Ήσυχη ζωή

2
208

Της Μάνιας Διαμαντή.

Το  περίεργο πάνω της  όταν την είδα για πρώτη φορά  είχε να κάνει με την φωνή της, μια φωνή ίσια κι επίπεδη χωρίς κυματισμούς.

Χείλια   βελούδινα, δόντια μαργαριτάρια, αλλά  εκείνο το  καλογραμμένο  στόμα ήταν ελκυστικό μόνο   όσο έμενε κλειστό κι ο λόγος  απλός: οι ήχοι που έβγαιναν από μέσα του  καθώς   μιλούσε, τραγουδούσε ή έκλαιγε  δεν είχαν καμιά απολύτως ζωή.

Παγωμένο  γκρι, το  γκρίζο του  άδειου υπόγειου, αυτό το   αποτύπωμα  άφηνε    η σκοτεινή  φωνή της Ζωής. Ακόμη  κι όταν  θυμωμένη  μασουλούσε  νευρικά μια  ανύπαρκτη τσίχλα ή έτριβε   ώρα με τα δάχτυλα    τα φρύδια της μουρμουρίζοντας    «άσε με  ήσυχη, άσε με ήσυχη». Ακόμη κι όταν αργά τη νύχτα ένας   κρότος ή   ανεξήγητα βήματα  στον κήπο   την είχαν τρομάξει  και  κουβαράκι στην αγκαλιά μου αναρωτιόταν: τι   τρέχει, τι  τρέχει  πάλι;

Τι  τρέχει, τι τρέχει πάλι. Κι αν δεν είχα  προσπαθήσει να   λιώσει ο πάγος από εκείνο το στόμα που ήταν πάντα χιονισμένο! Έτσι από καθαρή περιέργεια, σαν πείραμα ας πούμε.  Ως και ψόφιο ποντικό  κουβάλησα,   μπάζοντας   σπίτι  τον γάτο της γειτονιάς  που  είχε βουτήξει  από το λαιμό  έναν αρουραίο. Το αποτέλεσμα; Ένα «σιχαμένε, αχ σιχαμένε». Αυτό είχε βρει  να πει όλο κι όλο η Ζωή  σε μία νότα μόνο, σι μπεμολ, χωρίς να παρεκκλίνει ούτε προς  στο ντο  που είναι κολλητά στην κλίμακα, συνεχίζοντας το ίδιο άδεια και πεθαμένα  να μου εξιστορεί το πρωινό της:  για τα φασολάκια   που ήταν γεμάτα ίνες και είχαν πάρει ώρες  να ψηθούν, για το πλυντήριο που χάλασε κι είχαν κλειδωθεί τα ρούχα στον κάδο και   διάφορα  άλλα  τα οποία  δεν θυμάμαι  γιατί στο μεταξύ με είχε πάρει  ο ύπνος. Ένας ύπνος   με  άχρωμα όνειρα  αλλά ήρεμος και  τόσο όμορφος που όταν ξύπνησα αναρωτήθηκα  μήπως  ο κόσμος   ήταν πιο ωραίος αν δεν υπήρχε όλη αυτή η γκάμα χρωμάτων .

Έτσι λοιπόν   ήταν η Ζωή, ή μάλλον έτσι  ήταν η φωνή της Ζωής και τώρα που το αναλύω,  η ησυχία  που απέπνεε μπορεί να ήταν κι ένας από τους   λόγους που την αγάπησα. Αν προσθέσουμε  και μερικούς άλλους  όπως ας πούμε ότι  ήταν  υπάκουη .

Αχ το μικρό το κοριτσάκι μου, πώς  ασάλευτη στον  καναπέ έτρωγε  τα νύχια της όποτε   με  πιάνανε τα νεύρα μου και κλωτσούσα τα έπιπλα  αν  είχα  βρει ανακατεμένες  τις παρτιτούρες μου!

Όχι προς Θεού, παράπονο δεν είχα.  Και φρόνιμη ήτανε χωρίς  σούρτα -φέρτα με φιλενάδες   και  καλή νοικοκυρά ήτανε.  Grande, όπως λέμε εμείς στην οικογένειά μας Πολύ βασικό για μένα που είμαι της τάξης και του προγράμματος. Ενός προγράμματος που η Ζωή είχε δεχτεί να τηρεί κατά γράμμα διότι είχε καταλάβει   ότι   προδιαγραφές  και κανόνες  κάνουν τα πράγματα  ευκολότερα.

Ήσυχες οι μέρες μας, σταθερές, σαν τεθλασμένες γραμμές   με  προδιαγεγραμμένα τα ζικ-ζακ τους  σε χώρο και  χρόνο. Σπίτι – δουλειά -σπίτι, τρεις ώρες    Σοπέν και   etudes  και μετά  Ζωή. Η Ζωίτσα μου που τα είχε όλα στην εντέλεια. Το  λουτρό απαστράπτον  για το  μπάνιο μου, το κολλαριστό τραπεζομάντιλο στο τραπέζι με τα πιάτα πέντε πόντους εκατέρωθεν της  μεσαίας τσάκισης όπως μου άρεσε, τα καλομαγειρεμένα της  τα φαγητά. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα σουτζουκάκια της. Μαγεία, ίδια με της  μητέρας.

Μια φορά μόνο, στα δυο παρά κάτι  χρόνια που ζήσαμε μαζί,  της έπεσε    λίγο παραπάνω κύμινο   κι η αλήθεια είναι ότι παρεκτράπηκα ελαφρώς  γιατί  νευρίασα κι έριξα   κι  άλλη  μια χούφτα   στο πιάτο  της    που φυσικά  το  άδειασε διότι με τέτοια κρίση κι όταν ο κόσμος  πεινάει  είναι  αμαρτία να πετάμε  πράγματα.

Μετά βέβαια το μετάνιωσα. Τι μέρα κι εκείνη ή  μάλλον τι νύχτα. Γιατί είπα να διορθώσω την αδικία με έρωτα.  Η πράξη τελέστηκε   δυο  φορές και σε διαφορετικές στάσεις  σύμφωνα με το  site   «ηδονή και προστασία του προστάτη». Την τρίτη όμως που την γονάτισα και στάθηκα όρθιος μπρος στο αχνιστό   στοματάκι της  και  με κοίταξε με κάτι θολά ματάκια που λέγανε αχ όχι πάλι  αποφάσισα  να κοιμηθούμε και να αφήσω  το  τελευταίο το δώρο μου   για την επομένη το πρωί.  Και από τότε το περιέλαβα κι αυτό   στο πρόγραμμα μας.

Μετά το ξυπνητήρι και πριν τον καφέ,  το ζεστό κεφαλάκι της  Ζωζώς στην κοιλιά μου, ένα γενναίο άδειασμα  των αδένων  και   ιδού   πόσο απλό είναι να  ξεκινάς  ωραία τη μέρα σου.

Μέρες ήσυχες, μέρες  αξέχαστες και μάλιστα εν μέσω  κρίσης. Τελικά ήμουν   τυχερός. Για  το σπίτι  στην Κηφισιά χάρη στον  Μηνά  τον αγαπημένο  μου ξάδερφο που δεν φυλάχτηκε ο χαζός   κι έφυγε  από καρκίνο στα σαράντα του, την  δουλειά  στο Ωδείο, την Ζωή μου την αθόρυβη.

Την  Ζωζώ μου  που την είχανε πωλήτρια του κλότσου και του μπάτσου στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Με πτυχίο Διοίκησης Επιχειρήσεων και Proficiency και μάλιστα του Βρετανικού. Να ξεροσταλιάζει μέρα νύχτα το μπουμπούκι μου  μπρος σε ένα ταμείο με πρησμένα τα δαχτυλάκια της από το χτύπα μηχανή – ξεδίπλωνε σακούλες και να τρέμει να πάει ακόμη και για κατούρημα μην  την κακοχαρακτηρίσει ο επόπτης.  Που τελικά την κακοχαρακτήρισε όταν   την έπιασε να έχει ανοίξει ένα σακουλάκι  τσιπς. Και την απέλυσε ο  παλιάνθρωπος  λέγοντας πως ως overqualified  θα βρει  εύκολα  δουλειά. Η Ζωζώ μου βέβαια μπορεί δουλειά να μην βρήκε αλλά είχε την τύχη να βρει  εμένα. Μια μέρα που την είδα  να  κλαίει σιωπηλά στο  αλσάκι απέναντι απ’ το σπίτι μου.  Το παγκάκι  μουλιασμένο από τα δάκρυα, το ίδιο κι η μπλούζα της με τα τριανταφυλλάκια.    Ακόμη  θυμάμαι   εκείνους τους σμαραγδί   κάλυκες  πώς είχαν  οι άτιμοι   στεφανώσει τα δυο ανασηκωμένα  μπιμπικάκια- στηθάκια   που τραντάζονταν παλμικά  από τα αναφιλητά της.

Στονησίπίσωδενγυρνάω, το πονεμένο μου μωρό είχε γείρει  στον ώμο μου,  το κλάμα της  επίπεδο σαν  λειασμένο  μάρμαρο, το ίδιο και η φωνή της μετά που μου εξιστορούσε τα πάθη της ξύνοντας με χάρη τον σκονισμένο της αστράγαλο: δενέχωκανένα, σι μπεμολ αυτή, έεεεχειςεμεεεένα  ακατέργαστες  νότες εγώ, αυτό  επαναλήφθηκε άλλες δυο φορές  στο ίδιο παγκάκι και μετά την έπεισα να    μετακομίσει  σπίτι μου.

Ένα  καρό βαλιτσάκι είχε όλο κι όλο  μονίμως κλειδωμένο με ένα αυτοκόλλητο πάνω του I LOVE CHIOS και ένα χρόνο, έντεκα μήνες και εννιά μέρες που ζήσαμε μαζί,  τα ρούχα  της  ποτέ δεν  τα  έβγαλε  από εκεί μέσα,  της ήταν πιο βολικό έλεγε. Κι εγώ  που γενικά  ό, τι παράξενο    το  διερευνώ, θεός  ξέρει γιατί  δεν έδωσα  σημασία. Κακώς, κάκιστα όπως εκ  των υστέρων απεδείχθη.

Διότι  αν τα ρούχα της Ζωής ήταν  κρεμασμένα στην ντουλάπα κι  εκείνο το βαλιτσάκι  είχε τακτοποιηθεί  σε σημείο δυσπρόσιτο στο πατάρι, τα πράγματα μπορεί   να είχαν  πάρει άλλη πορεία.

Όλα συνέβησαν μια  μέρα   από αυτές που  βάζεις στοίχημα ότι θα είναι ίδια κι απαράλλαχτη με τη χθεσινή, δηλαδή  χωρίς σεισμούς, εκρήξεις και άλλα δράματα. Πλάνη.

Ένα μεσημέρι λοιπόν  με  ανταριασμένο από τα  σύννεφα τον Υμηττό έτυχε να σχολάσω νωρίτερα   γιατί είχε στάση εργασίας.

Κάποιο κλαδί της ακακίας σκαλωμένο στο παράθυρο του υπνοδωματίου που χτυπούσε όλη νύχτα  κι  έπρεπε να κοπεί. Ένα τζάμι  ορθάνοιχτο που επέτρεπε να βλέπω αλλά πιο πολύ να ακούω.  Μια μελωδία μονοφωνική μεν, αλλά μελωδία, με κυματισμούς σε πολλά ημιτόνια και οκτάβες, χωρίς  φάλτσα, για  χρώματα κι αρώματα  κλπ ,κλπ , που δεν θέλω να θυμάμαι.

Με έπιασε ένα  ρίγος όπως συμβαίνει πάντα όταν τα τύμπανα των αυτιών μου δονούνται από ωραιότητα. Στην αρχή νόμισα πως ήταν ραδιόφωνο. Παραφύλαξα χωρίς σχεδόν ούτε να ανασαίνω μην τυχόν κι ακουστεί η ανάσα μου.  Και τότε βρέθηκα  στην ουρά   μια δίνης από φθόγγους    και λέξεις χρωματιστές που βγαίνανε κύματα από τα χείλια της Ζωίτσας μου και  σαν  μπαμπακάκια λεύκας στροβιλίζονταν  στο δωμάτιο.

Η δική μου η Ζωζώ  ήταν αυτή που   τραγουδούσε. Και πάλι η ίδια Ζωζώ, η δική μου,  ήταν αυτή   που  στη συνέχεια, μιλούσε   με κάποιον στο τηλέφωνο. Πολύχρωμα. Όρθια, να λικνίζεται στον καθρέφτη τινάζοντας  τον καταρράχτη των μαλλιών της κι  ανοιγοκλείνοντας με χάρη  τις πυκνές μαύρες βλεφαρίδες της. Τι έλεγε  έχω ξεχάσει, ποτέ όμως δεν θα ξεχάσω τη γλύκα που έβγαινε από το διάφανο  το λαιμουδάκι της έτσι όπως παλλόταν το λαρύγγι της  και στριφογύριζε  λάγνα  η γλώσσα  στο στόμα, μια  «άλλη»   γλώσσα  κι ένα  «άλλο» στοματάκι.

Ένιωσα να με πετροβολάνε. Οι φθόγγοι της. Για την ακρίβεια ένιωσα  να μου αδειάζουν στο κεφάλι έναν κουβά γεμάτο χαλίκια.

Τι γίνεται εδώ; Τι γίνεται εδώ μέσα; Τιιιιι; Οι  φωνές  μου ακούμπησαν   την Πάρνηθα, βγήκαν  οι γείτονες στα μπαλκόνια κι ένα σύννεφο πουλιά ξεσηκώθηκε  απ’ τα  δέντρα και μαύρισε ο τόπος.  Μαύρος κι εγώ αλλά από τον πόνο που ταρακουνούσε το πουκάμισό μου, άρχισα να ξερνάω κάτι περίεργα πράσινα και μετά  βρέθηκα καταγής  να γλύφω χώμα με δάκρυα και να μετράω. Πότε θα έρθει   στην αγκαλιά μου να  ακούσω ξανά  εκείνην την φωνούλα  το «τίποτα» να  με ρωτάει   τι τρέχει, τι τρέχει πάλι και  να την συγχωρήσω.

Πέντε λεπτά  όλο κι όλο, τόσο της πήρε για να ετοιμαστεί. Πρώτα είδα την άκρη του παλτού της, μετά τις βιαστικές  γάμπες της   και τέλος την βαλίτσα με τα ξεθωριασμένα καρό. Πώς σκάλωναν τα ροδάκια τους στα σκαλιά όπως την έσερνε με δύναμη  και πόσο βαθιές ήταν οι χαρακιές  που άφηναν στο τσιμέντο.

Την Ζωή από  τότε δεν την έχω ξαναδεί παρά μόνο δυο φορές κι αυτές  στα  όνειρά μου. Την μία κοτσύφι  να κάνει τραμπάλα σε ένα κλαδί  και την άλλη  κούκλα, παιχνίδι λούτρινο με  μηχανισμό,  που όταν τον κουρντίζεις μπαινοβγαίνει από το στόμα μια γλώσσα   μαλακή και βελούδινη.

 

 

 

 

 

 

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροVinyl is back
Επόμενο άρθροΟ επόμενος στόχος

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εξαιρετική αφήγηση,μεστός λόγος,περιμένω να το απολαύσω ολοκληρωμένο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here