Ιστορία και μυθοπλασία (της Έρης Σταυροπούλου)

0
1237

της Έρης Σταυροπούλου  (*)

 

 Yπάρχει μυθιστόρημα που δεν έχει σχέση με την ιστορία; Με την προϋπόθεση ότι αντιλαμβανόμαστε την έννοια της ιστορίας με ευρύτητα και όχι ως διαδοχή π.χ. πολέμων και ηγεμόνων, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική, είτε έχουμε να κρίνουμε μυθιστορήματα στα οποία ο χρόνος της υπόθεσης δηλώνεται καθαρά, είτε όχι. Πρώτα απ’ όλα κάθε δημιουργός στηρίζεται στη δεδομένη ιστορική στιγμή που γράφει, για να την περιγράψει, ρεαλιστικά ή όχι, ή για να την υπερβεί, γυρίζοντας στο παρελθόν ή στρεφόμενος σε ένα μέλλον που μπορεί να φανταστεί μόνο με βάση το δικό του παρόν. Tο ζήτημα είναι ότι άλλα μυθιστορήματα αποκαλύπτουν αυτή τη σχέση με το χρόνο, ενώ άλλα κινούνται σε μια τεχνητά απροσδιόριστη εποχή.

Θα έλεγα ότι ο ιστορικός χρόνος στο μυθιστόρημα εγγράφεται με δύο κυρίως τρόπους: ως το παρόν του δημιουργού, ως μαρτυρία δηλαδή του ατομικού βιώματος, που, όταν σχετίζεται με μια σημαντική ιστορική ώρα, αποκτά κατόπιν ιστορική σημασία, και ως παρελθόν, που κατακτάται και περιγράφεται με τη βοήθεια της μελέτης και της φαντασίας.

Ο γιατρός Ευάγγελος Μαυρουδής, παρουσιάστηκε το 2010 με ένα πλούσιο ιστορικό μυθιστόρημα, τη γνωστή τριλογία Επιστροφή στη Σμύρνη (επιμέρους τίτλοι: Α΄, Η θάλασσά μας, Β΄ Ένωση και Πρόοδος και Γ΄ Φως εξ Ανατολών, ο τελευταίος τόμος εκδόθηκε το 2011). Αναμφισβήτητα το βιβλίο, που γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία, θα ξαναγίνει επίκαιρο τον επόμενο χρόνο, καθώς θα έρθει στο προσκήνιο η θλιβερή επέτειος της Καταστροφής του 1922. Ακολούθησαν τα βιβλία: το 2013, Ο χρόνος με τη Ρόζι, μυθιστόρημα με βιωματικά στοιχεία, και το 2016, και σε συνεργασία με τον Κώστα Κουτσομύτη, Το κόκκινο ταγκό. Νίκος Ζαχαριάδης, η άνοδος και η πτώση ενός ηγέτη. Τέλος, πολύ πρόσφατα, το 2020, ένα ακόμη πολυσέλιδο μυθιστόρημα με τίτλο Το ταξίδι. Κύπρος 1948. Η αρχή της Οδύσσειας. Ακόμη λοιπόν και οι τίτλοι των βιβλίων του Μαυρουδή φανερώνουν τη συστηματική ενασχόλησή του με το ιστορικό μυθιστόρημα.

Είναι γεγονός ότι μετά τη γενιά του Τριάντα που καλλιέργησε το είδος αυτό, φαινόταν να έχει παραμεριστεί με την παραγωγή των πρώτων μεταπολεμικών πεζογράφων, που κατέθεσαν και υπερασπίστηκαν την εμπειρία της εποχής τους. Όμως, στην πεζογραφία μετά την Μεταπολίτευση και ιδιαίτερα στον 21ο αιώνα, πυκνώνουν σταθερά στη χώρα μας τα έργα ιστορικής μυθοπλασίας, παρακολουθώντας μια ευρύτερη, διεθνή θα έλεγα, τάση. Αυτό το επιβεβαιώνουν δύο πρόσφατα βιβλία: του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, (Πόλις 2018) και της Ελισάβετ Κοτζιά το Ελληνική Πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά (Πόλις 2020), που αφιερώνουν μεγάλο μέρος τους στην επιστροφή και τις νέες μορφές αυτού του γνωστού και θελκτικού στους αναγνώστες είδους. Σύμφωνα και με τις διαπιστώσεις των δύο μελετητών, μπορούμε να αποδώσουμε τη στροφή του ενδιαφέροντος των μυθιστοριογράφων και αντίστοιχα τη θετική υποδοχή του αναγνωστικού κοινού στο ιστορικό μυθιστόρημα κυρίως σε ιστορικά αίτια: στην ταραγμένη περίοδο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και των όσων ακολούθησαν στη χώρα μας και στην ανάγκη διερεύνησης, προβολής, αναθεώρησης και κριτικής θεώρησης της μιας ή της άλλης θέσης, προθέσεις που συχνά έπρεπε να συμπεριλάβουν και προηγούμενα γεγονότα αυτού του τόσο ταραγμένου 20ού αιώνα. Επιπλέον μέσα στο σύγχρονο διεθνοποιημένο περιβάλλον η αναθεώρηση των γραμμικών και καθιερωμένων σχέσεων με τον Άλλο, εχθρό ή και σύμμαχο, επέβαλλε μια νέα ματιά απέναντι στους ξένους, που τελικά μπορούσε να οδηγήσει στην βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας. Το ζήτημα της ταυτότητας, η τοπική μικροϊστορία, η διερεύνηση του οικογενειακού παρελθόντος με αφετηρία το παρόν, το ενδιαφέρον για τοπικές, εθνικές ή θρησκευτικές κοινότητες, ακόμη και ο τρόπος γραφής ενός ιστορικού έργου μέσα από αρχειακή έρευνα, συνεντεύξεις κ.λπ. αποτέλεσαν θέματα του σύγχρονου ιστορικού μυθιστορήματος.

Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο, πως διαμορφώνεται η συγγραφική ταυτότητα του Μαυρουδή, με άλλα λόγια πώς συνδυάζει τα ιστορικά στοιχεία και τη μυθιστορηματική γραφή; Το χρονικό διάστημα που τον ενδιαφέρει συγγραφικά είναι ο 20ός αιώνας, αν και στην τριλογία του Επιστροφή στη Σμύρνη ξεκινά από τα τέλη του 19ου. Στο Ταξίδι, όπως και στην τριλογία, ο μίτος της αφήγησης είναι ουσιαστικά η αναζήτηση της ταυτότητας ενός ήρωα και η προσπάθεια για αυτογνωσία. Στην Επιστροφή στη Σμύρνη, ο Πάρης, τελευταίος απόγονος της οικογένειας Πηλείδη αναζητά τα πραγματικά γεγονότα της καταγωγής του. Στο Ταξίδι ο ανώνυμος αυτοδιηγητικός αφηγητής του μεγαλύτερου μέρους του έργου είναι Ισραηλινός δημοσιογράφος που έρχεται το 1977 στην Κύπρο για να καλύψει την κηδεία του Μακάριου, στην πραγματικότητα όμως για να βρει τον αληθινό του πατέρα, μιας και η μητέρα του, ελληνοεβραία, διάσημη τραγουδίστρια της όπερας, αρνείται κατηγορηματικά να αναφερθεί στο θέμα. Η έρευνά του και οι αφηγήσεις των προσώπων που συναντά ζωντανεύουν τον κόσμο της Κύπρου, ενιαίας το 1948 και διαιρεμένης τριάντα σχεδόν χρόνια αργότερα, μετά την εισβολή του 1974.

Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό των βιβλίων του είναι η παρουσία πολλών ιστορικών προσώπων, στοιχείο βέβαια εκ των ων ουκ άνευ για να χαρακτηριστεί ένα μυθιστόρημα ιστορικό. Στην τριλογία οι μορφές αυτές έχουν δευτερεύοντα ρόλο. Στο Ταξίδι όμως δύο από τα πολλά ιστορικά πρόσωπα, ο Φιφής Ιωάννου (1914-1988), ελληνοκύπριος δημοσιογράφος και γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ (1945-1949) και ο Ανδρέας Ζιαρτίδης (1919-1997), ελληνοκύπριος πολιτικός και συνδικαλιστής, ανήκουν στους πρωταγωνιστές, όχι μόνο για την αποφασιστικής σημασίας εμπλοκή τους στη ζωή των πλασματικών πρωταγωνιστών, αλλά και γιατί οι δικές τους περιπέτειες, που είναι αυθεντικά ιστορικά γεγονότα, εντάσσονται μέσα στον κόσμο του έργου. Για την ακρίβεια, ο Μαυρουδής σε συνέντευξή του είπε ότι έναυσμα για το βιβλίο του ήταν η πληροφορία για το ταξίδι αυτών των δύο απεσταλμένων του ΑΚΕΛ στα ελληνικά βουνά για να συναντήσουν τον Νίκο Ζαχαριάδη. [1] Πράγματι το μέρος αυτό του μυθιστορήματος, έχει μια αυτοτέλεια και δίνεται με εξαιρετική ζωντάνια, που συνεπαίρνει τον αναγνώστη, πέρα από το ίδιο το γεγονός που σηματοδοτεί ένα κομβικό σημείο αλλαγής στην πολιτική πορεία του ΑΚΕΛ με γεγονότα που δεν είναι εδώ ο χώρος να συζητηθούν. Ας μην προτρέξουμε όμως να πούμε ότι αυτό το ταξίδι δίνει τον τίτλο στο μυθιστόρημα, γιατί στις σελίδες του διασταυρώνονται με τρόπο γοητευτικό, πολλά ταξίδια, των Εβραίων προς το Ισραήλ, του νεαρού αφηγητή στην Κύπρο, του ίδιου και μαζί άλλων ηρώων το ταξίδι προς την αυτογνωσία, ταξίδια – Οδύσσειες που άλλοτε ολοκληρώνονται άλλοτε μένουν ημιτελή και πικρά.

Ένα ακόμη κοινό στοιχείο είναι ότι στα έργα του Μαυρουδή παρουσιάζονται σε έκταση μαζί με τους Έλληνες ήρωες και οι Άλλοι, είτε πρόκειται για πλασματικές ή για ιστορικές μορφές. Στο Ταξίδι συμμετέχουν ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Ραούφ Ντεκτάς, ο γιος του Ραΐφ, ο Τουρκοκύπριος γιατρός Μεχμέτ Αζίζ και οι δύο του κόρες, όλα σημαίνοντα πρόσωπα της τουρκοκυπριακής κοινότητας, καθώς και Άγγλοι, όπως ο λόρδος Ουίνστερ, κυβερνήτης της Κύπρου, ο Ρόναλντ Τάρνμπουλ αποικιακός γραμματέας και ο Έντουαρντ Τζάκσον αρχιδικαστής Κύπρου. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς πόση μελέτη και πόση προσοχή χρειάζεται για να αποδοθούν τα αιχμηρά ζητήματα της σύγχρονης Ελληνικής και Κυπριακής ιστορίας με τα οποία καταπιάνεται ο συγγραφέας. Ο ίδιος έχει φροντίσει να μας δώσει όλες τις πηγές, βιβλία ιστορικά, αυτοβιογραφίες, μαρτυρίες, συνεντεύξεις, προσωπικές καταγραφές της τεράστιας, λεπτομερέστατης και πολύχρονης έρευνάς του, πάνω στις οποίες στηρίζεται η γνώση του ακόμη και για τα πιο απλά πράγματα, όπως η προτίμηση ενός φαγητού ή ο καιρός μιας συγκεκριμένης μέρας.

Είναι προφανές ότι ο Μαυρουδής είναι μακροχρόνια γοητευμένος με τα «ταξίδια» σε παλιότερες εποχές και τις «συναντήσεις» με πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο σε αυτές, αλλά και με την προσπάθεια πιστής, λεπτομερειακής αναβίωσης του παρελθόντος, γιατί πιστεύει ότι εκεί μπορούμε να βρούμε την αλήθεια και για τη δική μας εποχή. [2] Αυτή η προσπάθεια τον οδηγεί να ρίχνει το βάρος στην αφήγηση και όχι στον διάλογο στα μυθιστορήματά του. Για μένα πάντως ήταν πολύ συγκινητική και συνάμα ενδεικτική για το «ιστορικό πάθος» του συγγραφέα η προσθήκη των ημερομηνιών ζωής και θανάτου ακόμη και στα φανταστικά του πρόσωπα στον κατάλογο μυθιστορηματικών χαρακτήρων, όπως ακριβώς κάνει στον κατάλογο ιστορικών προσώπων. Με τον τρόπο αυτό πρόσωπα που συναντά ο αναγνώστης σε λίγες σελίδες συνεχίζουν τη ζωή τους, έξω από το βιβλίο αλλά μέσα στον ιστορικό χρόνο, όπως για παράδειγμα η Ρουμάνα χωρική και οικιακή βοηθός Μαρίνα, που παρουσιάζεται να πεθαίνει το 1987, τα τελευταία πολύ σκληρά χρόνια της δικτατορίας του Τσαουσέσκου. Το στοιχείο αυτό βέβαια λειτουργεί όχι μόνο προς την κατεύθυνση της ιστορικής στήριξης του φανταστικού αλλά και προς εκείνη της μυθοποίησης του πραγματικού.

Το αγωνιώδες ερώτημα του νεαρού μυθιστορηματικού χαρακτήρα και αφηγητή για την καταγωγή του απαντιέται στο τέλος αυτού του πολυσέλιδου βιβλίου με ένα σημείωμα που η μητέρα του, πλασματικό πρόσωπο στην ιστορία, δίνει σε ένα ιστορικό πρόσωπο, τον Φιφή Ιωάννου, που με τη σειρά του τριάντα περίπου χρόνια αργότερα το δίνει στον αφηγητή. Με αυτή λοιπόν τη μυθιστορηματική παράδοση και παραλαβή ενός πρόχειρου μυθιστορηματικού σημειώματος, γραμμένου όμως στο δελτίο παραγγελίας ενός πραγματικού εστιατορίου της Λευκωσίας, εικονογραφείται με έντονα χρώματα η αξεδιάλυτη σχέση ιστορίας και μυθοπλασίας ή αν θέλετε πραγματικότητας και φαντασίας.

Σε Σημείωμά του στο τέλος του μυθιστορήματος ο Μαυρουδής υποστηρίζει ότι το ιστορικό μυθιστόρημα «δεν εκμεταλλεύεται την Ιστορία ούτε τα αισθήματα των ανθρώπων όταν υπηρετεί σωστά και τα δύο», προσθέτοντας ότι «τα συμπεράσματα θα βγουν από τον αναγνώστη», μιας και «ο συγγραφέας δεν είναι δικαστής». [3] Θα ανοίγαμε μια μεγάλη και ανώφελη συζήτηση αν θεωρούσαμε τα λόγια αυτά ως αφορμή για να μιλήσουμε για αντικειμενικότητα και αμεροληψία στη λογοτεχνία.

Έτσι κι αλλιώς άλλα προσφέρει η λογοτεχνία: «Δεν υπάρχει γνώση βαθύτερη, αληθινότερη και στερεότερη για τους ανθρώπους, για τη ζωή και την ιστορία, από αυτήν που βγάζει με τους δικούς της τρόπους η τέχνη», υποστηρίζει ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, όπως και άλλοι συγγραφείς. [4] Ας προσθέσουμε και την ενδιαφέρουσα διάσταση που δίνει ο Ιταλός συγγραφέας Αντόνιο Ταμπούκι: «Ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να φυτρώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν, να χώνει τη μύτη της παντού. Εκεί όπου αρχίζουν οι παραλείψεις και τα καλά κρυμμένα μυστικά που οι ιστορικοί αφήνουν έξω από την ιστορία.»[5]

Το ενδιαφέρον λοιπόν, της φράσης του Μαυρουδή βρίσκεται στο ότι αποκαλύπτει τον τρόπο της γραφής του, το ότι δηλαδή επιδιώκει να τοποθετήσει μπροστά στα μάτια μας όλα τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει, δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα-ανοικτό αρχείο μαρτυριών και αφήνοντας τον αναγνώστη να εναλλάσσει ρόλους δικαστή, ένορκου ή απλού ακροατή μιας δίκης που αναζητά την αλήθεια.

 

(*) Η Έρη Σταυροπούλου είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ

 

[1] «Ευάγγελος Μαυρουδής: Το ταξίδι δύο Κύπριων απεσταλμένων στα ελληνικά βουνά», Φilenews  23.12.2020

https://www.philenews.com/politismos/prosopa/article/1083819

[2] όπου και στη σημ. 1.

[3] Ευάγγελος Μαυρουδής, Το ταξίδι. Κύπρος 1948 – Η αρχή της Οδύσσειας. Εκδ. Κέδρος, 2020, σ. 560.

[4] Μ. Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Τομ. Β΄. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 22000, σ. 890.

[5] Αντόνιο Ταμπούκι, «Μόνο το ατελές μας συγκινεί», Συνέντευξη με την Αστερόπη Λαζαρίδου, εφ. Το Βήμα, 27.7.2008.

Ευάγγελος Μαυρουδής, Το ταξίδι. Κύπρος 1948 – Η αρχή της Οδύσσειας. Εκδ. Κέδρος, 2020

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΡέκβιεμ για Μια και για Όλες τις Δημοκρατίες (της Δέσποινας Παπαστάθη)
Επόμενο άρθροΟ συγγραφέας, τα ψευδώνυμα κι οι φίλοι του (του Φίλιππου Φιλίππου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here