύσσεται και αποκτά τις δικές του (βασικές εννοιολογικές και γλωσσικές) ικανότητες, αρχίζει να καταργεί ή να αναστέλλει κάποιες  από τις αντιληπτικές λειτουργίες του δεξιού ημισφαιρίου».

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου βλάβες στο αριστερό γλωσσικό ημισφαίριο οδηγούν σε άρση της αναστολής που επιβάλλει στο δεξιό ημισφαίριο, με αποτέλεσμα την ξαφνική ανάδυση ιδιοφυών κυρίως μουσικών, αλλά και άλλων ταλέντων4. Πρώιμων δηλαδή μορφών αντίληψης και νόησης με προσαρμοστική αξία κάποτε, που στη συνέχεια παραγκωνίστηκαν. Δυστυχώς οι εντυπωσιακές αναδυθείσες ικανότητες συνδυάζονται με την έκπτωση των ικανοτήτων που τις καταπίεζαν, της γλώσσας και της αφηρημένης σκέψης.

Αυτή η σχέση μουσικής και γλώσσας μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για θεραπευτικούς σκοπούς. Είναι γνωστό ότι οι πάσχοντες από τραυλισμό, αλλά και πολλοί άνθρωποι που μετά από εγκεφαλικό έχουν χάσει την ικανότητα να αρθρώσουν οποιαδήποτε ομιλία, μπορούν να τραγουδούν χωρίς πρόβλημα. Με την «θεραπεία μελωδικού επιτονισμού» οι νευρολόγοι συνδυάζουν συλλαβές λέξεων με τις νότες και την μελωδία γνωστών τραγουδιών που μπορούν οι ασθενείς να τραγουδούν και κατόπιν αφαιρούν σταδιακά τα μουσικά στοιχεία, επιτυγχάνοντας έτσι να ενεργοποιήσουν «ομόλογες» περιοχές του δεξιού ημισφαιρίου και να αναλάβουν την χαμένη λειτουργία του αριστερού.

Όπως όλες οι αισθήσεις έτσι και η ακοή, πέραν των προσαγωγών συνδέσεων που φέρνουν την πληροφορία από το περιβάλλον έξω εσωτερικά προς τον φλοιό, έχει και απαγωγές συνδέσεις που δίνουν την δυνατότητα στον φλοιό να επηρεάσει εσωτερικά την αίσθηση της ακοής ανεξάρτητα από το τι γίνεται στο εξωτερικό περιβάλλον και εκτός του ελέγχου της γνωστικής διαδικασίας (ασυνείδητα)  Έτσι μπορούν να προκύψουν «μουσικές ψευδαισθήσεις» (να ακούμε δηλαδή κάποια μουσική που δεν προέρχεται απέξω, αλλά την δημιουργεί ο εγκέφαλος μας) και «ωτοσκώληκες» (η γνωστή σε όλους μας ψυχαναγκαστική επανάληψη ξανά και ξανά στο μυαλό μας, μέρους μιας μελωδίας ή ενός τραγουδιού).

«Το γεγονός ότι στον ανθρώπινο εγκέφαλο δεν υπάρχει ένα μοναδικό «μουσικό κέντρο» αλλά μια δωδεκάδα από δίκτυα διασκορπισμένα στον εγκέφαλο» συνδέει την μουσική με πολλές από τις ασυνείδητες λειτουργίες του εγκεφάλου, όπως την διαδικαστική μνήμη και μεγάλο μέρος της συναισθηματικής μνήμης.

Στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής, παρόλο που δεν συγκρατούνται συνειδητές αναμνήσεις (η κατά Φρόϋντ «παιδική αμνησία»), διαμορφώνονται και αποτυπώνονται βαθιές ασυνείδητες συναισθηματικές αναμνήσεις στο μεταιχμιακό (συναισθηματικό) σύστημα του εγκεφάλου. Ααυτές οι συναισθηματικές αναμνήσεις μπορούν να καθορίσουν την συμπεριφορά του ατόμου για ολόκληρη την ζωή του.  Αμνησιακοί ασθενείς μπορούν να κάνουν μεταβίβαση στον ψυχαναλυτή τους έστω και εάν δεν θυμούνται τον ψυχαναλυτή τους ή τις  προηγούμενες συνεδρίες τους!

Κατά την εκμάθηση ενός κομματιού, ενεργοποιούνται πολλές περιοχές του εγκεφάλου. Από την στιγμή όμως που έχει συντελεστεί η μάθηση του κομματιού από τον ερμηνευτή, και έχει ενσωματωθεί στην διαδικαστική μνήμη του, τότε μπορεί να ερμηνευτεί ή να «παίζει μόνο του» χωρίς εσκεμμένη προσπάθεια ή συνειδητή σκέψη.

Αυτή η ασυνείδητη διαδικαστική διάσταση της μουσικής την καθιστά ικανή να ενεργοποιεί την ομαλή κίνηση σε χρόνια παγωμένους παρκινσονικούς και να αναδεικνύει το συναισθηματικό υπόβαθρο κάτω από την πλήρως κατεστραμμένη προσωπικότητα ανοϊκών από Άλτσχαϊμερ ή άλλες παθήσεις.

Υπάρχει και η συλλογική και κοινοτική διάσταση της μουσικής και του ρυθμού. Από τους χορούς γύρω από τις πρώτες φωτιές πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι τις μοντέρνες συναυλίες, ο ρυθμός της μουσικής καθοδηγεί και συντονίζει τους ανθρώπους και μεταδίδει έναν συλλογικό ενθουσιασμό. Νευρώνες που πάλλονται ταυτόχρονα συνδέονται μεταξύ τους (Neurons that fire together, wire together). Με αυτή την συγχρονισμένη εκφόρτιση των νευρικών κυττάρων σε διάφορα μέρη του εγκεφάλου επιτυγχάνεται π.χ. η σύνδεση της όψης, του ήχου, της μυρωδιάς και των συναισθημάτων που γεννιόνται από την συνάντηση με μία λεοπάρδαλη. Με τον ίδιο τρόπο και ο ρυθμός της μουσικής συνδέει μεταξύ τους τα ατομικά νευρικά συστήματα μιας ανθρώπινης κοινότητας σε ένα «πάντρεμα», μια «νευρογαμία» που μπορεί να σας παρασύρει στον ρυθμό, το πάθος και την έκσταση, κάτω από την μύτη μιας γνωστικής διαδικασίας που προσπαθεί να προσδώσει νόημα.

 

Ο Oliver Saks είναι καθηγητής νευρολογίας και ψυχιατρικής στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κολούμπια.

 

  1. 1.     «Ξυπνήματα», «Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο», «βλέποντας φωνές», «Ένας ανθρωπολόγος στον Άρη» κ.α.
  2. 2.     Ρώσος δημοσιογράφος με εκπληκτική μνήμη που μελετήθηκε από τον Α. Luria. «Μνήμη» Squire,Kandel σελ.100.
  3. 3.     Συνδυασμός πρωτομουσικής-πρωτογλώσσας με το όνομα “Hmmm” (¨holisticmimeticmusicalmultimodal¨, ολιστική-μιμητική-μουσική-πολύτροπη).
  4. 4.     Αρχικά ονομάζονταν «ιδιοφυείς ηλίθιοι» και αργότερα «μουσικοί σοφοί» (musical savants).

 

ΜΟΥSΙΚΟΦΙΛΙΑ

Oliver Sacks

Εκδόσεις Αγρα,  2011

Μετάφραση- Κώστας Πόταγας,  Άννυ Σπυράκου

 

Προηγούμενο άρθροΜυστικά Μαθηματικά στους Simpsons
Επόμενο άρθροΈνα κλασικό έργο στο οποίο δεν συμβαίνει τίποτα

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here